David Harvey – Οι αστεακές καταβολές των οικονομικών κρίσεων

από REDNotebook

Το κείμενο αποτελεί τα τρία/πέμπτα του κειμένου του Harvey όπως το μετέφρασε το REDNotebook. Κάθε νέο κομμάτι που μεταφράζεται θα αναδημοσιεύεται εδώ και θα ενημερώνεται και το pdf.

κατεβάστε το pdf εδώ

Τα συμβατικά οικονομικά αντιμετωπίζουν συνήθως την επένδυση στο δομημένο περιβάλλον όπως και την αστικοποίηση, ως δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα σε σχέση με τις σημαντικότερες υποθέσεις που ενυπάρχουν σε ένα είδος φανταστικής ενότητας που ονομάζεται «εθνική οικονομία».

Σε ένα άρθρο στους New York Times στις 5 Φεβρουαρίου του 2011, υπό τον τίτλο «Οι φούσκες στο στεγαστικό τομέα είναι σπάνιες», ο Ρόμπερτ Σίλλερ, ο οικονομολόγος που θεωρείται από πολλούς ως ο πλέον ειδικός στην αγορά ακινήτων δεδομένου του ρόλου του στην σύνταξη του καταλόγου Σίλλερ με τιμές ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθησύχαζε τους πάντες ότι η πρόσφατη φούσκα των ακινήτων ήταν ένα «σπάνιο γεγονός, το οποίο δεν επρόκειτο να επαναληφθεί για πολλές δεκαετίες». Η «γιγάντια φούσκα των ακινήτων» των αρχών της δεκαετίας του 2000 «δεν είναι συγκρίσιμη με κανέναν εθνικό ή διεθνή οικονομικό κύκλο της αγοράς ακινήτων στην ιστορία. Οι προηγούμενες φούσκες ήταν μικρότερες και περισσότερο τοπικές». Τα μόνα λογικά αντίστοιχα, διατεινόταν, ήταν οι φούσκες στην αγορά γης που συνέβησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες στο παρελθόν, στα τέλη της δεκαετίας του 1830 και τη δεκαετία του 1850.[1] Αυτό συνιστά, όπως θα δείξω, μια ιδιαιτέρως ανακριβή ανάγνωση της καπιταλιστικής ιστορίας. Το γεγονός ότι προσπερνιέται τόσο αδιάφορα επιμαρτυρεί ένα σοβαρό τυφλό σημείο της σύγχρονης οικονομικής σκέψης. Δυστυχώς, αυτό καταλήγει να είναι ένα τυφλό σημείο και στη μαρξιστική πολιτική οικονομία.

Τα συμβατικά οικονομικά αντιμετωπίζουν συνήθως την επένδυση στο δομημένο περιβάλλον όπως και την αστικοποίηση, ως δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα σε σχέση με τις σημαντικότερες υποθέσεις που ενυπάρχουν σε ένα είδος φανταστικής ενότητας που ονομάζεται «εθνική οικονομία». Το υποπεδίο των «αστικών οικονομικών» αποτελεί ως εκ τούτου, το πεδίο στο οποίο στρέφονται οι λιγότερο σημαντικοί οικονομολόγοι, ενώ οι αναγνωρισμένοι εφαρμόζουν τις μακροοικονομικές τεχνικές τους ικανότητες αλλού. Ακόμη και όταν οι τελευταίοι καταπιάνονται με διαδικασίες που σχετίζονται με τον αστικό χώρο, το κάνουν ως εάν οι χωρικές αναδιαρθρώσεις, η περιφερειακή ανάπτυξη και η οικοδόμηση των πόλεων να είναι παράγωγα τα οποία απορρέουν απλώς και μόνο στην βάση διαδικασιών μεγαλύτερης κλίμακας οι οποίες παραμένουν ανεπηρέαστες από αυτά τα οποία παράγουν. Γι’ αυτό το λόγο, το 2009 στην έκθεση της Παγκόσμια Τράπεζας για την ανάπτυξη, η οποία για πρώτη φορά στα χρονικά έλαβε σοβαρά υπόψη της την οικονομική γεωγραφία, οι συγγραφείς δεν έκαναν καμιά νύξη ότι κάτι θα μπορούσε δυνητικά να αποβεί τόσο καταστροφικό στην αστική και περιφερειακή ανάπτυξη ώστε να αποτελέσει το έναυσμα για μια κρίση της οικονομίας συνολικά. Γραμμένη εξ ολοκλήρου από οικονομολόγους (χωρίς συμβολές από γεωγράφους, ιστορικούς ή κοινωνιολόγους) ο στόχος της ήταν υποτίθεται, να διερευνήσει την «επιρροή της γεωγραφίας στο πεδίο των οικονομικών ευκαιριών» και να αναβαθμίσει «το χώρο και τον τόπο από δευτερεύοντα στοιχεία της πολιτικής σε πρωτεύουσας σημασία ζητήματα».

Οι συγγραφείς, στην πραγματικότητα, είχαν σκοπό να δείξουν πως η εφαρμογή των συνηθισμένων συνταγών των φιλελεύθερων οικονομικών στα ζητήματα που σχετίζονται με την πόλη (όπως η μη εμπλοκή του κράτους σε οποιαδήποτε ρύθμιση των αγορών γης και ακίνητης ιδιοκτησίας και η ελαχιστοποίηση των παρεμβάσεων στον αστικό, περιφερειακό και χωρικό σχεδιασμό) συνιστούσαν τον καλύτερο τρόπο για τη συνέχιση της οικονομικής μεγέθυνσης (δηλαδή της συσσώρευσης κεφαλαίου). Παρόλο που είχαν την ευπρέπεια να «λυπηθούν» που δεν είχαν το χρόνο ή το χώρο να διερευνήσουν λεπτομερώς τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες των προτάσεών τους, πίστευαν σαφώς ότι οι πόλεις που προσφέρουν «αγορές με ρευστότητα γης και ακίνητης ιδιοκτησίας και άλλους υποστηρικτικούς θεσμούς όπως η προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, η εκτέλεση συμβάσεων και η χρηματοδότηση ακινήτων είναι πιο πιθανό να ακμάσουν στο χρόνο καθώς οι ανάγκες της αγοράς αλλάζουν. Οι ανεπτυγμένες πόλεις έχουν χαλαρώσει τους νόμους κατά ζώνες έτσι ώστε να δίνεται η δυνατότητα στους επικαρπωτές υψηλότερης αξίας να πλειοδοτούν για την πολύτιμη γη και να υιοθετούν ρυθμίσεις για τη χρήση της προκειμένου να προσαρμόζονται στους μεταβαλλόμενους ρόλους τους με την πάροδο του χρόνου.[2]

Ωστόσο, η γη δεν είναι εμπόρευμα με την συνηθισμένη έννοια. Συνιστά μια πλασματική μορφή κεφαλαίου που απορρέει από τις προσδοκίες για τις μελλοντικές τιμές των ενοικίων. Η μεγιστοποίηση της απόδοσής της έχει οδηγήσει τα χαμηλού ή ακόμη και μεσαίου εισοδήματος νοικοκυριά έξω από το Μανχάταν και το κεντρικό Λονδίνο κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών, ενώ έχει οξύνει τις ταξικές ανισότητες. Αυτό είναι που ασκεί τόσο έντονη πίεση στην υψηλής αξίας γη του Νταράβι στο Μουμπάι (μια αποκαλούμενη παραγκούπολη που η έκθεση ορθώς περιγράφει ως ένα παραγωγικό ανθρώπινο οικοσύστημα). Η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας υποστηρίζει, εν συντομία, ένα είδος φονταμενταλισμού της ελεύθερης αγοράς που έχει προκαλέσει τόσο τις μακρο-οικονομικές αποδιοργανώσεις όπως η κρίση του 2007-9 όσο και τα κοινωνικά κινήματα της πόλης που αντιτίθεντο στον εξευγενισμό, την καταστροφή της γειτονιάς και την έξωση των πληθυσμών χαμηλού εισοδήματος για να δημιουργήσουν χώρο για υψηλότερης αξίας χρήσεις της γης.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η νεοφιλελεύθερη πολιτική για τα αστικά κέντρα (η οποία εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση) κατέληξε στο ότι η αναδιανομή του πλούτου σε λιγότερο αναπτυγμένες γειτονιές, πόλεις και περιφέρειες ήταν αναποτελεσματική και ότι οι πόροι έπρεπε αντ’ αυτού να διοχετεύονται σε δυναμικούς «επιχειρηματικούς» πόλους ανάπτυξης. Μια χωρική εκδοχή των οικονομικών «κύλισης προς τα κάτω» θα λάμβανε υπόψη της στην παροιμιώδη μακρά διάρκεια (η οποία ποτέ δεν έρχεται) όλες αυτές τις ενοχλητικές, χωρικές και αστικές ανισότητες. Η διάθεση της πόλης ως εμπορεύματος σε αυτούς που επιδιώκουν την οικονομική ανάπτυξή και στους χρηματιστές, καταλήγει προς όφελος όλων! Η έκθεση της παγκόσμιας τράπεζας υποστήριζε ότι εάν οι κινέζοι είχαν απελευθερώσει τις χρήσεις της γης στις πόλεις τους ώστε να αποδεσμεύσουν τις δυνάμεις της αγοράς, η οικονομία τους θα είχε αναπτυχθεί ακόμη γρηγορότερα από όσο αναπτύχθηκε!

Η Παγκόσμια Τράπεζα σαφώς ευνοεί το κερδοσκοπικό κεφάλαιο και όχι τους ανθρώπους. Η ιδέα πως μια πόλη μπορεί να ευημερήσει με όρους κεφαλαιακής συσσώρευσης, ενώ οι κάτοικοί της -εκτός από τις προνομιούχες τάξεις- και το περιβάλλον να δυσπραγούν, δεν εξετάζεται ποτέ. Ακόμη χειρότερα, η έκθεση είναι συνυπεύθυνη για τις πολιτικές που εδράζονται στις ρίζες της κρίσης του 2007-2009, αν και δημοσιεύτηκε έξι μήνες μετά την χρεωκοπία της Λίμαν και σχεδόν δύο χρόνια μετά την αποτυχία της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ, οπότε το τσουνάμι κατασχέσεων διαφαινόταν πλέον καθαρά. Μας έλεγαν, για παράδειγμα, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, ότι:

Από τότε που ξεκίνησε η απορρύθμιση των οικονομικών συστημάτων στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, η χρηματοδότηση των ακινήτων από την αγορά έχει διευρυνθεί ραγδαία. Οι αγορές στεγαστικής υποθήκης ισοδυναμούν με περισσότερο από το 40% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στις αναπτυγμένες χώρες, αλλά αυτό είναι πολύ μικρότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες, με μέσο όρο λιγότερο από το 10% του ΑΕΠ. Ο ρόλος της αγοράς θα έπρεπε να είναι η πρόκληση της καλά ρυθμισμένης ιδιωτικής συμμετοχής… Η σύσταση νομικών θεμελιώσεων για απλές, εκτελεστέες και συνετές συμβάσεις ενυπόθηκης πίστης είναι μια καλή αρχή. Όταν το σύστημα μια χώρας είναι περισσότερο αναπτυγμένο και ώριμο, ο δημόσιος τομέας μπορεί να ενθαρρύνει μια δευτερογενή αγορά ενυπόθηκης πίστης, να αναπτύξει χρηματοοικονομικές καινοτομίες, και να διευρύνει την τιτλοποίηση των ενυπόθηκων δανείων. Η ιδιοκατοίκηση, η οποία είναι συνήθως το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ενός νοικοκυριού, είναι σημαντική για την δημιουργία πλούτου, την κοινωνική ασφάλεια και την πολιτική. Οι άνθρωποι που είναι ιδιοκτήτες του σπιτιού τους ή που έχουν διασφαλίσει μια διάρκεια σε αυτό έχουν μεγαλύτερο οικονομικό συμφέρον στην κοινότητά τους και ως εκ τούτου είναι περισσότερο πιθανό να πιέσουν για λιγότερη εγκληματικότητα, ισχυρότερη διοίκηση και καλύτερες τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες.[3]

Αυτές οι δηλώσεις είναι εξαιρετικά εντυπωσιακές δεδομένων των πρόσφατων γεγονότων. H εκτύλιξη της υπόθεσης των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου τροφοδοτήθηκε από τους κοινότοπους μύθους για τα οφέλη της ιδιόκτητης κατοικίας για όλους και την «άρση του κινδύνου» των τοξικών υποθηκών σε υψηλής αξίας εγγυημένες χρεωστικές υποχρεώσεις (CDOs) προκειμένου να πουληθούν σε ανυποψίαστους επενδυτές. Η συνέχιση της «προαστιοποίησης» συνιστά μια διαδικασία κατανάλωσης γης και ενέργειας πέραν του ορίου για μια βιώσιμη «εκμετάλλευση» του πλανήτη γη για την ανθρώπινη κατοίκηση! Οι συγγραφείς ενδεχομένως εύλογα υποστηρίζουν ότι δεν απέφυγαν να συνδέσουν την σκέψη τους για την αστικοποίηση με ζητήματα που αφορούν την παγκόσμια υπερθέρμανση. Μαζί με τον Άλαν Γκρινσπάν, αυτοί θα μπορούσαν επίσης να υποστηρίξουν ότι αιφνιδιάστηκαν από τα γεγονότα του 2007-2009, και πως δεν θα μπορούσε να περιμένει κανείς ότι θα προέβλεπαν οτιδήποτε ανησυχητικό σχετικά με το ρόδινο σενάριο που σχεδίασαν. Εισάγοντας τις λέξεις «συνετές» και «καλά ρυθμισμένη» στο επιχείρημα τους, είχαν, όπως και έγινε, «προφυλαχθεί» έναντι μιας ενδεχόμενης κριτικής.

Από την στιγμή που παραθέτουν αναρίθμητα «συνετά επιλεγμένα» ιστορικά παραδείγματα για να υποστηρίξουν τις νεοφιλελεύθερες πανάκειες τους, πώς παρέκαμψαν το ότι η κρίση του 1973 προήλθε από μια συντριβή της παγκόσμιας αγοράς ακινήτων, η οποία διέλυσε αρκετές τράπεζες; Δεν παρατήρησαν ότι το τέλος της ραγδαίας οικονομικής Ιαπωνικής ανάπτυξης στην δεκαετία του 1990 αντιστοιχούσε στην κατάρρευση των τιμών της γης (ακόμη εξελισσόμενη)• πως το σουηδικό τραπεζικό σύστημα ήταν αναγκαίο να εθνικοποιηθεί το 1992 εξαιτίας των υπερβολών στην αγορά ακινήτων• ότι ένας από τους πυροδότες για την κατάρρευση της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας το 1997-98 ήταν η υπερβολική αστική ανάπτυξη στην Ταϊλάνδη• ότι η εμπορική ακίνητη περιουσία που οδήγησε στην κρίση αποταμιεύσεων και δανείων του 1987-1990 στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξε τον τρόπο με τον οποίο πολλές εκατοντάδες οικονομικοί θεσμοί πτωχεύουν με κόστος μεγαλύτερο των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τους αμερικάνους φορολογούμενους (μια κατάσταση η οποία επηρρέασε σε τέτοιο βαθμό τον Γουίλιαμς Άιζακς, τότε πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Εταιρίας Διασφάλισης των Καταθέσεων, ώστε το 1987 απειλούσε την Αμερικάνικη Ένωση Τραπεζιτών με εθνικοποίηση αν δεν άλλαζαν τις μεθόδους τους);[4]

Πού ήταν οι οικονομολόγοι της Παγκόσμιας Τράπεζας όταν συνέβαιναν όλα αυτά; Υπήρξαν εκατοντάδες οικονομικές κρίσεις από το 1973 (συγκρινόμενες με τις πολύ λίγες πριν από αυτό) και αρκετές από αυτές έχουν καθοδηγηθεί από την αστική ή ιδιοκτησιακή ανάπτυξη. Και ήταν εντελώς ξεκάθαρο στον καθένα σχεδόν που προβληματιζόταν επί τούτου, συμπεριλαμβανομένου, όπως αποδείχτηκε, του Ρόμπερτ Σίλλερ, ότι κάτι πήγαινε στραβά στις αγορές ακινήτων στις Η.Π.Α λίγο πριν ή λίγο μετά το 2000. Αλλά αυτός το αντιμετώπισε ως κάτι συγκυριακό, όχι ως συστημικό.[5] Ο Σίλλερ μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί, βέβαια, ότι όλα τα προρρηθέντα παραδείγματα ήταν απλώς τοπικά γεγονότα. Αλλά τέτοια μορφή είχε η κρίση του 2007-09 υπό το πρίσμα των λαών της Βραζιλιάς και της Κίνας. Το γεωγραφικό επίκεντρο ήταν οι νοτιοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες και η Φλόριντα (με κάποια διάχυση στην Τζόρτζια) μαζί με ορισμένες άλλες εστιασμένες περιοχές (οι επίμονες κρίσεις κατασχέσεων οι οποίες άρχισαν ήδη από το 2005 σε φτωχές περιοχές παλαιότερων πόλεων όπως η Βαλτιμόρη και η Κλίβελαντ ήταν στενά τοπικές και «ασήμαντες» εξαιτίας του ότι αυτοί που επηρεάστηκαν ήταν αφροαμερικανοί και μειονότητες). Διεθνώς, η Ισπανία και η Ιρλανδία υπέπεσαν στο ίδιο λάθος, όπως επίσης, αν και σε μικρότερο βαθμό, η Βρετανία. Ωστόσο, δεν υπήρξαν σοβαρά προβλήματα στις αγορές ακίνητης ιδιοκτησίας στην Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Πολωνία ή, την στιγμή εκείνη, και σε ολόκληρη την Ασία.

Μια τοπική κρίση, επικεντρωμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατέστη παγκόσμια με καινοφανείς τρόπους σε σχέση με περιπτώσεις όπως η Ιαπωνία ή η Σουηδία στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αλλά η κρίση των αποταμιεύσεων και των δανείων που συνέβη το 1987 (τη χρονιά μιας σοβαρής χρηματιστηριακής κρίσης η οποία ακόμη θεωρείται ως ένα εντελώς διακριτό επεισόδιο) είχε παγκόσμιες διακλαδώσεις. Το ίδιο ίσχυε και για την σε μεγάλο βαθμό παραγνωρισμένη συντριβή της παγκόσμιας αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας των αρχών του 1973. Η επικρατούσα άποψη πρότασσε πως μόνο η ραγδαία αύξηση της τιμής του πετρελαίου το φθινόπωρο του 1973 ήταν η πιο σημαντική αιτία. Αλλά η συντριβή της ακίνητης ιδιοκτησίας που προηγήθηκε της αύξησης στην τιμή του πετρελαίου κατά έξι μήνες σχεδόν, απέδειξε πως η ύφεση εξελίσσονταν με γοργούς ρυθμούς έως το φθινόπωρο. Η έκρηξη των τιμών μπορεί να υπολογιστεί από το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία της επενδυτικής εταιρίας ακινήτων στις ΗΠΑ αυξήθηκαν από δύο δισεκατομμύρια δολάρια που ήταν το 1969, σε είκοσι δισεκατομμύρια δολάρια το 1973, και από το ότι η αξία των ενυπόθηκων δάνειων της εμπορικής τράπεζας αυξήθηκε από 66.7 δισεκατομμύρια δολάρια σε 113.6 δισεκατομμύρια δολάρια κατά την διάρκεια της ίδιας περιόδου. Η συντριβή στην αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία ακολούθησε την άνοιξη του 1973, μετατράπηκε σε δημοσιονομική κρίση στο εσωτερικό της κάθε πολιτείας (η οποία δεν θα είχε συμβεί εάν η ύφεση αφορούσε αποκλειστικά τις τιμές του πετρελαίου). Η επακόλουθη δημοσιονομική κρίση της πόλης της Νέας Υόρκης το 1975, ήταν εξαιρετικά σημαντική επειδή εκείνο τον καιρό ήλεγχε έναν από τους μεγαλύτερους δημόσιους προϋπολογισμούς στον κόσμο (ας μην ξεχνάμε την έκκληση στον Γάλλο πρωθυπουργό και στον καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας να βοηθήσουν την Νέα Υόρκη προκειμένου να αποφευχθεί μια παγκόσμια εσωτερική κατάρρευση των χρηματαγορών). Η Νέα Υόρκη τότε, κατέστη το κέντρο για την επινόηση των νεοφιλελεύθερων πρακτικών διοχετεύοντας τον ηθικό πανικό στις τράπεζες και κάνοντας τους ανθρώπους να πληρώσουν μέσω της αναδόμησης των κοινοτικών συμβάσεων και υπηρεσιών. Ο αντίκτυπος της πιο πρόσφατης συντριβής της αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας μεταφέρθηκε επίσης στην εικονική χρεωκοπία πολιτειών όπως η Καλιφόρνια, δημιουργώντας τεράστιες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά των πολιτειών και των κοινοτήτων και τη δημόσια απασχόληση σχεδόν παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ιστορία της δημοσιονομικής κρίσης της Νέας Υόρκης κατά τη δεκαετία του 1970 μοιάζει, περιέργως, με αυτή της πολιτείας της Καλιφόρνια, η οποία σήμερα διαθέτει το όγδοο μεγαλύτερο δημόσιο προϋπολογισμό στον κόσμο.[6]

Το Εθνικό Γραφείο Οικονομικής Έρευνας δημοσίευσε πρόσφατα μια μελέτη η οποία αναδεικνύει με τη σειρά της, τον ρόλο των ραγδαίων αυξήσεων των τιμών της ακίνητης ιδιοκτησίας στην πρόκληση των καπιταλιστικών κρίσεων. Από την ανάλυση των δεδομένων της ακίνητης περιουσίας στη δεκαετία του 1920, οι Goetzmann και Newman «συμπεραίνουν ότι η έκδοση τίτλων ακίνητης περιουσίας επηρέασε την κατασκευαστική δραστηριότητα ακινήτων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και την κατάρρευση της αξίας τους, δια μέσου του μηχανισμού της κυκλικής ενυπόθηκης διασφάλισης και ενδέχεται να οδήγησαν στην επακόλουθη συντριβή της χρηματιστηριακής αγοράς του 1929-1930». Σε ό,τι αφορά τα ακίνητα, η Φλόριντα, τότε όπως και σήμερα, ήταν ένα δυναμικό κέντρο ανάπτυξης της κερδοσκοπίας με την ονομαστική αξία της οικοδομικής άδειας να αυξάνεται κατά 8.000% μεταξύ 1919 και 1925. Σε εθνικό επίπεδο οι εκτιμήσεις για τις αυξήσεις των αξιών των ακινήτων ανήλθαν στο 400% κατά προσέγγιση την ίδια περίοδο. Αλλά αυτό ήταν ένα δευτερεύουσας σημασίας ζήτημα συγκρινόμενο με την εμπορική ανάπτυξη η οποία ήταν σχεδόν εξολοκλήρου επικεντρωμένη στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο, όπου όλοι οι τρόποι οικονομικής υποστήριξης και οι διαδικασίες τιτλοποίησης λειτούργησαν ως πρώτες ύλες τροφοδότησης για μια ραγδαία αύξηση των τιμών «η οποία ήταν εφάμιλλη μόνο με αυτή των μέσων της δεκαετίας του 2000». Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το διάγραμμα των Goetzmann και Newman το οποίο απεικονίζει την κατασκευή υψηλών κτιρίων στην Νέα Υόρκη. Η ραγδαία αύξηση των τιμών της ακίνητης ιδιοκτησίας που προηγήθηκε της συντριβής των ετών 1929, 1973, 1987 και 2000 είναι ολοφάνερη. Αυτοί επισημαίνουν ενδεικτικά ότι τα κτίρια που βλέπουμε στη Νέα Υόρκη συμβολίζουν «κάτι περισσότερο από μια αρχιτεκτονική τάση• αυτά συνιστούσαν σε μεγάλο βαθμό την εκδήλωση ενός διευρυμένου οικονομικού φαινομένου». Σημειώνοντας πως οι τίτλοι των ακίνητων περιουσιών της δεκαετίας του 1920 ήταν όλοι τους τόσο «τοξικοί όσο είναι και σήμερα», συνέχισαν για να καταλήξουν στο ότι: «η γραμμή του ορίζοντα της Νέας Υόρκης είναι μια αδρή υπενθύμιση της ικανότητα της τιτλοποίησης να συνδέει το κερδοσκοπικό κοινό με κτιριακά εγχειρήματα. Μια ολοένα και μεγαλύτερη κατανόηση της πρώιμης αγοράς τίτλων ακίνητης περιουσίας έχει τη δυνατότητα να μας παράσχει πολύτιμες πληροφορίες όταν κατασκευάζουμε μοντέλα για τα σενάρια της χειρότερης πιθανής εκδοχής στο μέλλον. Η αισιοδοξία στις χρηματαγορές έχει τη δύναμη να αυξήσει τις τιμές του χάλυβα, αλλά δεν έχει την ικανότητα να χρηματοδοτήσει την κατασκευή ενός κτιρίου.[7]

Οι ραγδαίες αυξήσεις και πτώσεις των τιμών στην αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις κερδοσκοπικές χρηματιστηριακές ροές, και αυτές οι αυξομειώσεις των τιμών έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη μάκρο-οικονομία γενικά, όπως και τα κάθε είδους εξωτερικά αποτελέσματα επιτείνουν την εξάντληση των πόρων και την περιβαλλοντική υποβάθμιση. Επιπλέον, όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο της αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας στο ΑΕΠ τόσο πιθανότερο είναι η σύνδεση χρηματοδότησης και επένδυσης στο δομημένο περιβάλλον να καταστεί μια ενδεχόμενη πηγή κρίσεων χαμηλής έντασης. Στην περίπτωση των αναπτυσσόμενων χωρών, όπως η Ταϊλάνδη, όπου οι υποθήκες ακίνητης περιουσίας, αν η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας είναι σωστή, αντιστοιχούν μόνο σε 10% του ΑΕΠ, μια συντριβή της ακίνητης ιδιοκτησίας θα μπορούσε βέβαια να συμβάλει, αν και όχι ολοκληρωτικά, στην ενίσχυση μιας μακρο-οικονομικής κατάρρευσης (του είδους που συνέβη το 1997-98), ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το χρέος των υποθηκών ακίνητης περιουσίας αντιστοιχεί σε 40% του ΑΕΠ, σίγουρα θα μπορούσε να παράξει, και πράγματι παρήγαγε την κρίση του 2007-09.

H μαρξιστική θεώρηση

Mε την αστική θεωρία, η οποία αν δεν είναι ολότελα τυφλωμένη, στην καλύτερη περίπτωση στερείται διορατικότητας αναφορικά με το ζήτημα της σχέσης της αστικής ανάπτυξης με τις μακροοικονομικές κρίσεις, είναι πιθανό να σκεφτόταν κάποιος ότι οι μαρξιστές κριτικοί με τις περίφημες μεθόδους του ιστορικού υλισμού, θα είχαν βρει ένα εύκολο πεδίο για αυστηρή καταγγελία των διογκούμενων ενοικίων και των εξώσεων, χαρακτηριστικό αυτού στο οποίο οι Μαρξ και Ένγκελς αναφέρονταν ως δευτερεύουσες μορφές εκμετάλλευσης οι οποίες επιβάλλονται στις εργατικές τάξεις από τους εμπόρους καπιταλιστές και τους ιδιοκτήτες γης. Θα είχαν ασκήσει κριτική στην οικειοποίηση του αστικού χώρου μέσω του «εξευγενισμού», στην οικοδόμηση πολυτελών συγκροτημάτων κατοικιών και στην εξέλιξη του αστικού περιβάλλοντος στο να μοιάζει με θεματικά πάρκα της Ντίσνεϋλαντ, με τις βάρβαρες συνθήκες της ζωής, της στέρησης στέγης, της έλλειψης οικονομικά προσιτής στέγασης και της διαρκούς υποβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος (τόσο στο επίπεδο το φυσικό, όπως για παράδειγμα στην ποιότητα του αέρα, όσο και στο κοινωνικό, όπως με την λεγόμενη «καλόβουλη αμέλεια» των εκπαιδευτικών δομών) για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Τέτοιες απόψεις εκφράζονται σε ένα περιορισμένο κύκλο μαρξιστών πολεοδόμων (συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου μεταξύ τους). Αλλά είναι γεγονός ότι η δομή της σκέψης στους μαρξιστικούς κύκλους είναι απελπιστικά παρόμοια με αυτή των αστικών οικονομικών. Οι «πολεοδόμοι» αντιμετωπίζονται ως ειδικοί, ενώ ο πραγματικά σημαντικός πυρήνας της μαρξιστικής μακροοικονομικής θεωρίας βρίσκεται αλλού. Και πάλι ο μύθος της εθνικής οικονομίας κερδίζει έδαφος γιατί αυτό είναι το πεδίο για το οποίο έχουμε τα περισσότερα στοιχεία και, για να είμαστε δίκαιοι, αυτό είναι το πεδίο που λαμβάνονται μερικές από τις πιο σοβαρές πολιτικές αποφάσεις. Ο ρόλος της στεγαστικής αγοράς στη δημιουργία των συνθηκών της κρίσης κατά τη διετία 2007 – 2009 και το αποτέλεσμα της ανεργίας και της λιτότητας (το περισσότερο από το οποίο αποτυπώθηκε στο τοπικό και στο κοινοτικό επίπεδο) δεν έχει γίνει επαρκώς κατανοητό, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει καμία σοβαρή απόπειρα σύνθεσης και κατανόησης των διαδικασιών αστικοποίησης και οικοδόμησης του αστικού περιβάλλοντος σε συνάρτηση με τη γενική θεωρία των νόμων και της κίνησης του κεφαλαίου. Ως αποτέλεσμα, αρκετοί μαρξιστές θεωρητικοί, οι οποίοι αγαπούν «μέχρι θανάτου» τις κρίσεις, τείνουν να μεταχειρίζονται την πρόσφατη κατάρρευση του οικονομικού συστήματος ως μια προφανή επιβεβαίωση της αγαπημένης τους εκδοχής της μαρξιστικής θεωρίας για τις κρίσεις (π.χ. μείωση του ποσοστού κέρδους, υποκατανάλωση ή ο,τιδήποτε σχετικό).

Ο Μαρξ ο ίδιος θα μπορούσε σε κάποιο βαθμό να κατηγορηθεί ότι, άθελα του, συνέβαλε στην διαμόρφωση αυτής της κατάστασης. Στη εισαγωγή των Grundrisse, σημειώνει ότι ο σκοπός της συγγραφής του Κεφαλαίου είναι η ερμηνεία των γενικών νόμων της κίνησης του κεφαλαίου. Αυτό σήμαινε ότι επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή και στην απόσπαση της υπεραξίας, ενώ αφαιρούσε και απέκλειε ό,τι αποκαλούσε «ιδιαιτερότητες» της διανομής (τόκος, ενοίκια, φόροι, ακόμη και μισθοί και ποσοστά κέρδους) αφού αυτές ήταν τυχαίες και συμπτωματικές σε κάποιο δεδομένο χρόνο και χώρο. Επίσης, δεν ασχολούταν με τις ιδιαιτερότητες των σχέσεων ανταλλαγής, όπως για παράδειγμα την προσφορά και την ζήτηση και την κατάσταση του ανταγωνισμού. Όταν η προσφορά και η ζήτηση είναι σε ισορροπία, υποστήριζε, δεν μπορούν να εξηγήσουν τίποτα, ενώ οι καταναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού λειτουργούν ως υποκινητές και όχι ως αιτίες των γενικών νόμων της κίνησης του κεφαλαίου. To γεγονός αυτό αναπόφευκτα προκαλεί τη σκέψη του τι γίνεται όταν αυτός ο μηχανισμός της υποκίνησης λείπει, ειδικά σε συνθήκες μονοπωλίων, και τι γίνεται όταν συμπεριλαμβάνουμε τον χωρικό ανταγωνισμό στον τρόπο που σκεφτόμαστε, που είναι όπως ξέρουμε πάντα, μία μορφή μονοπωλιακού ανταγωνισμού (όπως στην περίπτωση του εσωτερικού αστικού ανταγωνισμού).

Καταλήγοντας, ο Μαρξ απεικονίζει την συσσώρευση ως μια «μοναδικότητα» (μια «σπινοζική» σύλληψη, την οποία οι Χαρντ και Νέγκρι έχουν τελευταία προσπαθήσει να αναβιώσουν). Ως τέτοια είναι χαοτική, απρόβλεπτη και ανεξέλεγκτη, γι’ αυτό, σύμφωνα με το Μαρξ, βρίσκεται γενικά έξω από το πεδίο της πολιτικής οικονομίας (η μελέτη των αξιών χρήσεως, όπως διακηρύττει στην πρώτη σελίδα του Κεφαλαίου, είναι «δουλειά» της ιστορίας και όχι της πολιτικής οικονομίας). Ο Μαρξ επίσης, αναγνώριζε ένα ακόμη πεδίο, αυτό της μεταβολικής σχέσης με τη φύση, η οποία είναι μια οικουμενική συνθήκη που εντοπίζεται σε όλες τις μορφές ανθρώπινης κοινωνίας και γι΄ αυτό δεν συνδέεται με κάποιο τρόπο με την κατανόηση των γενικών νόμων της κίνησης του κεφαλαίου ως ειδικής κοινωνικής και ιστορικής κατασκευής. Γι’ αυτό το λόγο, θέματα που αφορούν το περιβάλλον έχουν μία σκιώδη παρουσία στο Κεφάλαιο (γεγονός που δε σημαίνει βέβαια ότι ο Μαρξ τα θεωρούσε ασήμαντα ή ήσσονος αξίας, όπως ακριβώς και δεν απόρριπτε την κατανάλωση ως άσχετη με το ευρύτερο πλαίσιο των πραγμάτων)[8]. Σχεδόν σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, ο Μαρξ παραμένει συνεπής στο πλαίσιο που έθεσε στην Grundrisse. Επικεντρώνεται στην παραγωγή υπεραξίας ως γενικευμένο φαινόμενο και περιθωριοποιεί όλα τα υπόλοιπα. Αναγνωρίζει σε διάφορα σημεία ότι υπάρχουν προβλήματα σε αυτή την προσέγγιση. Υπάρχει, σημειώνει, μια «διπλή τοποθέτηση» – γη, εργασία, χρήμα, εμπορεύματα είναι κρίσιμα στοιχεία της παραγωγής, ενώ τόκος, ενοίκια, μισθοί και κέρδη αποκλείονται από την ανάλυση ως ιδιαιτερότητες της διανομής!

Η αρετή της προσέγγισης του Μαρξ είναι ότι επιτρέπει μία σαφή κατανόηση των γενικών νόμων κίνησης του κεφαλαίου, κατασκευασμένη με τρόπο αφαιρετικό, πέρα από τις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής του (όπως για παράδειγμα τις κρίσεις του 1847–48 και 1857–58). Γι’ αυτό και μπορούμε να τον διαβάζουμε σήμερα με τρόπους που τον κάνουν επίκαιρο στην εποχή μας. Όμως, αυτή η προσέγγιση έχει κάποιο κόστος. Ξεκινώντας, ο Μαρξ καθιστά σαφές πως η ανάλυση μιας πραγματικά υπάρχουσας καπιταλιστικής κοινωνίας/κατάστασης προϋποθέτει μία διαλεκτική σύνθεση των οικουμενικών, των γενικών, των συγκεκριμένων και των μοναδικών πτυχών μιας κοινωνίας που έχει οικοδομηθεί ως οργανική ολότητα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε γεγονότα οποιασδήποτε τρέχουσας συγκυρίας (όπως η κρίση του 2007–09) αποκλειστικά με αναφορά στους όρους των γενικών νόμων της κίνησης του κεφαλαίου (αυτή είναι μία από τις ενστάσεις μου σε εκείνους που προσπαθούν να εντάξουν τα γεγονότα της σημερινής κρίσης σε μια θεωρία για την πτωτική τάση του κέρδους). Από την άλλη, δεν μπορούμε να επιχειρήσουμε μια τέτοια εξήγηση χωρίς αναφορά στους γενικούς νόμους της κίνησης (αν και ο ίδιος ο Μαρξ εμφανίζεται να το κάνει αυτό στην περιγραφή του στο Κεφάλαιο της «ανεξάρτητης και αυτόνομης» χρηματοπιστωτικής και εμπορικής κρίσης του 1847 – 48 ή, ακόμη πιο έντονα, στις ιστορικές μελέτες του 18η Μπρυμαίρ και Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία, όπου οι γενικοί νόμοι της κίνησης του κεφαλαίου ποτέ δεν αναφέρονται)[9].

Επιπλέον, οι αφαιρέσεις στο επιλεγμένο από τον Μαρξ επίπεδο γενικότητας αρχίζουν να υποχωρούν, καθώς επεκτείνεται η ανάλυση στο Κεφαλαίο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα επ΄ αυτού, αλλά ένα είναι το πιο σημαντικό και σε κάθε περίπτωση το πιο σχετικό με το επιχείρημα εδώ, το οποίο συνδέεται με τον τρόπο κατά τον οποίο ο Μαρξ χειρίζεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αρκετές φορές στον πρώτο τόμο και κατ’ επανάληψη στον δεύτερο τόμο, ο Μαρξ επικαλείται το πιστωτικό σύστημα μόνο για το θέσει παράπλευρα ως ένα γεγονός σχετικό με τη διανομή, το οποίο ακόμη δεν είναι προετοιμασμένος να αξιολογήσει. Οι γενικοί νόμοι της κίνησης του κεφαλαίου που μελετά στον δεύτερο τόμο, ειδικότερα εκείνοι της κυκλοφορίας του σταθερού κεφαλαίου και των περιόδων εργασίας, οι περίοδοι παραγωγής, οι περίοδοι κυκλοφορίας και οι περίοδοι αναδιάρθρωσης, όλες καταλήγουν όχι μόνο να επικαλούνται το πιστωτικό σύστημα, αλλά και να το καθιστούν αναγκαίο. Σε αυτό το σημείο γίνεται πολύ επεξηγηματικός. Όταν σχολιάζει πως το αναπτυγμένο χρηματικό κεφάλαιο πρέπει να είναι πάντα μεγαλύτερο από αυτό που εφαρμόζεται κατά την παραγωγή υπεραξίας με σκοπό την διαχείριση διαφοροποιημένων φάσεων αναδιάρθρωσης, σημειώνει πως οι αλλαγές στις στιγμές αναδιάρθρωσης μπορούν να απελευθερώσουν κάποια από τα χρήματα που έχουν προηγουμένως παραχθεί. «Αυτό το χρηματικό κεφάλαιο που απελευθερώνεται από την κίνηση αναδιάρθρωσης (μαζί με το χρηματικό κεφάλαιο που απελευθερώνεται από τη διαδοχική παλινδρόμηση του σταθερού κεφαλαίου και αυτού που απαιτείται για τη δημιουργία μεταβλητού κεφαλαίου σε κάθε εργασιακή διαδικασία) πρέπει να παίξει ένα σημαντικό ρόλο, από τη στιγμή που το πιστωτικό σύστημα έχει αναπτυχθεί, και επίσης πρέπει να δημιουργήσει τα θεμέλια γι’ αυτό[10]. Από αυτό και άλλα συναφή σχόλια γίνεται σαφές ότι το πιστωτικό σύστημα γίνεται απολύτως απαραίτητο για την κυκλοφορία του κεφαλαίου και κάποια ανάλυση του πιστωτικού συστήματος πρέπει να ενσωματωθεί στους γενικούς νόμους της κίνησης του κεφαλαίου. Αυτό θέτει ένα σοβαρό πρόβλημα γιατί όταν φτάνουμε στην ανάλυση του πιστωτικού συστήματος στον τρίτο τόμο, βρίσκουμε ότι το επιτόκιο καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση και από την κατάσταση του ανταγωνισμού, δύο ιδιαιτερότητες οι οποίες νωρίτερα έχουν αποκλειστεί από το θεωρητικό επίπεδο της γενικότητας με την οποία ο Μαρξ δουλεύει.

Το αναφέρω αυτό γιατί η σημασία των κανόνων που έθεσε ο Μαρξ στις έρευνες του στο Κεφάλαιο έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοηθεί. Όταν αυτοί οι κανόνες τείνουν όχι μόνο να απαξιώνονται αλλά και να παραβιάζονται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της πίστωσης και του τόκου: τότε, νέες προοπτικές θεώρησης ανοίγονται, οι οποίες υπερβαίνουν τις ενοράσεις που ο Μαρξ έχει ήδη παραγάγει. Ο Μαρξ στην πραγματικότητα αναγνωρίζει ότι αυτό μπορεί να συμβεί ήδη από την αρχή των προσπαθειών του.

Στα Grundrisse λέει λοιπόν για την κατανάλωση, την πιο «απείθαρχη» από τις κατηγορίες που αναλύει εξαιτίας των μοναδικοτήτων που εμπλέκονται, ότι ενώ, όπως η μελέτη της χρήσης αξιών, «στην πραγματικότητα ανήκει έξω από τα οικονομικά», η πιθανότητα υπάρχει για την κατανάλωση να λειτουργήσει «στο σημείο εκκίνησης της παραγωγής και να εγκαινιάσει ολόκληρη τη διαδικασία από την αρχή»[11]. Αυτή είναι συγκεκριμένα η περίπτωση της παραγωγικής κατανάλωσης, η διαδικασία της εργασίας καθαυτής. Γι’ αυτό ο Τρόντι και εκείνοι που ακολούθησαν τα βήματα του, όπως ο Νέγκρι, έχουν απόλυτο δίκιο να βλέπουν την εργασιακή διαδικασία να συγκροτείται καθαυτή ως μοναδικότητα –χαοτική, απείθαρχη, απρόβλεπτη και γι αυτό πάντοτε δυνητικά επικίνδυνη για το κεφάλαιο– εσωτερικευμένη στους γενικούς νόμους της κίνησης του κεφαλαίου[12]! Οι μνημειώδεις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι καπιταλιστές όσο προσπαθούν να κινητοποιήσουν τα «ζωώδη πνεύματα» των εργατών για να παράγουν υπεραξία σηματοδοτεί την ύπαρξη αυτής της μοναδικότητας στην καρδιά της παραγωγικής διαδικασίας (αυτό δεν είναι πουθενά πιο προφανές όσο στον κατασκευαστικό κλάδο, όπως θα δούμε παρακάτω). Εσωτερικεύοντας το πιστωτικό σύστημα και τη σχέση μεταξύ του επιτοκίου και του ποσοστού κέρδους στο πλαίσιο των γενικών νόμων της παραγωγής, της κυκλοφορίας και της υλοποίησης του κεφαλαίου, καταλήγουμε σε μια μορφή “αντιφατικής αναγκαιότητας”, αν πρέπει να εφαρμόσουμε τα θεωρητικά εργαλεία του Μαρξ για την ανάλυση πιο απτών γεγονότων.

Η ενσωμάτωση της πίστης στη γενική θεωρία πρέπει ωστόσο να γίνει με προσοχή, με τρόπους που διατηρούν, αν και σε μια διαφορετική κατάσταση, τις θεωρητικές ενοράσεις που έχουν ήδη επιτευχθεί. Λαμβάνοντας υπόψη το πιστωτικό σύστημα για παράδειγμα, δεν μπορούμε να το μεταχειριζόμαστε αποκλειστικά ως μία ενότητα καθαυτή, ένα είδος άνθησης κεφαλαίου εντοπισμένης στη Γουολ Στριτ ή στην πόλη του Λονδίνου που κινείται ελεύθερα από κάθε σχέση με συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες. Αρκετή από την πιστωτική δραστηριότητα μπορεί να είναι πράγματι κερδοσκοπικού χαρακτήρα και μία αηδιαστική εκδήλωση του ανθρώπινου πόθου για χρυσάφι και εξουσία που απορρέει από το χρήμα. Αλλά αρκετή από αυτή είναι απαραίτητη και θεμελιώδης για τη λειτουργία του κεφαλαίου. Τα όρια μεταξύ αυτού που είναι αναγκαίου και αυτού που είναι (α) κατ’ ανάγκη πλασματικό (όπως στην περίπτωση του κρατικού χρέους και του χρέους ενυπόθηκων δανείων) και (β) υπερβολή, δεν είναι εύκολο να οριοθετηθούν.

Το να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τη δυναμική τη πρόσφατης κρίσης και των αποτελεσμάτων της χωρίς αναφορά στο πιστωτικό σύστημα (με ενυπόθηκα δάνεια αξίας περίπου ίσης με το 40% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ), στον καταναλωτισμό (70% της κινητήριας δύναμης στην οικονομία των ΗΠΑ, συγκριτικά με 35% στην Κίνα) και την κατάσταση του ανταγωνισμού (τη μονοπωλιακή δύναμη στη χρηματοπιστωτική αγορά, την αγορά ακινήτων, το λιανικό εμπόριο και πολλές άλλες αγορές), θα ήταν μία γελοία προσπάθεια. 1,4 τρις δολάρια σε ενυπόθηκα δάνεια, αρκετά από αυτά τοξικά, βρίσκονται στις δευτερεύουσες αγορές της Fannie Mae και της Freddie Mac στις ΗΠΑ, πιέζοντας έτσι την κυβέρνηση να δώσει 400 δις δολλάρια σε μία δυνητική προσπάθεια διάσωσης (με τα 142 δις να έχουν ήδη ξοδευτεί). Για να καταλάβουμε αυτό, χρειάζεται να αποκωδικοποιήσουμε αυτό που ο Μαρξ μπορεί να εννοούσε με την κατηγορία του «πλασματικού κεφαλαίου» και της σύνδεσής του με τις αγορές γης και στέγασης. Χρειαζόμαστε ένα τρόπο να κατανοήσουμε πως η τιτλοποίηση, όπως το θέτουν οι Goetzmann and Newman, συνδέει «το κεφάλαιο ενός κερδοσκοπικού κοινού σε κατασκευαστικά επιχειρηματικά εγχειρήματα». Δεν ήταν, άλλωστε, η κερδοσκοπία στις αξίες γης, στέγης και ενοικίων που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην δημιουργία της κρίσης;

***

Το πλασματικό κεφάλαιο για τον Μάρξ δεν είναι αποκύημα της φαντασίας του θολωμένου από την κοκαΐνη μυαλού ορισμένων τραπεζιτών της Γουόλ Στριτ. Είναι μία φετιχοποιημένη κατασκευή που σημαίνει, δεδομένου του ορισμού του φετιχισμού από τον Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ότι είναι αρκετά πραγματικό και, ταυτόχρονα, ένα επιφανειακό φαινόμενο που αποκρύπτει κάτι σημαντικό για τις υποκείμενες κοινωνικές σχέσεις. Όταν μία τράπεζα δανείζει στο κράτος και λαμβάνει τόκο σε αντάλλαγμα, εμφανίζεται σαν να κάνει κάτι παραγωγικό το κράτος, σαν κάτι που παράγει αξία, όταν στις περισσότερες περιπτώσεις (αλλά όχι σε όλες, όπως θα δείξω παρακάτω) αυτό που συμβαίνει μέσα στο κράτος (όπως η διενέργεια πολέμων) δεν έχει καμία σχέση με την παραγωγή αξίας. Όταν μία τράπεζα δανείζει ένα καταναλωτή για να αγοράσει ένα σπίτι και σε αντάλλαγμα εξασφαλίζει μία ροή τόκων, το παρουσιάζει σα να συμβαίνει κάτι με το σπίτι το οποίο παράγει άμεσα αξία, όταν στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Όταν οι τράπεζες εκδίδουν ομολογιακό δάνειο για την κατασκευή νοσοκομείων, πανεπιστημίων και σχολείων με αντάλλαγμα τον τόκο, τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι παράγεται άμεσα αξία από αυτούς τους θεσμούς, ενώ δε συμβαίνει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα. Όταν οι τράπεζες δανείζουν για αγορά γης και στέγασης, τότε η διανεμητική κατηγορία του ενοικίου απορροφάται από τη ροή της κυκλοφορίας του πλασματικού κεφαλαίου.[13] Όταν οι τράπεζες δανείζουν σε άλλες τράπεζες ή όταν η Κεντρική Τράπεζα δανείζει σε εμπορικές τράπεζες που δανείζουν σε κερδοσκόπους γης με σκοπό την είσπραξη προσόδων, τότε το πλασματικό κεφάλαιο μοιάζει όλο και περισσότερο με μία αέναη παλινδρόμηση σε μύθους που έχουν χτιστεί πάνω σε άλλους μύθους. Αυτά όλα είναι παραδείγματα ροής πλασματικού κεφαλαίου. Και είναι αυτές οι ροές που μετατρέπουν την πραγματική αγορά ακινήτων σε μια μη πραγματική αγορά ακινήτων.

Το σημείο που θέλει να τονίσει ο Μαρξ είναι ότι ο τόκος που πληρώνεται προέρχεται από κάπου αλλού – από φορολογία ή άμεση απόσπαση από την παραγωγή υπεραξίας ή από φόρους στα έσοδα (μισθούς και κέρδη). Και για τον Μαρξ, βέβαια, το μόνο μέρος όπου η αξία και η υπεραξία δημιουργούνται είναι η εργασιακή διαδικασία της παραγωγής. Αυτό που συμβαίνει με την κυκλοφορία του πλασματικού κεφαλαίου μπορεί να είναι κοινωνικά αναγκαίο για τη διατήρηση του καπιταλισμού. Μπορεί να είναι ένα τμήμα του αναγκαίου κόστους παραγωγής και αναπαραγωγής. Δευτερεύουσες μορφές υπεραξίας μπορεί να εξαχθούν από καπιταλιστικές επιχειρήσεις μέσω της εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τους λιανοπωλητές, τις τράπεζες και τα επενδυτικά κεφάλαια. Αλλά το σημείο που θέλει να αναδείξει ο Μαρξ είναι ότι αν δεν υπάρχει αξία και υπεραξία στην παραγωγή γενικά, τότε αυτοί οι τομείς δε μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα. Αν δηλαδή δε παράγονται παπούτσια και μπλούζες, τότε τί θα πουλήσουν οι λιανέμποροι;

Υπάρχει ωστόσο ένα στοιχείο που είναι εξαιρετικά σημαντικό. Κάποια από τη ροή του πλασματικού κεφαλαίου μπορεί πράγματι να σχετίζεται με την δημιουργία αξίας. Όταν μετατρέπω το υποθηκευμένο μου σπίτι σε ένα «κάτεργο» που απασχολεί οικονομικούς μετανάστες χωρίς χαρτιά, τότε το σπίτι γίνεται σταθερό κεφάλαιο στην παραγωγή. Όταν το κράτος χτίζει δρόμους και άλλες υποδομές που λειτουργούν ως συλλογικά μέσα παραγωγής για το κεφάλαιο, τότε αυτά πρέπει να κατηγοριοποιηθούν ως «παραγωγικές κρατικές δαπάνες». Όταν το νοσοκομείο ή το πανεπιστήμιο γίνεται μέρος για καινοτομία και σχεδιασμό νέων φαρμάκων, εξοπλισμού και των σχετικών, γίνεται ένας τόπος παραγωγής. Ο Μαρξ δε θα ενοχλείτο καθόλου με αυτές τις παρατηρήσεις. Όπως λέει για το σταθερό κεφάλαιο, αν κάτι λειτουργεί ως σταθερό κεφάλαιο ή όχι εξαρτάται από τη χρήση του και όχι από τα φυσικά του χαρακτηριστικά του[14]. Το σταθερό κεφάλαιο μειώνεται όταν τα πατάρια παραγωγής υφασμάτων μετατρέπονται σε συγκροτήματα σπιτιών ενώ τα μικροδάνεια μετατρέπουν τις καλύβες των χωρικών σε ένα (πολύ φτηνότερο) σταθερό κεφάλαιο παραγωγής!

Αρκετή από την αξία και την υπεραξία που δημιουργείται στην παραγωγή συλλέγεται για να διέλθει, με κάθε τρόπο, μέσα από περίπλοκα μονοπάτια, μέσα από πλασματικά κανάλια. Και όταν οι τράπεζες δανείζουν σε άλλες τράπεζες, είναι σαφές ότι κάθε είδους κοινωνικά μη απαραίτητων πληρωμών και οι κερδοσκοπικών κινήσεων γίνονται δυνατές, λόγω της συνεχόμενης εναλλαγής των κυμαινόμενων αξιών. Αυτές οι αξίες εξαρτώνται από μία κριτική διαδικασία «κεφαλαιοποίησης». Μια ροή εσόδων από κάποιο περιουσιακό στοιχείο, όπως γη, ιδιοκτησία ή οτιδήποτε λαμβάνει μια αξία κεφαλαίου στην οποία μπορεί να εμπορεύεται ανάλογα με το επιτόκιο και το προεξοφλητικό επιτόκιο που καθορίζονται από τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης στην αγορά χρήματος. Με ποιο τρόπο θα αποτιμήθουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία όταν δεν υπάρχει αγορά έγινε ένα τεράστιο πρόβλημα το 2008, το οποίο δεν έχει λυθεί ακόμη. Το ερώτημα του πόσο τοξικά είναι τα περιουσιακά στοιχεία που έχει στην κατοχή της η Fannie Mae, προκαλεί σχεδόν σε όλους πονοκέφαλο (υπάρχει εδώ ένας σημαντικός παραλληλισμός με την Αντιδικία για την Αξία του Κεφαλαίου, που ξέσπασε και σχεδόν αμέσως θάφτηκε στα συμβατικά οικονομικά στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις άβολες αλήθειες)[15]. Το πρόβλημα που θέτει το πιστωτικό σύστημα είναι πως είναι ζωτικής σημασίας για την παραγωγή, κυκλοφορία και πραγματοποίηση των ροών κεφαλαίου, ενώ την ίδια στιγμή είναι η επιτομή όλων των κερδοσκοπικών και άλλων «παράλογων οικονομικών μορφών». Είναι αυτό που οδήγησε τον Μαρξ να χαρακτηρίσει τον Isaac Pereire, ο οποίος μαζί με τον αδερφό του Emile, ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της κερδοσκοπικής ανακατασκευής της αστικής υποδομής του Παρισιού υπό τον Haussmann, σαν κάποιον που είχε «τον όμορφα ανακατεμένο χαρακτήρα του απατεώνα και του προφήτη»[16].

Κεφαλαιακή συσσώρευση μέσω αστικοποίησης

Έχω αναλυτικά επιχειρηματολογήσει σε άλλα κείμενα για το πώς η αστικοποίηση υπήρξε ένας τρόπος-κλειδί για την απορρόφηση των πλεονασμάτων κεφαλαίου και εργασίας σε όλη την ιστορία του κεφαλαίου[17]. Έχω εδώ και καιρό επιχειρηματολογήσει ότι έχει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με την απορρόφηση του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου για πολύ συγκεκριμένους λόγους που έχουν να κάνουν με τις μακρές χρονικές περιόδους, τους χρόνους των κύκλων εργασιών και τις διάρκειες ζωής των επενδύσεων στο δομημένο περιβάλλον. Έχει επίσης μια γεωγραφική ιδιαιτερότητα, τέτοια ώστε η παραγωγή των χώρων και των χωρικών μονοπωλίων καθίσταται αναπόσπαστη της δυναμικής της συσσώρευσης, όχι απλά λόγω των μεταλλασσόμενων τρόπων των ροών των εμπορευμάτων στο χώρο, αλλά κι επίσης λόγω της ίδιας της φύσης των δημιουργημένων και παραχθέντων χώρων και τόπων όπου αυτές οι κινήσεις πραγματοποιούνται. Αλλά ακριβώς επειδή όλη αυτή η δραστηριότητα – η οποία, παρεμπιπτόντως, έχει τεράστια σημασία για την παραγωγή αξίας και υπεραξίας – είναι τόσο μακροχρόνια, απαιτεί ένα συνδυασμό χρηματιστικού κεφαλαίου και κρατικής εμπλοκής τα οποία είναι απολύτως θεμελιώδη για τη λειτουργία της. Αυτή η δραστηριότητα είναι καθαρά κερδοσκοπική μακροχρόνια, και ενέχει το ρίσκο να επαναλάβει, σε μια αρκετά μεταγενέστερη περίοδο και σε μια μεγαλύτερη κλίμακα, τις ίδιες συνθήκες υπερσυσσώρευσης που αρχικά βοηθάει να ελαφρυνθούν. Εκεί οφείλεται ο επιρρεπής στις κρίσεις χαρακτήρας των αστικών και άλλων μορφών επενδύσεων σε φυσικές υποδομές (διηπειρωτικές σιδηροδρομικές γραμμές και αυτοκινητόδρομοι, φράγματα κλπ.).

Ο κυκλικός χαρακτήρας τέτοιων επενδύσεων έχει τεκμηριωθεί πλήρως για τον 19ο αιώνα στη σχολαστική δουλειά του Brinley Thomas[18]. Όμως, η θεωρία των κατασκευαστικών οικονομικών κύκλων αγνοήθηκε μετά το 1945, εν μέρει επειδή οι παρεμβάσεις τύπου «κρατικού κεϋνσιανισμού» κρίθηκαν ως αποτελεσματικές στην εξουδετέρωσή τους. Ο κατασκευαστικός οικονομικός κύκλος στην ουσία εξαφανίστηκε[19]. Αλλά η βαθμιαία αποσύνθεση των συστημικών αντι-κυκλικών κεϋνσιανών παρεμβάσεων μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μπορούσε να σημαίνει πως η επιστροφή σε κατασκευαστικούς οικονομικούς κύκλους ήταν κάτι περισσότερο από πιθανό. Τα στοιχεία δείχνουν πως ενώ οι διακυμάνσεις στον κατασκευαστικό κλάδο έχουν παραμείνει αδύναμες, οι φούσκες στις αξίες περιουσιακών στοιχείων έχουν γίνει πιο ασταθείς απ’ ό,τι στο παρελθόν (παρόλο που οι εκτιμήσεις του Εθνικού Γραφείου Οικονομικής Έρευνας, NBER, για τη δεκαετία του ’20 μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως στοιχείο που αντιτίθεται σε αυτή την άποψη). Οι κυκλικές κινήσεις επίσης επιδεικνύουν πλέον μια πιο περίπλοκη γεωγραφική διαμόρφωση (π.χ. ο Νότος και η Δύση στις ΗΠΑ που επιδεικνύουν διαφορετικούς ρυθμούς απ’ότι οι Βορειοανατολικές και οι Μεσοδυτικές περιοχές).

Χωρίς μια τέτοιου τύπου γενική όψη, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, έστω στοιχειωδώς, τις δυναμικές που οδήγησαν στην καταστροφή της στεγαστικής αγοράς και της αστικοποίησης το 2008 σε συγκεκριμένες περιοχές και πόλεις των ΗΠΑ, αλλά και της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κάποια από τα μονοπάτια που αυτή τη στιγμή βαδίζονται, ιδιαίτερα στην Κίνα, για τη διέξοδο από το «χάλι» που δημιουργήθηκε αλλού. Γιατί με τον ίδιο τρόπο που ο Brinley Thomas καταγράφει τις αντικυκλικές κινήσεις μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ το 19ο αιώνα, έτσι ώστε μια άνθηση στις οικιστικές κατασκευές στο ένα μέρος ισορροπήθηκε από ένα κραχ στο άλλο, έτσι και τώρα βλέπουμε ένα κραχ στις κατασκευές στις ΗΠΑ και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης να αντισταθμίζεται από μια τεράστια αστικοποίηση και άνθηση στις επενδύσεις σε υποδομές με κέντρο την Κίνα (με ποικίλα παρακλάδια αλλού, ιδαίτερα στις λεγόμενες χώρες BRIC – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα). Για να κάνουμε σωστά τη σύνδεση με τη μακρο-εικόνα, πρέπει να σημειώσουμε πως οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν βαλτώσει σε χαμηλή οικονομική μεγέθυνση ενώ η Κίνα καταγράφει ένα ρυθμό μεγέθυνσης της τάξης του 10% (και από κοντά και οι υπόλοιπες χώρες που συνθέτουν το BRIC).

Η πίεση προς τη στεγαστική αγορά και την αστική ανάπτυξη στις ΗΠΑ ώστε να απορροφήσει το υπερσυσσωρευόμενο κεφάλαιο μέσω κερδοσκοπικής δραστηριότητας άρχισε να γίνεται αισθητή στα μέσα της δεκαετίας του ’90, και επιταχύνθηκε μανιωδώς με το τέλος της φούσκας στις υψηλές τεχνολογίες και το κραχ του 2001 στο χρηματιστήριο. Οι πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν σε ευυπόληπτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως τα Fannie Mae και Freddie Mac, για να χαλαρώσουν τα κριτήρια δανεισμού ώστε να διευκολύνουν την άνθηση στη στεγαστική αγορά, καθώς και τα χαμηλά επιτόκια του Γκρίνσπαν και της Fed, αναμφισβήτητα επιτάχυναν την άνθηση. Όπως όμως σημειώνουν οι Groezmann και Newman, το χρήμα (με τη βοήθεια του κράτους) μπορεί να χτίσει σπίτια και προάστια αλλά δεν μπορεί να τα κάνει και επικερδή. Τι λοιπόν ενεργοποίησε τη ζήτηση;

Για να κατανοήσουμε τις δυναμικές, πρέπει να ξεκινήσουμε από το ότι η κυκλοφορία του πραγματικού και του πλασματικού κεφαλαίου συνδυάζονται μέσα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο πλαίσιο της αγοράς ακινήτων. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δανείζουν σε κτηματομεσίτες, κτηματίες και κατασκευαστικές εταιρίες για να χτίσουν, για παράδειγμα, συγκροτήματα κατοικιών στα προάστια του Σαν Ντιέγκο ή στη Φλόριντα ή στη Νότια Ισπανία. Στις περιόδους άνθησης, στον κατασκευαστικό κλάδο αντιστοιχεί άμεσα το 7% της απασχόλησης και περισσότερο από το διπλάσιο ποσοστό αν συνυπολογίσουμε τους προμηθευτές των κατασκευαστικών πρώτων υλών και των νομικών/χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών γύρω από την αγορά ακινήτων. Η βιωσιμότητα του τομέα αυτού ωστόσο, προϋποθέτει πως μπορεί να εισπραχθεί αξία. Εδώ λοιπόν μπαίνει το πλασματικό κεφάλαιο. Το χρήμα δανείζεται σε αγοραστές οι οποίοι υποτίθεται πως έχουν την ιδιότητα να το ξεπληρώσουν μέσω των εισοδημάτων τους (μισθοί ή κέρδη). Άρα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα ρυθμίζει σε σημαντικό βαθμό τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση των παραπάνω συγκροτημάτων κατοικιών. Η διαφορά αυτή είναι παρόμοια με αυτή που ο Μαρξ περιγράφει στο Κεφάλαιο μεταξύ του «δανειακού κεφαλαίου» για παραγωγή και της προεξόφλησης συναλλαγματικών, που διευκολύνει την είσπραξη αξίας στην αγορά[20]. Στην περίπτωση της οικιστικής αγοράς στη Νότια Καλιφόρνια, συχνά η ίδια χρηματοπιστωτική εταιρία προμήθευε το χρήμα για το κτίσιμο και το χρήμα για να αγοραστεί αυτό που είχε κτιστεί. Όπως συμβαίνει και στις αγορές εργασίας, το κεφάλαιο μπορεί να ελέγχει τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά (κάτι που είναι εντελώς αντίθετο με την ιδέα των ελεύθερων αγορών που η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας υποθέτει πως υπάρχει)[21].

Ωστόσο, η σχέση αυτή είναι ασύμμετρη. Ενώ οι τραπεζίτες, οι κτηματομεσίτες και οι κατασκευαστικές εταιρίες μπορούν εύκολα να ενωθούν ώστε να φτιάξουν μια ταξική συμμαχία (μία συμμαχία που συχνά κυριαρχεί σε αυτό που ονομάζεται «μηχανή της αστεακής ανάπτυξης» τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά [22]), τα ενυπόθηκα δάνεια των καταναλωτών είναι διάσπαρτα και συχνά περιλαμβάνουν δανειολήπτες διαφορετικών τάξεων, ή, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όχι όμως και στην Ιρλανδία, διαφορετικών φυλών ή εθνοτήτων. Με την τιτλοποίηση των ενυπόθηκων δανείων, οι χρηματοπιστωτικές εταιρίες μπορούν απλά να μεταφέρουν το όποιο ρίσκο σε κάποιον άλλον, κάτι το οποίο και κάνανε, αφού βέβαια απομύζησαν όσα έξοδα δημιουργίας και νομικά έξοδα των τίτλων μπορούσαν. Αν ο χρηματιστής μπορεί να διαλέξει μεταξύ της χρεοκοπίας ενός κτηματομεσίτη λόγω της αποτυχίας του να εισπράξει αξία και της χρεοκοπίας και συνεπακόλουθης κατάσχεσης σε ένα αγοραστή σπιτιού (ιδιαίτερα αν ο αγοραστής είναι από τις κατώτερες τάξεις ή από μια φυλετική ή εθνοτική μειονότητα), τότε είναι αρκετά ξεκάθαρο προς τα πού θα πάει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι ταξικές και οι φυλετικές προκαταλήψεις παίζουν σημαντικό ρόλο σ΄ αυτά τα ζητήματα.

Επιπρόσθετα, οι αγορές περιουσιακών στοιχείων αποτελούμενων από σπίτια και γη έχουν αναπόφευκτα έναν χαρακτήρα σχήματος «πυραμίδας», ακόμα και χωρίς κάποιον σαν τον Bernie Madoff στην κορυφή. Αγοράζω ένα ακίνητο και οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν: έτσι, μια αναπτυσσόμενη αγορά ενθαρρύνει κι άλλους να αγοράσουν. Όταν η δεξαμενή των αγοραστών που πραγματικά θα μπορούν να ξεπληρώσουν τα χρέη τους στερέψει, τότε γιατί να μην πάμε στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια και στους αγοραστές υψηλού ρίσκου που καταλήγουν να μην έχουν εισόδημα, ώστε να πουλήσουν γρήγορα το περιουσιακό στοιχείο καθώς η αγορά ανεβαίνει; Μ΄ αυτόν τον τρόπο εξελίσσσονται συνήθως τα πράγματα, μέχρι τη στιγμή που η φούσκα σκάει. Τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν πολύ ισχυρά κίνητρα να συντηρούν τη φούσκα όσο περισσότερο μπορούν. Το πρόβλημα είναι πως συχνά δεν έχουν τη δυνατότητα να κατέβουν από το τρένο πριν αυτό καταστραφεί, επειδή το τρένο επιταχύνει πολύ γρήγορα. Εδώ είναι όπου η έλειψη συγχρονισμού στις πληρωμές, κάτι που ο Μαρξ τόσο έξυπνα ανέλυσε στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου, γίνονται επίσης σημαντικές[23]. Τα συμβόλαια που χρηματοδοτούν τις κατασκευές συντάσσονται πολύ πριν αρχίσουν οι πωλήσεις. Οι χρονικές υστερήσεις είναι συχνά μεγάλες. Το Empire State Building στη Νέα Υόρκη άνοιξε την πρωτομαγιά του 1931, σχεδόν δυο χρόνια μετά το κραχ στο χρηματιστήριο και περισσότερο από τρία χρόνια μετά το κραχ στην αγορά ακίνητης περιουσίας. Οι Δίδυμοι Πύργοι άνοιξαν λίγο μετά το κραχ του 1973 (και για χρόνια δεν μπορούσαν να βρουν ιδιώτες ένοικους) και τώρα η ανακατασκευή στον τόπο της 11ης Σεπτεμβρίου θα είναι διαθέσιμη σε μια εποχή που οι τιμές ακινήτων είναι σε ύφεση! Εφόσον η είσπραξη των παραχθέντων αξιών είναι τόσο σημαντική για την ανάκτηση των αρχικών δανείων, οι χρηματοπιστωτικές εταιρίες θα κάνουν τα πάντα για να τονώσουν την αγορά πάνω από τις πραγματικές τις δυνατότητες.

Υπάρχουν όμως και θέματα που αφορούν τη μακρά περίοδο και πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Αν οι μελέτες του Εθνικού Γραφείου Οικονομικής Έρευνας είναι σωστές, η κατάρρευση της κατασκευαστικής άνθησης μετά το 1928, η οποία εκδηλώθηκε ως μια πτώση 2 δις. δολλαρίων (τεράστια για την εποχή) στις κατασκευές σπιτιών και μια κατάρρευση στην έναρξη κατασκευής νέων σπιτιών σε λιγότερο από το 10% του προηγούμενου αριθμού τους στις μεγαλύτερες πόλεις, έπαιξε ένα σημαντικό αλλά όχι ακόμη εντελώς κατανοητό ρόλο στο κραχ του 1929. Σε ένα λήμμα στη Wikipedia διαβάζουμε: «η εξαφάνιση 2 εκατ. καλά αμοιβόμενων δουλειών στις κατασκευές ήταν καταστροφική, όπως επίσης και η απώλεια κερδών και ενοικίων που καθήλωσε πολλούς ιδιοκτήτες και επενδυτές στην αγορά ακινήτων».[24] Αυτό σίγουρα είχε συνέπειες για τη γενικότερη εμπιστοσύνη στο χρηματιστήριο. Δεν είναι να απορούμε για τις απεγνωσμένες μετέπειτα προσπάθειες της κυβέρνησης του Ρούσβελτ να αναζωογονήσει τη στεγαστική αγορά. Γι’αυτό το σκοπό εκτελέστηκε ένας μεγάλος αριθμός μεταρρυθμίσεων στη πιστωτική αγορά ενυπόθηκων δανείων, με απόγειο τη δημιουργία μιας δευτερογενούς αγοράς μέσω της ίδρυσης της Ομοσπονδιακής Εθνικής Ένωσης Υποθηκών (Fannie Mae) to 1938. Ο ρόλος της Fannie Mae ήταν να ασφαλίζει τις υποθήκες και να επιτρέπει στις τράπεζες και σε άλλους δανειστές να πουλούν τα ενυπόθηκα δάνεια, παρέχοντας έτσι την αναγκαία ρευστότητα στη στεγαστική αγορά. Αυτές οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο αργότερα στην προαστικοποίηση των ΗΠΑ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν και αναγκαίες, δεν ήταν αρκετές για να βάλουν την κατασκευή κατοικιών σε διαφορετικό επίπεδο στη διαδικασία της αμερικανικής οικονομικής ανάπτυξης. Επινοήθηκαν κάθε είδους φορολογικά κίνητρα (όπως η παρακράτηση φόρου στους τόκους των ενυπόθηκων δανείων), μαζί με το Νόμο G.I. και μια πολύ θετική νομοθετική πράξη περί οικιών το 1947, η οποία κήρυσσε το δικαίωμα όλων των Αμερικάνων να ζουν σε ένα «αξιοπρεπές σπίτι σε ένα αξιοπρεπές περιβάλλον διαβίωσης», για την προώθηση της ιδιοκτησίας κατοικίας για πολιτικούς καθώς και οικονομικούς λόγους. Η ιδιοκτησία κατοικίας προωθήθηκε ευρέως ως κεντρικό στοιχείο του «Αμερικάνικου Ονείρου» και αυξήθηκε από λίγο πάνω από το 40% του πληθυσμού στη δεκαετία του ’40 σε περισσότερο από το 60% κατά τη δεκαετία του ’60, και γύρω στο 70% στο απόγειό της το 2004 (το 2010 είχε υποχωρήσει στο 66%). Η ιδιοκτησία κατοικίας μπορεί να είναι μια εδραιωμένη πολιτισμική αξία στις ΗΠΑ, αλλά πολιτισμικές αξίες τέτοιου είδους πάντα καλλιεργούνται καλύτερα όταν προωθούνται και επιδοτούνται από κρατικές πολιτικές. Οι λόγοι που προτάσσονται για τέτοιες πολιτικές είναι όλοι αυτοί που αναφέρει η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας. Αλλά οι πολιτικοί λόγοι σπάνια πλέον αναφέρονται: όπως πολύ ανοιχτά αναφερόταν στη δεκαετία του ’30, οι φορτωμένοι με χρέη ιδιοκτήτες κατοικιών δεν απεργούν[25]! Οι στρατιώτες που γύρισαν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα αποτελούσαν μια κοινωνική και πολιτική απειλή αν επέστρεφαν στην ανεργία και την ύφεση. Τι καλύτερος τρόπος υπάρχει για να πετύχεις με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια: αναζωογόνησε την οικονομία μέσω μαζικών κατασκευών σπιτιών και προαστικοποίησης και κάνε τους καλύτερα αμειβόμενους εργάτες να συμπαθούν τους συντηρητικούς πολιτικούς μέσω της ιδιοκτησίας κατοικίας!

Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 αυτές οι πολιτικές δούλεψαν, τόσο από πολιτική όσο και από μακροοικονομική πλευρά, εφόσον υποστήριξαν δυο δεκαετίες ισχυρής μεγέθυνσης στις ΗΠΑ και οι συνέπειες αυτής της μεγέθυνσης διαχύθηκαν παγκοσμίως. Το πρόβλημα ήταν πως η διαδικασία αστικοποίησης ήταν γεωγραφικά άνιση όσο και οι ροές εισοδημάτων σε διαφορετικά κομμάτια της εργατικής τάξης. Ενώ τα προάστια άνθησαν, το εσωτερικό των πόλεων έπεσε σε στασιμότητα ή γνώρισε πτώση. Ενώ η «λευκή» εργατική τάξη άνθισε, δε συνέβη το ίδιο για τις μειονότητες – ως επί το πλείστον αφροαμερικάνοι – του εσωτερικού των πόλεων. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από εξεγέρσεις στο εσωτερικό των πόλεων όπως στο Ντιτρόιτ ή στο Watts, με αποκορύφωμα τις αυθόρμητες εξεγέρσεις σε περίπου σαράντα πόλεις ως επακόλουθο της δολοφονίας του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1968. Η διαδικασία αυτή ονομάστηκε «αστική κρίση»: συνέβαινε μπροστά στα μάτια όλων, οπότε κανείς δεν μπορούσε να ισχυριστεί πως δεν ξέρει επ΄ αυτού (αν και δεν ήταν από μακροοικονομική σκοπιά μια κρίση της αστικοποίησης). Για την αντιμετώπιση της κρίσης, εκταμιεύθηκαν πολύ μεγάλα χρηματικα ποσά από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό μετά το 1968, μέχρι που ο Νίξον κήρυξε ότι η κρίση τελείωσε (για δημοσιονομικούς λόγους) στην ύφεση του 1973[26].

Οι παράπλευρες συνέπειες της διαδικασίας αυτής ήταν πως η Fannie Mae έγινε μια κυβερνητικά χρηματοδοτούμενη ιδιωτική εταιρία το 1968 και, αφού της εξασφάλισαν έναν «ανταγωνιστή», την Ομοσπονδιακή Εταιρία Υποθηκών (Freddie Mac) τo 1972, οι δύο θεσμοί έπαιξαν πολύ σημαντικό και τελικά καταστροφικό ρόλο στην προώθηση της ιδιοκτησίας κατοικιών και στη διατήρηση του κατασκευαστικού κλάδου κατοικιών για πάνω από περίπου 50 χρόνια. Το ενυπόθηκο χρέος αποτελεί περίπου το 40% του συσσωρευμένου ιδιωτικού χρέους στις ΗΠΑ, μεγάλο μέρος του οποίου, όπως έχουμε δει, είναι τοξικό χρέος. Τόσο η Fannie Mae όσο και η Freddie Mac έχουν περάσει πάλι σε κυβερνητικό έλεγχο. Το τι να κάνουμε με αυτές αποτελεί ένα πολιτικό ερώτημα που συζητείται εντόνως (όπως και οι επιδοτήσεις για ιδιοκτησία κατοικιών) σε σχέση με τη γενικότερη συζήτηση για το χρέος στην Αμερική. Ό,τι και να γίνει θα έχει πολύ σημαντικές συνέπειες για το μέλλον του οικιστικού τομέα, αλλά και πιο γενικά, για την αστικοποίηση σε σχέση με την κεφαλαιακή συσσώρευση στις ΗΠΑ.

Τα τωρινά σημάδια στις ΗΠΑ δεν είναι ενθαρρυντικά. Ο στεγαστικός τομέας δεν αναζωογονείται. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως βαίνει προς μια τρομακτική «διπλή» ύφεση καθώς το ομοσπονδιακό χρήμα στεγνώνει και η ανεργία παραμένει υψηλή. Οι ενάρξεις νέων κατασκευών σπιτιών έχουν βυθιστεί για πρώτη φορά σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα της εποχής πριν τη δεκαετία του ’40. Το Μάρτιο του 2011 η ανεργία στον κατασκευαστικό κλάδο ήταν πάνω από 20% ενώ στη βιομηχανία ήταν στο 9,7%, πολύ κοντά στον εθνικό μέσο όρο. Κατά τη Μεγάλη Ύφεση, περισσότεροι από το 25% των εργατών στον κατασκευαστικό κλάδο παρέμειναν άνεργοι μέχρι ακόμα και το 1939. Το να τους βρουν δουλειά αποτελούσε σημαντικό στόχο δημόσιων παρεμβάσεων (όπως της Υπηρεσίας Διαχείρισης Προόδου των Έργων – Works Progress Administration, WPA). Οι προσπάθειες της κυβέρνησης Ομπάμα να δημιουργήσουν ένα πακέτο τόνωσης έχει σε μεγάλο βαθμό ματαιωθεί λόγω της αντιπολίτευσης των Ρεπουμπλικάνων. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα λόγω της φρικτής κατάστασης των πολιτειακών και τοπικών οικονομικών στις ΗΠΑ, που έχουν ως αποτέλεσμα απολύσεις και αναγκαστικές άδειες, καθώς και «άγριες» περικοπές στις αστικές υπηρεσίες. Η κατάρρευση της στεγαστικής αγοράς και η πτώση στις τιμές των κατοικιών κατά 20% ή και περισσότερο σε εθνικό επίπεδο, έχουν βουλιάξει τα τοπικά δημόσια οικονομικά που σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται στους φόρους ιδιοκτησίας. Μια αστική δημοσιονομική κρίση δημιουργείται καθώς οι πολιτειακές και δημοτικές κυβερνήσεις κόβουν δαπάνες και ο κατασκευαστικός κλάδος μαραζώνει.

Στην κορυφή όλων αυτών έχουμε μια ταξική πολιτική λιτότητας, η οποία ασκείται για πολιτικούς και όχι οικονομικούς λόγους. Ακραίες δεξιές Ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο χρησιμοποιούν την χαρακτηριζόμενη ως κρίση χρέους για να περικόψουν κυβερνητικά προγράμματα και να μειώσουν τους δημόσιους υπαλλήλους σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο. Αυτή φυσικά είναι μια μακρόχρονη τακτική μιας υποκινούμενης από το κεφάλαιο επίθεσης στα κυβερνητικά προγράμματα γενικότερα. Ο Ρέιγκαν μείωσε τους φόρους στους πλούσιους από το 72 στο 30% και ξεκίνησε έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών με τη Σοβιετική Ένωση μέσω αυξανόμενου χρέους. Η κίνηση αυτή είχε ως συνέπεια την υπερβολική αύξηση του χρέους κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του. Όπως παρατήρησε αργότερα ο διευθυντής προϋπολογισμού του, ο David Stockman, η αύξηση του χρέους αποτέλεσε μια βολική δικαιολογία για την επίθεση σε κυβερνητικές ρυθμίσεις (π.χ. περιβαλλοντικές) και κοινωνικά προγράμματα, εξωτερικεύοντας έτσι τα κόστη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της κοινωνικής αναπαραγωγής. Ο πρόεδρος Μπους ο νεότερος ακολούθησε πιστά το παράδειγμα αυτό, όπως φαίνεται από αυτό που διακήρυσσε ο αντιπρόεδρος του, ο Ντικ Τσέινι, λέγοντας πως «ο Ρήγκαν μας έμαθε πως τα ελλείμματα δεν έχουν σημασία»[27]. Οι περικοπές φόρων για τους πλούσιους, οι δύο πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, κι ένα μεγάλο δώρο στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες μέσω ενός πολιτειακά χρηματοδοτούμενου προγράμματος συνταγογράφησης φαρμάκων, μετέτρεψαν το πλεόνασμα του προϋπολογισμού επί Κλίντον σ΄ ένα τεράστιο έλλειμμα, δίνοντας αργότερα τη δυνατότητα στους Ρεπουμπλικάνους και τους συντηρητικούς Δημοκρατικούς να κάνουν τη δουλειά τους για το κεφάλαιο, και να εξωτερικεύσουν όσο το δυνατόν περισσότερο αυτά τα κόστη που το κεφάλαιο δε θέλει ποτέ να αναλάβει: τα κόστη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η επίθεση στο περιβάλλον και την ευημερία των ανθρώπων είναι αναμενόμενη και λαμβάνει χώρα για πολιτικούς και ταξικούς λόγους, όχι για οικονομικούς. Προκαλεί, όπως ο David Stockman παρατήρησε πρόσφατα, ένα καθεστώς αγνού ταξικού πολέμου. Όπως επίσης σημειώνει ο Γουόρεν Μπάφετ, «σαφώς και υπάρχει ταξικός πόλεμος, και είναι η δική μου η τάξη, οι πλούσιοι, που τον κάνουν και κερδίζουμε».[28] Το μόνο ερώτημα είναι αυτό: πότε ο λαός θα αρχίσει να πολεμάει ταξικά κι αυτός; Κι ένα από τα μέρη που θα ξεκινούσε θα μπορούσε να είναι με το να επικεντρωθεί στην ταχέως υποβαθμιζόμενη ποιότητα της ζωής στις πόλεις λόγω των κατασχέσεων, την επιμονή στις ληστρικές πρακτικές στις αστικές στεγαστικές αγορές, τις μειώσεις στις κοινωνικές υπηρεσίες και, πάνω απ’ όλα, την απουσία βιώσιμων ευκαιριών αστικής απασχόλησης σχεδόν παντού, με κάποιες πόλεις (με τρανό παράδειγμα το Ντητρόιτ) εντελώς χωρίς προοπτικές απασχόλησης. Η κρίση τώρα είναι μια αστική κρίση στον ίδιο βαθμό όπως πάντα.

Αστεακές ληστρικές πρακτικές

Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μάρξ και ο Ένγκελς υπογραμμίζουν ότι ο εργάτης δεν μπορεί να λαμβάνει τους μισθούς του νωρίτερα από τις άλλες κοινωνικές μερίδες που βρίσκονται πιο πάνω απ’ αυτόν, τον σπιτονοικοκύρη, τον μπακάλη, τον ενεχυροδανειστή, κλπ. Οί μαρξιστές συνήθίζουν να υποβιβάζουν τέτοιες μορφές εκμετάλλευσης, και την πάλη των τάξεων που αναπόφευκτα προκύπτει γύρω απ΄ αυτές, στις σκιές των θεωριών τους όπως και στο περιθώριο των πολιτικών τους. Αλλά σ’ αυτό το σημείο ισχυρίζομαι ότι αποτελούν, τουλάχιστον για τις προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, μια τεράστια έκταση συσσώρευσης από την αποστέρηση μέσω της οποίας τα χρήματα απορροφούνται στην κυκλοφορία του πλασματικού κεφαλαίου για να ενισχύσουν τις τεράστιες περιουσίες που δημιουργήθηκαν εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι ληστρικές πρακτικές, που ήταν πανταχού παρούσες στον τομέα του δανεισμού υψηλού κινδύνου πριν το κραχ, ήταν κάτι παραπάνω από κραυγαλέες. Πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, ο αφροαμερικάνικος πληθυσμός των Ηνωμένων Πολιτειών (πληθυσμός με χαμηλά εισοδήματα ως επί το πλείστον) εκτιμάται ότι είχε χάσει κάπου μεταξύ $71 και $93 δις σε τιμές περιουσιακών στοιχείων μέσω των ληστρικών πρακτικών υψηλού κινδύνου. Συγχρόνως, τα μπόνους στη Wall Street έφτασαν στα ύψη από καθαρά οικονομικούς χειρισμούς, κυρίως εκείνων που σχετίζονται με την τιτλοποίηση των στεγαστικών δανείων. Το συμπέρασμα είναι ότι πραγματοποιήθηκαν, μέσω διάφορων «αόρατων» καναλιών, μαζικές μεταφορές πλούτου από τους φτωχούς στους πλούσιους, πέρα αυτών που καταγράφηκαν στις αδιαφανείς πρακτικές των εταιρειών ενυπόθηκων δανείων όπως η Countrywide, μέσω χρηματοδοτικών χειρισμών στις αγορές ακινήτων.

Αυτό που έχει συμβεί από τότε είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό. Πολλές από τις κατασχέσεις (πάνω από 1 εκατομμύριο κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου) θεωρούνται τελικά παράνομες αν όχι εντελώς αθέμιτες, οδηγώντας έναν βουλευτή από την Φλόριντα να στείλει επιστολή στο Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας επισημαίνοντας ότι «εάν οι καταγγελίες που ακούω είναι αληθείς, οι παράνομες κατασχέσεις που γίνονται είναι η μεγαλύτερη κατάσχεση ιδιωτικής περιουσίας που επιχειρήθηκε ποτέ από τις τράπεζες και τους κυβερνητικούς φορείς».

Οι Γενικοί Εισαγγελείς και στις πενήντα πολιτείες έχουν αρχίσει να ερευνούν το θέμα, αλλά (όπως ίσως ήταν αναμενόμενο) οι θεσμικοί παράγοντες πιέζουν να τερματιστούν οι έρευνες με όσο το δυνατόν πιο συνοπτικό τρόπο προκρίνοντας τη λύση των ελάχιστων οικονομικών διακανονισμών (αλλά όχι επιστροφές των παράνομα κατασχεθέντων ακινήτων).  Βεβαίως, είναι απίθανο να πάει κανείς στη φυλακή γι’ αυτό, ακόμα κι αν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις συστηματικής πλαστογράφησης των νομικών εγγράφων.

 Οι ληστρικές πρακτικές αυτού του είδους έχουν βαθειές ιστορικές ρίζες. Επιτρέψτε μου να δώσω κάποια παραδείγματα από την Βαλτιμόρη. Λίγο μετά την άφιξή μου στην πόλη το 1969, άρχισα να ασχολούμαι με μια μελέτη για την παροχή στέγασης στο κέντρο της πόλης η οποία επικεντρώθηκε στο ρόλο διάφορων θεσμικών φορέων –ιδιοκτήτες, ενοικιαστές και ιδιοκτήτες ακινήτων, μεσίτες και δανειστές, την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Στέγασης, τις αρχές της πόλης (ιδίως την Επιβολή Κώδικα Στέγασης)- στην παραγωγή ρύπων που πλήττουν το κέντρο της πόλης και ιδιαίτερα στις περιοχές που έγιναν το επίκεντρο των εξεγέρσεων στον απόηχο της δολοφονίας του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ. Τα απομεινάρια των πρακτικών δημιουργίας κόκκινων γραμμών (περιθωριοποίησης) των περιοχών με πληθυσμούς χαμηλού εισοδήματος αφροαμερικανών στερούμενων τη δυνατότητα πίστωσης ήταν χαραγμένα στον χάρτη της πόλης. Οι εξαιρέσεις ήταν από τότε δικαιολογημένες ως εύλογη απάντηση στον υψηλό πιστωτικό κίνδυνο και όχι στον προφανή ρατσισμό του μέτρου. Σε αρκετές περιοχές της πόλης επρόκειτο να εμφανιστούν πρακτικές εξευγενισμού. Αυτό θα επέφερε υψηλά κέρδη για τις εταιρείες ακινήτων. Αλλά για να λειτουργήσει αυτό, οι αφροαμερικανοί έπρεπε με κάποιο τρόπο να αποκτήσουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση των στεγαστικών δανείων όντας τσουβαλιασμένοι ως ένας πληθυσμός υψηλού πιστωτικού κινδύνου. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω ενός τρόπου που λεγόταν «Σύμβαση Δόσεων Γης». Στην πραγματικότητα, οι αφροαμερικανοί «διευκολύνονταν» από τους ιδιοκτήτες ακινήτων οι οποίοι ενεργούσαν ως μεσάζοντες των πιστωτικών αγορών και έπαιρναν ένα στεγαστικό δάνειο στο όνομά τους. Μετά από μερικά χρόνια, όταν ένας μέρος από το αρχικό δάνειο μαζί με τους τόκους είχε καταβληθεί, αποδεικνύοντας έτσι την πιστοληπτική ικανότητα της οικογένειας, ο τίτλος ιδιοκτησίας θα έπρεπε να περάσει σε αυτόν που κατοικεί στο σπίτι με τη βοήθεια του φιλικού ιδιοκτήτη του ακινήτου και του τοπικού στεγαστικού ιδρύματος.  Κάποιοι τα κατάφεραν αν και συνήθως ήταν αυτοί που έμεναν στις γειτονίες όπου η αξία των ακινήτων είχε καθοδική πορεία. Διάφοροι αδίστακτοί όμως, (και υπήρχαν πολλοί στην Βαλτιμόρη, όχι όμως και τόσο πολλοί στο Σικάγο όπου αυτό το σύστημα ήταν κοινό) ήταν ικανοί να μετατρέψουν το σύστημα αυτο σε μια ληστρική μορφή συσσώρευσης από την αποστέρηση. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου είχε δικαίωμα να χρεώσει τέλη για την κάλυψη των φόρων ακίνητης περιουσίας, διοικητικά και νομικά έξοδα, και τα σχετικά. Αυτά τα τέλη (μερικές φορές εξωφρενικά) θα  μπορούσαν να προστίθενται στο αρχικό κεφάλαιο της υποθήκης. Μετά από χρόνια σταθερής πληρωμής, πολλές οικογένειες ανακάλυψαν ότι χρωστάνε περισσότερα για το αρχικό κεφάλαιο του σπιτιού από αυτά που χρώσταγαν στην αρχή.  Αν αδυνατούσαν να πληρώσουν μια φορά τις υψηλότερες πληρωμές μετά την αύξηση των επιτοκίων, το συμβόλαιο ακυρωνόταν και γινόταν έξωση στις οικογένειες. Μια δράση για τα δικαιώματα των δανειοληπτών ξεκίνησε ενάντια στους παραβάτες ιδιοκτήτες. Αλλά απέτυχε γιατί εκείνοι που είχαν υπογράψει τη σύμβαση δόσεων γης, δεν είχαν διαβάσει τα «ψιλά γράμματα» ή δεν είχαν τον δικό τους δικηγόρο να τα διαβάσει γι’ αυτούς (τα ψιλά γράμματα είναι σε κάθε περίπτωση ακατανόητα για τους κοινούς θνητούς –έχετε διαβάσει ποτέ τα «ψιλά γράμματα» στην πιστωτική σας κάρτα;).

Οι ληστρικές πρακτικές αυτούς τους είδους ποτέ δεν διαρκούσαν πολύ. Η σύμβαση δόσεων γης αντικαταστάθηκε από πρακτικές γρήγορης επανατοποθέτησης -«flipping»- τη δεκαετία του 1980 (ένας έμπορος γης θα μπορούσε να αγοράσει ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι φθηνά, να κάνει μερικές αισθητικές επισκευές πολύ υπερτιμημένες και να κανονίσει «ευνοϊκή» χρηματοδότηση υποθήκης για τον ανυποψίαστο αγοραστή που κατοικούσε στο σπίτι, αν στο μεταξύ δεν του είχε πέσει το ταβάνι στο κεφάλι ή δεν είχε εκραγεί ο φούρνος). Και όταν άρχισε να σχηματίζεται η πιστωτική αγορά υψηλού κινδύνου τη δεκαετία του 1990, πόλεις όπως η Βαλτιμόρη, το Κλίβελαντ, το Ντιτρόιτ, το Μπάφαλο και άλλες, έγιναν τα μεγαλύτερα κέντρα συσσώρευσης από την αποστέρηση ($70 δισεκατομμύρια ή περισσότερο σε εθνικό επίπεδο). Η Βαλτιμόρη τελικά ξεκίνησε μια αστική αγωγή για τα δικαιώματα μετά το κραχ του 2008 έναντι του Wells Fargo, πατώντας πάνω στις διακρίσεις των πρακτικών δανεισμού υψηλού κινδύνου (αντίστροφη γρήγορη επανατοποθέτηση στην οποία οι άνθρωποι κατευθύνονται προς τη λήψη δανείων υψηλού κινδύνου αντί των συμβατικών), στις οποίες οι αφροαμερικανοί και ανύπαντρες γυναίκες μετατράπηκαν σε αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης. Είναι σχεδόν βέβαιο πως η δίκη δεν θα έχει θετικό αποτέλεσμα (αν και στην τρίτη επανάληψη επιτράπηκε να προχωρήσει στα δικαστήρια), δεδομένου ότι θα είναι σχεδόν αδύνατο να αποδεχθεί πρόθεση βασισμένη στις φυλετικές διακρίσεις, σε αντίθεση με τον πιστωτικό κίνδυνο. Ως συνήθως, τα ακατανόητα ψιλά γράμματα λαμβάνουν υπόψη τους πολλές παραμέτρους (καταναλωτές, το νου σας!). Το Κλίβελαντ ακολούθησε μια διαφορετική διαδρομή: μήνυσαν τις εταιρείες χρηματοδότησης για τη δημιουργία δημόσιας όχλησης, επειδή το τοπίο αμαυρώθηκε με κατασχεμένα σπίτια που απαιτούσαν την ενεργοποίηση των αρχών της πόλης για να τα σφραγίσουν!

Υποσημειώσεις

1. Robert Shiller, “Housing Bubbles are Few and Far Between”, New York Times, 5 February 2011.

2. World Development Report 2009: Reshaping Economic Geography, Washington DC: The World Bank, 2009. Δες την προγενέστερη κριτική μου στο David Harvey, “Assessment: Reshaping Economic Geography: The World Development Report”, Development and Change, 40(6), 1269-77, 2009.

3. World Bank Development Report, p. 206.

4. Graham Turner, The Credit Crunch: Housing Bubbles, Globalisation and the

Worldwide Economic Crisis, London: Pluto, 2008• David Harvey, The Condition of Postmodernity, Oxford: Basil Blackwell, pp. 145-6, 169 [David Harvey, H Κατάσταση της Μετανεωτερικότητας, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2009].

5. David Harvey, The New Imperialism, Oxford: Oxford University Press, 2003, p. 113 [David Harvey, Ο Νέος Ιμπεριαλισμός, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Αθήνα: Καστανιώτης, 2006]• Robert Shiller, Irrational Exuberance, Princeton: Princeton University Press, 2000 [Robert Shiller, Παράλογη Ευφορία, μτφρ. Γιώργος Θεοδωρόπουλος, Αθήνα: Λιβάνης-Νέα Σύνορα, 2002].

6. John English and Emerson Gray, The Coming Real Estate Crash, New Rochelle, NY: Arlington House Publishers, 1979• William Tabb, The Long Default: New York City and the Urban Fiscal Crisis, New York: Monthly Review Press, 1982• David Harvey, A Brief History of Neoliberalism, Oxford: Oxford University Press, 2005[David Harvey, Νεοφιλελευθερισμός. Ιστορία και Παρόν, μτφρ. Μαριά-Αριάδνη Αλαβάνου, Αθήνα: Καστανιώτης, 2007]• Ashok Bardhan and Richard Walker, “California, Pivot of the Great Recession”, Working Paper Series, Institute for Research on Labor and Employment, University of California, Berkeley, 2010.

7. William Goetzmann and Frank Newman, “Securitization in the 1920΄s”, Working Papers, National Bureau of Economic Research, 2010• Eugene White, “Lessons from the Great American Real Estate Boom and Bust of the 1920s”, Working Papers, National Bureau of Economic Research, 2010.

8. Karl Marx, Grundrisse, London: Penguin, 1973, σελ.88-100.

9. David Harvey, `A Commentary on Marx΄s Method in Capital΄, προσεχώς στο Historical Materialism.

10. Karl Marx. Capital, Τόμος 2, London: Penguin, 1978, σελ.357 (η υπογράμμιση δική μου).

11. Marx, Grundrisse, σελ. 89.

12. Mario Tronti, `The Strategy of Refusal΄, Turin: Einaudi, 1966, διαθέσιμο στο http://libcom.org; Antonio Negri, Marx Beyond Marx: Lessons on the Grundrisse, London: Autonomedia, 1989.

13. Karl Marx, Capital, Τόμος 3, London: Penguin, 1978, κεφάλαια 24 και 25.

14. David Harvey, The Limits to Capital, Oxford: Blackwell, 1982, κεφάλαιο 8.

15. Marx, Capital, Τόμος 3, σελ.597; Geoffrey Harcourt, Some Cambridge Controversies in the Theory of Capital, Cambridge: Cambridge University Press, 1972.

16. Marx, Capital, Τόμος 3, σελ.573. Και ο Isaac και ο Emile, παρεμπιπτόντως, ήταν μέλη του ουτοπικού κινήματος του Σαιντ-Σιμόν πριν το 1848.

17. David Harvey, The Urbanisation of Capital, Oxford: Blackwell, 1985 και The Enigma of Capital, and the Crises of Capitalism, London: Profile Books, 2010.

18. Brinley Thomas, Migration and Economic Growth: A Study of Great Britain and the Atlantic Economy, Cambridge: Cambridge University Press, 1973.

19. Leo Grebler, David Blank and Louis Winnick, Capital Formation in Residential Real Estate, Princeton: Princeton University Press, 1956. Clarence Long, Building Cycles and the Theory of Investment, Princeton: Princeton University Press, 1940. Manuel Gottlieb, Long Swings in Urban Development, New York: National Bureau of Economic Research, 1976.

20. Marx, Capital, τόμος 3, κεφάλαιο 25.

21. Karl Marx, Capital, τόμος 1, London: Penguin, 1973, σελ. 793.

22. John Logan and Harvey Molotch, Urban Fortunes: The Political Economy of Place, Berkeley: University of California Press, 1987.

23. Marx, Capital, τόμος 2, 2ο μέρος.

24. ‘Cities in the Great Depression’, Wikipedia, διαθέσιμο σε http://www.wikipedia.org.

25. Martin Boddy, The Building Societies, London: Macmillan, 1980.

26. The Kerner Commission, Report of the National Advisory Commission on Civil Disorders, Washington, DC: Government Printing Office, 1968.

27. Jonathan Weisman, ‘Reagan Policies Gave Green Light to Red Ink’, Washington Post, 9 Ιουνίου 2004; William Greider, ‘The Education of David Stockman, Atlantic Monthly, Δεκέμβριος 1981.

28. Warren Buffett, συνέντευξη στον Ben Stein, ‘In Class Warfare, Guess Which Class Is Winning’, New York Times, 26 Νοεμβρίου 2006; David Stockman, ‘The Bipartisan March to Fiscal Madness’, New York Times, 23 Απριλίου 2011.

Μετάφραση: Γιώργος Σουβλής, Μιχάλης Βεληζιώτης, Αλίκη Κοσυφολόγου, Αιμιλία Κουκούμα

This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις and tagged , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *