editorial #2

Το δεύτερο τεύχος του κομπρεσέρ είναι γεγονός. Τείνει έτσι να επιβεβαιωθεί, απέναντι και σε εμάς τους ίδιους, η μονιμότητα του εγχειρήματος. Ταυτόχρονα, προέκυψε πρακτικά η εφικτή και επιθυμητή συχνότητα δημοσίευσης του περιοδικού. Η προσπάθειά μας θα είναι να βγαίνει ένα τεύχος κάθε έξι μήνες. Επίσης, ο αριθμός των 600 αντιτύπων αποδείχθηκε μικρός αφού, με μεγάλη μας χαρά, διαπιστώσαμε πως το περιοδικό εξαντλήθηκε γρήγορα στα περισσότερα στέκια και βιβλιοπωλεία των πόλεων όπου κυκλοφόρησε. Αυτό το τεύχος θα τυπωθεί σε 1.000 αντίτυπα επειδή θέλουμε να πάει σε ακόμα περισσότερους κοινωνικούς χώρους, βιβλιοπωλεία και, τελικά, σε χέρια και μυαλά.

Δεύτερο τεύχος, λοιπόν. Όπως έχουμε ήδη πει από το προηγούμενο, τη θεματολογία του περιοδικού, σε μεγάλο βαθμό, τη θέτουν τα πολύμορφα κινήματα για την πόλη και τον χώρο και τα κινήματα που δρουν ανταγωνιστικά στην υπάρχουσα καπιταλιστική κοινωνική οργάνωση, στο βαθμό που εμπλέκουν χωρικές πρακτικές ή έχουν χωρικές συνέπειες (σχεδόν πάντα δηλαδή). Στην περίπτωση αυτού του τεύχους, κομβική στιγμή υπήρξε η απεργία πείνας των 300 μεταναστών εργατών, η οποία τοποθέτησε με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της μετανάστευσης στο κέντρο της δημοσιότητας και ανάγκασε τους πάντες να ασχοληθούν με αυτό.

Από την απεργία πείνας, όμως, μέχρι σήμερα, τους τελευταίους πέντε μήνες δηλαδή, οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα και πλέον η συζήτηση γίνεται και πάλι επίκαιρη, αλλά με διαφορετικούς όρους. Το Γενάρη μιλούσαμε για μια πολιτική μάχη που, έστω και με ακραίο όπλο, έδιναν οι απεργοί πείνας για τη νομιμοποίησή τους και την έξοδό τους από το καθεστώς ομηρίας στο οποίο βρίσκονται, παρά το ότι ζουν και δουλεύουν κανονικά στην Ελλάδα εδώ και χρόνια. Και μάλιστα, κατάφεραν ο αγώνας τους να έχει κάποια αποτελέσματα, παρά το ρατσιστικό παραλήρημα των Μ.Μ.Ε. και την καταστολή στην Νομική. Σήμερα όμως, μιλάμε για μια μάχη σε επίπεδο δρόμου, με παρακρατικούς, φασίστες και «αγανακτισμένους κατοίκους» να κυνηγάνε, να χτυπούν, να μαχαιρώνουν μετανάστες, να μπαίνουν στα σπίτια τους και να καίνε τους χώρους λατρείας τους σε γειτονιές της Αθήνας, αλλά και σε επαρχιακές πόλεις, ενώ η αστυνομία παρατηρεί, ή ακόμα και συνδράμει στις επιθέσεις. Η μάχη αυτή μετράει τουλάχιστον ένα νεκρό και δεκάδες τραυματίες μετανάστες. Το κράτος από την πλευρά του θωρακίζει την πολιτική διατήρησης των μεταναστών σε κατάσταση παρανομίας, χτίζει στρατόπεδα συγκέντρωσης σε όλη την επικράτεια και γκρεμίζει καταυλισμούς μεταναστών στην Ηγουμενίτσα.

Παρόλα αυτά, όσο κι αν κάποιοι δεν μπορούν να το χωνέψουν, οι μετανάστες ήδη αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Με τις καθημερινές τους πρακτικές κατοίκησης εξουδετερώνουν την αποτελεσματικότητα της φασιστικής βίας και αλλάζουν τις πόλεις, αλλάζοντας ταυτόχρονα τη ζωή τους και τη ζωή των ντόπιων. Η αλλαγή αυτή έχει αποτελέσει ιστορικά και αποτελεί και σήμερα ουσιαστικό στοιχείο διαμόρφωσης της μητροπολιτικής ζωής. Και έχει για μας θετικό πρόσημο καθώς οι ίδιοι οι μετανάστες διαμορφώνουν σε ένα βαθμό την πόλη με τους δικούς τους όρους, τους όρους των «από κάτω», είτε αυτό συμβαίνει συνειδητά είτε ασυνείδητα.

Το να διεκδικούμε την πόλη σημαίνει το να διεκδικούμε τον έλεγχο πάνω στις αλλαγές της. Οι δυνατότητες κοινής δράσης ντόπιων και ξένων, που αναδύονται λόγω της άφιξης των μεταναστών αλλά και λόγω των κοινών συμφερόντων που συγκλίνουν όλο και περισσότερο, είναι ιστορικής σημασίας για τον αγώνα αυτό.

Πέρα από τα παραπάνω, ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο του χώρου αποδεικνύεται κομβικός και στην περίπτωση της Κερατέας. Τόσο για το κράτος και το κεφάλαιο, όσο και για τους ίδιους τους κατοίκους που αγωνίζονται για να μην μετατραπεί ο τόπος τους σε σκουπιδότοπο. Ο αγώνας αυτός χαρακτηρίστηκε από την αποφασιστικότητα και την συγκρουσιακή του δυναμική, καθώς και από την μαζικότητα του, συσπειρώνοντας το σύνολο των κατοίκων της περιοχής. Κατάφεραν, και μάλιστα αρκετά επιτυχημένα, να αντιπαρατεθούν όχι μόνο με την ίδια την κυβέρνηση και τους ιδεολογικούς της μηχανισμούς (τα Μ.Μ.Ε.), αλλά και με έναν ολόκληρο στρατό δυνάμεων καταστολής. Ταυτόχρονα όμως, οι κάτοικοι μέσω του διαρκούς αγώνα, δημιούργησαν ένα νέο είδος κοινότητας και καθημερινότητας βασισμένο στην αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση. Από τις γυναίκες και τα παιδιά, μέχρι τους μετανάστες και τους παπάδες, όλοι, ήρθαν να βρουν έναν νέο ρόλο στον «κοινωνικό καταμερισμό του αγώνα», που έκανε πέρα το διαχρονικό κοινωνικό διαχωρισμό. Προφανώς κάτι τέτοιο μάλλον δεν αποτελεί μια εδραιωμένη κοινωνική συνθήκη, ωστόσο σίγουρα αποτελεί συλλογική παράσταση, τόσο για τους ίδιους τους κατοίκους, αλλά και για τα κινήματα πόλης γενικότερα.

Παρά του ότι η συγκυρία χαρακτηρίζεται από την βίαιη και ολοκληρωτική εφαρμογή της επιθετικής πολιτικής του κεφαλαίου σε κάθε κοινωνικό χώρο και επίπεδο, στην περίπτωση των 300 απεργών πείνας και της Κερατέας, όπου υπήρξε μια σχετική αναδίπλωση από την μεριά του κράτους, έρχεται να προστεθεί και το κίνημα Δεν Πληρώνω, με τις επικείμενες μειώσεις στην τιμή των διοδίων. Ο αγώνας για την αυτομείωση στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μόλις πρόσφατα και αφορά ως τώρα κυρίως την μη καταβολή κομίστρου στα διόδια, τα λεωφορεία και τα νοσοκομεία, ωστόσο η κλιμάκωση και η επέκταση του κινήματος και σε άλλους τομείς κοινωνικών αγαθών αποτελεί για μας σημαντική πρόκληση. Σαν συμβολή μεταφράζουμε ένα κείμενο για το κίνημα της αυτομείωσης στην Ιταλία γύρω από το δικαίωμα στην κατοικία, γραμμένο την εποχή που το κίνημα βρισκόταν σε εξέλιξη. Επίσης, φιλοξενούμε και ένα ενδιαφέρον κείμενο της ομάδας encounter Athens για το ζήτημα της κατοικίας στην Αθήνα και τις ιδιομορφίες και τις δυνατότητες που προκύπτουν σήμερα.

Το τεύχος εμπλουτίζεται με δύο κείμενα τα οποία ασχολούνται με δύο αντιδιαμετρικούς φορείς παραγωγής του χώρου. Από τη μια το κράτος στις ανώτερες και πιο επιτελικές εκδοχές του και από την άλλη η προσωρινή δραστηριότητα του πλήθους σε στιγμές γιορτής. Το ένα κείμενο αναλύει το πώς ο επιστημονικός σχεδιασμός του χώρου της πόλης και η διαχείριση των αρχαιοτήτων δεν αποτελούν ουδέτερες και αντικειμενικές διαδικασίες αλλά, πέρα των άλλων, ιδεολογικούς μηχανισμούς στα χέρια του κράτους για την εμπέδωση των κοινωνικών σχέσεων που υπηρετεί. Έτσι και ο σχεδιασμός της Αθήνας έπαιξε τον αντίστοιχο ρόλο του στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης των νεοελλήνων. Το άλλο κείμενο περιγράφει πως το πλήθος ορισμένες φορές έστω και προσωρινά, αναπτύσσει κοινωνικές σχέσεις που ανατρέπουν την κανονικότητα, δίνοντας άλλο νόημα στο χώρο ή στο χρόνο, δημιουργώντας χώρους και στιγμές ουτοπίας. Εστιάζουμε στην περίπτωση του εθίμου του Καρναβαλιού την περίοδο της Αναγέννησης, ως έργου λαϊκού, εμπνεόμενοι από ένα κείμενο του Mikhail Bakhtin το οποίο και μεταφράσαμε.

Την ίδια ώρα που γράφουμε αυτό το editorial ένα ετερόκλητο πλήθος εξοργισμένων (έτσι τους λέμε εμείς, γιατί είμαστε περίεργοι) ξεχύνεται στις πλατείες όλης της χώρας στα πρότυπα των Ισπανών, που ήταν στα πρότυπα των Αράβων κ.λπ., και όλα αυτά εξαιτίας του facebook (λένε). Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι ούτε μονοδιάστατα ούτε προδιαγεγραμμένα, πόσο μάλλον για ένα τόσο πρωτοφανές, ιδιόμορφο και πολυπληθές κίνημα. Σίγουρα χαιρόμαστε που κάποιοι σηκωθήκαν από τον καναπέ και πήγαν στην πλατεία ενώ αντί να μιλάνε στο facebook μιλάνε πάλι στην πλατεία. Ούτε είναι τυχαία η συγκέντρωση και οι συνελεύσεις, όχι απλά στις πλατείες, αλλά απέναντι από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, ούτε είναι δεδομένη η ενεργητική αμφισβήτηση του πολιτικού και πόσο μάλλον του κοινωνικού συστήματος. Σίγουρα δεν μιλάμε για επανάσταση, ίσως τελικά να είναι και μια γερή εκτόνωση. Αλλά, όπως λέει και ένα παλιό ρητό, η συγκυρία είναι άκρως αντιφατική και γι’ αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Τα λέμε στις πλατείες, στους δρόμους και στους κοινωνικούς χώρους. Καλή ανάγνωση

…και μην ξεχνάτε να μας στέλνετε τα σχόλιά σας στο καινούριο μας blog.

This entry was posted in Τεύχος 2 and tagged . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *