Παύλος Χατζόπουλος, Νέλλη Καμπούρη – Η Αθήνα δεν έχει κέντρο: Η ψηφιοποίηση της μετανάστευσης

Από REDNotebook

Αντί να αναλύουμε τη μετανάστευση σαν ένα φαινόμενο που τοποθετείται, συμπυκνώνεται, ή επιτείνεται στο κέντρο της Αθήνας, θα μπορούσαμε να το δούμε διαφορετικά μέσα σε ένα μεγαλύτερο πλαίσιο από ρεύματα και κινήσεις

κατεβάστε το pdf εδώ

Η συζήτηση για τη μετανάστευση στην Αθήνα κινείται γύρω από τρεις προτάσεις, τις οποίες συχνά μοιράζονται τόσο οι θέσεις υπέρ της μετανάστευσης, όσο και οι κατά.

1. Το κέντρο: Η πρώτη θέση είναι ότι η μετανάστευση συγκεντρώνεται σαν πρόβλημα κυρίως στο κέντρο της Αθήνας. Αντίθετα με την εννοιόλογηση της μετανάστευσης σαν κίνημα, της οποίας η μορφή και ο αντίκτυπος είναι διάσπαρτα, η μετανάστευση συμπυκνώνεται σε μία συγκεκριμένη οριοθετημένη περιοχή, ένα σχεδόν στατικό φαινόμενο, που μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί και να χαρτογραφηθεί με καρτεσιανούς γεωγραφικούς όρους. Οι θέσεις κατά της μετανάστευσης επικεντρώνονται στο επιχείρημα «διώξτε τους μετανάστες από το κέντρο της Αθήνας» , ενώ οι θέσεις υπέρ της μετανάστευσης σε μία στάση όπου «χρειάζεται να σχεδιάσουμε κοινωνικές πολιτικές για τη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών και των υποδομών του κέντρου». Και στις δύο περιπτώσεις, η αντιμετώπιση της μετανάστευσης συσχετίζεται με τον ισχυρισμό ότι «κάτι πρέπει να γίνει» με το κέντρο της Αθήνας.Αν θα έπρεπε να χαρτογραφήσουμε τη διασπορά της μετανάστευσης στην Αθήνα, θα χρειαζόταν απλά να γεμίσουμε με ένα φωτεινό χρώμα (ένα κόκκινο για παρασταθεί η κατοχή ή η ρατσιστική σύγκρουση) ένα μεγάλο κομμάτι του κέντρου της πόλης, αφήνοντας το υπόλοιπο του αστικού χώρου άθικτο.

2. Η πόλη σαν ένα κύτταρο: Το δεύτερο επιχείρημα (που συνδέεται με το πρώτο) είναι ότι η μετανάστευση απειλεί τον ιστορικό, πολιτιστικό και γεωγραφικό πυρήνα της πόλης, στην ουσία του. Η πόλη νοείται, με αυτόν τον τρόπο, ως ένα κύτταρο. Στη ρατσιστική ρητορεία το κέντρο της πόλης φαίνεται σαν να δέχεται επιδρομή από ξένες και εχθρικές δυνάμεις. Οι βιο-ιατρικές μεταφορές δε σταματούν εδώ, αφού οι μετανάστες συνήθως συνδέονται με τη διάδοση μεταδοτικών ασθενειών. Την ίδια στιγμή, οι μετανάστες γίνονται (συνειδητά ή ασυνείδητα) παράγοντες μίας βίαιης επίθεσης που απειλεί την ιστορική συνέχεια της πόλης -(δηλαδή, συχνά το κέντρο αναφέρεται ως «ιστορικό»). Οι μετανάστες αποικίζοντας το κέντρο του αθηναϊκού κυττάρου διαταράσσουν την ιστορία του με το να κάθονται οκλαδόν σε νεο-κλασσικά σπίτια, με το προσεύχονται στον Αλλάχ δίπλα σε χριστιανικές εκκλησίες, ή απλά με το να κατοικούν σε δημόσιες πλατείες διακοσμημένες με εθνικιστικά αγάλματα. Ταυτόχρονα, οι μετανάστες απειλούν το μέλλον της Αθήνας επειδή στέκονται εμπόδιο στον εξευγενισμό της- που συμβολικά συνδέεται με μία διαδικασία εξευρωπαϊσμού. Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε εδώ, το διαρκές παράπονο του αθηναϊκού free press για τα αποτυχημένα σχέδια φιλόδοξων εργολάβων, ιδιοκτητών μπαρ και σοφιτών που ζούσαν για πολλά χρόνια στο εξωτερικό στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, και την Καμπούλ και εμποδίζονται στο να εκμοντερνίσουν το κέντρο του κυττάρου της πόλης από ένα συνδυασμό από παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων ανεπαρκών κυβερνητικών πολιτικών για αστυνόμευση και για διευκόλυνση του εξευγενισμού της πόλης, την απουσία δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρηματικών κεφαλαίων και τις αυθόρμητες και ανεξέλεγκτες χωρικές επιδρομές από  μετανάστες χωρίς χαρτιά (και χρήστες ναρκωτικών).

Ειρωνικά, αυτή η προσέγγιση αναπαράγεται και από τις στρατηγικές πολλών ομάδων ενάντια στο ρατσισμό, οι οποίες [στρατηγικές] οργανώνονται λες και ο έλεγχος εντοπίζεται και επικεντρώνεται και μπορεί να καταπολεμηθεί με επικεντρωμένα αντί-μέτρα (δράσεις αλληλεγγύης με τους μετανάστες σε συγκεκριμένες δημόσιες πλατείες), και αναπαράγουν αυτή την προσκόλληση στη συγκέντρωση και την τοπικότητα.

Η ψηφιοποίηση ως μέσο επικεντρωμένου ελέγχου

Η ψηφιοποίηση γίνεται σε αυτό το πλαίσιο μία στρατηγική για να επικεντρωθεί ο έλεγχος του προβλήματος της μετανάστευσης. Αν η μετανάστευση είναι εντοπίσιμη και στατική και η πόλη είναι ένα κύτταρο, τότε η επιτήρηση και η αστυνόμευση της από τους σύγχρονους μηχανισμούς ελέγχου είναι δυνατή. Το κέντρο της πόλης έχει «κατοικηθεί» από ιδιωτικές ή κρατικές κάμερες ασφαλείας με σκοπό την επιτήρηση, όλα τα νεόκτιστα ή τα ανακαινισμένα κτήρια  συνοδεύονται από «έξυπνες κάρτες» για την ασφάλεια των ιδιοκτητών και ηλεκτρονικά συστήματα για να προστατεύουν τις πύλες και τους τοίχους, στοχεύοντας να κρατήσουν μακριά την κινητικότητα των μη εξουσιοδοτημένων μεταναστών χρηστών του χώρου. Η ψηφιοποίηση ενσωματώνει το πάθος για το χτίσιμο μια πανοπλίας που θα σφραγίσει και θα προστατεύσει το αθηναϊκό κύτταρο από τη μετανάστευση.
Ξανά, πρακτικές ενάντια στον έλεγχο συχνά παγιδεύονται στη ρητορική του κυττάρου. Με πρακτικές που συμπεριλαμβάνουν την αχρήστευση των ψηφιακών συσκευών, όπως το σπάσιμο ή τη ζωγραφιά πάνω σε CCTV κάμερες ασφαλείας.

Στο υπόλοιπο της έκθεσης, θα προσπαθήσουμε να μετατοπιστούμε από το κύτταρο στο δίκτυο, υποστηρίζοντας ότι η ψηφιοποίηση της μετανάστευσης δεν είναι ένα αποτέλεσμα, μία απάντηση, ή μία επίθεση στο «σφράγισμα» του αθηναϊκού κυττάρου αλλά είναι μέρος μίας ολωσδιόλου διαφορετικής μορφής διαμόρφωσης του χώρου της πόλης.  Για να αντιμετωπίσουμε τις τρέχουσες συζητήσεις, θεωρούμε ότι η απάντηση στη ρατσιστική σύγκρουση που έχει αναδυθεί στην Αθήνα μπορεί να προκύψει από μία εναλλακτική χαρτογράφηση της πόλης και των κινητικοτήτων των μεταναστών της- μία χαρτογράφηση που θα λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι:

α) Η μετανάστευση είναι εξ ορισμού ένα κοινωνικό κίνημα δίχως όρια,
β) Η Αθήνα δεν είναι πια (αν ήταν ποτέ) ένα κύτταρο, αλλά ένα δίκτυο με διασυνδέσεις, και
γ) Οι κινητικότητες των μεταναστών ευνοούν τη λειτουργία ad hoc δικτύων

***

Ας προσπαθήσουμε να ξεδιπλώσουμε αυτές τις τρεις προτάσεις και να δούμε πως πιθανόν να μπορούσαν να σχεδιάσουν εναλλακτικές χαρτογραφήσεις της μετανάστευσης στην Αθήνα.

Α) Η μετανάστευση είναι εξ ορισμού ένα κοινωνικό κίνημα δίχως όρια

Αντί να αναλύουμε τη μετανάστευση σαν ένα φαινόμενο που τοποθετείται, συμπυκνώνεται, ή επιτείνεται στο κέντρο της Αθήνας, θα μπορούσαμε να το δούμε διαφορετικά μέσα σε ένα μεγαλύτερο πλαίσιο από ρεύματα και κινήσεις. Η φυσική παρουσία ενός μεγάλου αριθμού μεταναστών στην Αθήνα δεν υπαινίσσεται στατικότητα ή ένα κάπως περιορισμένο χώρο που χαρακτηρίζεται από ειδικές κοινωνικές συνθήκες. Η μετανάστευση στην πόλη δεν συγκεντρώνεται αλλά συμπεριλαμβάνει διαφορετικά είδη τεχνολογιών κινητικότητας διασπαρμένα εντός και εκτός των αθηναϊκών συνόρων.

Οι τεχνολογίες αυτές είναι δυο ειδών:

– Οι μετανάστες στην Αθήνα, καταρχάς, βρίσκονται στο επίκεντρο τεχνολογιών επιτήρησης και ελέγχου που έχουν ως βάση λειτουργίας το δίκτυο. Αυτή η επιτήρηση δεν περιορίζεται στη διαχείριση και την αστυνόμευση ενός οριοθετημένου αστικού χώρου (του κέντρου της πόλης),  αλλά ουσιαστικά διανέμεται.

Για παράδειγμα έχει να κάνει, με την ψηφιοποίηση του ελέγχου των ευρωπαϊκών συνόρων και, όπως υποστηρίζει ο De Genova, με το μόνιμο ρίσκο της δυνατότητας «ψηφιακής απέλασης» που αυτοί οι μετανάστες αντιμετωπίζουν. Οι βιομετρικοί ή ψηφιακοί φάκελοι των μεταναστών που ζουν στην Αθήνα κυκλοφορούν ανάμεσα σε ένα αριθμό μεγάλων ευρωπαϊκών βάσεων δεδομένων. Μία τυπική σύλληψη ενός μετανάστη χωρίς χαρτιά στην Αθήνα από την τοπική αστυνομία έχει ως αποτέλεσμα μία νέα ή μία αναθεωρημένη καταχώρηση στη βάση δεδομένων του συστήματος πληροφοριών Schengen (S.I.S, Schengen Information System),  ή ένα νέο ή αναθεωρημένο φάκελο αποτυπωμάτων στη βάση δεδομένων Eurodac- ένα πανευρωπαϊκό σύστημα  αυτόματου προσδιορισμού αποτυπωμάτων.

Επίσης σχετίζεται με το πώς το ελληνικό κράτος σχεδιάζει να διαχειριστεί και να ελέγξει τις κινητικότητες των καταγεγραμμένων «νόμιμων» μεταναστών. Επεξηγηματικά, εδώ, βρίσκονται τα σχέδια της σημερινής κυβέρνησης για να εισαγάγει μια «ταυτότητα μεταναστών» τους επόμενους μήνες. Αυτή η κάρτα υποτίθεται ότι θα ρυθμίσει τις αλληλεπιδράσεις όλων των καταχωρημένων μεταναστών με όλες τις κρατικές υπηρεσίες και τα κρατικά πρακτορεία, και θα περιλαμβάνει δυνατότητα ταυτοποίησης μέσω ραδιοκυμάτων καθώς και βιομετρικά δεδομένα.

Συνεχίζοντας την εργασία της Ayse Ceyhan και του Βασίλη Τσιάνου, μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να εντοπίσουμε  μία άμεση συνέχεια μεταξύ των σωμάτων των μεταναστών που κατοικούν στην Αθήνα και των ρευμάτων ψηφιακών πληροφοριών που κυκλοφορούν στις ευρωπαϊκές και τις τοπικές κυβερνητικές υπηρεσίες.

– Μία δεύτερη τεχνολογία κινητικότητας σχετίζεται με αυτό που η Dana Diminescu έχει ορίσει ως «συνδεδεμένους μετανάστες». Οι μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας δεν αναγκάζονται απλά σε ένα είδος στατικότητας, αφού είναι πιθανόν να μη μπορούν να κινηθούν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εξαιτίας των περιορισμών της συμφωνίας Δουβλίνο ΙΙ. Ούτε απλά ξεριζώνονται από τι πατρίδες τους.  Οι καθημερινές πρακτικές των μεταναστών στην Αθήνα περιλαμβάνουν την καθημερινή αναπαραγωγή της κουλτούρας των δεσμών με τις χώρες καταγωγής τους, ή με μέρη όπου έχουν φίλους ή συγγενείς, με τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας. Οι τεχνολογίες «φωνής επί διαδικτυακού πρωτοκόλλου» (VOIP), τα κινητά τηλέφωνα χρησιμοποιούνται για να συγκροτήσουν τις συνδεδεμένες παρουσίες αυτών των μεταναστών σε διαφορετικά μέρη. Η καθημερινή ζωή των μεταναστών της Αθήνας ανήκει ταυτόχρονα σε περισσότερες γεωγραφικές ζώνες και σε διαφορετικούς κοινωνικούς κύκλους. Η κοινωνικότητα που παράγεται από αυτές τις συνδεδεμένες «υπάρξεις» υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο την επισφαλή, προσωρινή διάσταση της κινητικότητας των μεταναστών, αλλά και την πυκνότητα των σχεσιακών τους δικτύων. Ας κοιτάξουμε πόσοι μετανάστες έχουν internet cafe στην Αθήνα, τα άτυπα τεμένη που παρέχουν ελεύθερο ασύρματο δίκτυο στις γειτονικές περιοχές, στο πώς χρησιμοποιούν οι μετανάστες τα τηλέφωνά τους, στις αυξανόμενες παράνομες αγορές ψηφιακών συσκευών και αυτή η εικόνα θα αρχίσει να σχηματίζεται.

Ακολουθώντας αυτό το σκεπτικό η Αθήνα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα τμήμα δικτύων κινητικότητας (των μεταναστών).

Β) Η Αθήνα δεν είναι πια (αν ήταν ποτέ) ένα κύτταρο, αλλά ένα διασυνδεδεμένο δίκτυο κινητικοτήτων.

Αυτή η θέση δε χρειάζεται πολλή εξήγηση. Η θεώρηση των πόλεων ως ρευμάτων ή των αστικών χώρων ως δικτύων δεν είναι κάτι καινούριο. Η αρχιτεκτονική του κυττάρου δε είναι πια σχετική με την καθημερινότητα στις πόλεις.

Παρόλο που το κέντρο της Αθήνας έχει επενδυθεί με μία συμβολική δύναμη από τη ρητορεία της μετανάστευσης, η μεταναστευτική κινητικότητα αψηφά αυτή τη λογική του κέντρου ή της συγκέντρωσης. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις αθηναϊκές πλατείες, που είναι τα υποδειγματικά συμβολικά σημεία της συγκέντρωσης. Στην πλατεία Αγίου Παντελεήμονα, στην πλατεία Αττικής, στην πλατεία Βικτώριας, σε διαφορετικές περιόδους τα προηγούμενα χρόνια, αυτές οι πλατείες αναζητήθηκαν και κατοικήθηκαν προσωρινά από ομάδες μεταναστών (κυρίως μεταναστών που ζητούσαν άσυλο από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν), οι οποίοι παγιδεύτηκαν στην Ελλάδα. Για ποιο λόγο; Καταλήφθηκαν πράγματι, όπως υποστηρίζουν τα κινήματα των ανήσυχων πολιτών; Μία κατάληψη της πλατείας δε θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό αφού η βούληση αυτών των μεταναστών είναι να βρουν τρόπο να συνεχίσουν, να διασχίσουν τα ελληνικά σύνορα. Οι πλατείες χρησιμοποιήθηκαν σαν προσωρινές κατοικίες που τους επιτρέπουν να οργανώσουν τα δίκτυα της κινητικότητας τους για να συνεχίσουν.

Η εικόνα των μεταναστών να κάθονται στην πλατεία όλη μέρα είναι απατηλή: Αυτό που παρουσιάζεται σαν στατικότητα και αστική συγκέντρωση είναι στην πραγματικότητα μία κίνηση που τοποθετεί την πλατεία μέσα σε ένα δίκτυο κινητικοτήτων μέσα από διάφορες φυσικές ρυθμίσεις και ψηφιακές διασυνδέσεις.

Παρομοίως, μπορούμε να πάρουμε το παράδειγμα της συζήτησης σχετικά με την κατασκευή ενός Ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα. Θα έπρεπε να χτιστεί στο κέντρο της πόλης, ή σε ένα μακρινό μέρος έξω από το κέντρο; Οι συντηρητικοί σχολιαστές φαίνεται να θεωρούν την απόσταση του από το κέντρο εντελώς απαραίτητη, ενώ οι πιο φιλελεύθεροι σημειώνουν ότι θα έπρεπε να τοποθετηθεί στο κέντρο για συμβολικούς λόγους. Αλλά έχει πραγματικά σημασία; Όταν υπάρχει ήδη ένα ενεργό και ψηφιοποιημένο δίκτυο με τουλάχιστον 100 άτυπα τεμένη διασπαρμένα σε όλη την Αθήνα, που λειτουργούν σε γκαράζ, μαγαζιά ή διαμερίσματα; Αυτό το δίκτυο τεμένων έχει ήδη τροποποιήσει την πόλη καθοριστικά, τοποθετώντας την μέσα σε διακρατικά ισλαμικά δίκτυα.

γ) Διστακτικά, θέλουμε να ισχυριστούμε ότι η μετανάστευση σχετίζεται με την λειτουργία αυτών των δικτύων κινητικοτήτων, που βασίζονται στην έννοια της ad hoc δικτύωσης. Η έννοια του ad hoc, σε αυτό το πλαίσιο, δε θα πρέπει να εξισωθεί απλά με το «μη-γενικεύσιμο» ή το «τυχαίο», αλλά αντίθετα με το αυτοοργανωμένο. Η ad hoc δικτύωση είναι αυτή που διαμορφώνει ένα διαρκή κίνδυνο για την αποσταθεροποίηση του συνηθισμένου δικτύου. Ο έλεγχος και η επιτήρηση, για παράδειγμα, βασίζονται και έχουν ως στόχο να επεκτείνουν και να αναπαράγουν τη συνηθισμένη λειτουργία του δικτύου: πρέπει να διασφαλίσουν ότι, πρώτα απ’ όλα, οι εξουσιοδοτημένοι χρήστες θα έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση στο δίκτυο, ότι η ροή πληροφοριών δε θα καταρρεύσει, ότι οι μη εξουσιοδοτημένοι χρήστες ή πληροφορίες (hacker ή ιοί) δε θα διαταράσσουν το δίκτυο. Η ad hoc δικτύωση εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του συνηθισμένου δικτύου για να δημιουργήσει ασυνέχειες, ρήγματα και κενά σε αυτό.

Οι συνδέσεις των μεταναστών στα συνηθισμένα δίκτυα που οργανώνουν τον αστικό χώρο της Αθήνας μπορούν να γίνουν αντιληπτά με αυτό τον τρόπο. Οι καταγεγραμμένοι μετανάστες, για παράδειγμα, μπορεί να φαίνεται ότι έχουν όλα τα απαραίτητα χαρτιά, σύμβαση εργασίας, ένσημα κοινωνικής ασφάλισης, μία μόνιμη κατοικία, αλλά οι τρόποι μέσα από τους οποίους κατόρθωσαν να τα αποκτήσουν και οι τρόποι που τα αναπαράγουν κάθε φορά που τους ζητείται από μία κυβερνητική υπηρεσία δε είναι κανονικοί. Ίσως περιστασιακά να χρησιμοποίησαν άτυπα ή παράνομα δίκτυα για να προμηθευτούν πλαστές συμβάσεις εργασίες ή πλαστές αποδείξεις κατοικίας, ή ίσως να έχουν αγοράσει τα ένσημα κοινωνικής ασφάλισης αντικανονικά. Ή, ίσως να έχουν νομότυπα κάνει αίτηση για το άσυλο στις ελληνικές αρχές, αλλά, πριν η αίτησή τους επεξεργαστεί, να αναζητούν ακόμα τρόπους για να μετακινηθούν σε μία άλλη ευρωπαϊκή χώρα και να υποβάλλουν ξανά αίτηση για άσυλο εκεί.

Ή ας πάρουμε το παράδειγμα των μεταναστών διέλευσης (transit), οι οποίοι φαίνεται να ζουν τώρα σε πυκνοκατοικημένα διαμερίσματα στο κέντρο της Αθήνας ή σε προσωρινά κατειλημμένα κτήρια ή δημόσιους χώρους, πρακτικές που συχνά θεωρούνται σημάδι υπανάπτυξης και μιζέριας. Αλλά αυτοί οι χώροι είναι πιο συναφείς με τους διακρατικούς χώρους, διαμορφωμένους από τους ίδιους τους μετανάστες, οργανωμένους για να συλλέγουν και να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και για να επικοινωνούν με φίλους και επαφές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που θα επιτρέψουν το προσχεδιασμένο πέρασμα των συνόρων. Χρειάζονται αυτοί οι μετανάστες ένα «κέντρο υποδοχής» σε μία περιοχή απομακρυσμένη από το κέντρο της Αθήνας, όπως υποστηρίζουν πολλές Μη- Κυβερνητικές Οργανώσεις; Ίσως όχι- τουλάχιστον όχι ένα κέντρο υποδοχής σαν αυτά που λειτουργούν στη βόρεια Ευρώπη, όπου μηχανισμοί επιτήρησης έχουν στηθεί για να προλάβουν τη δημιουργία ad hoc δικτύων. Αυτό που χρειάζονται είναι ad hoc κατοικίες (σε πλατείες, κοινά διαμερίσματα, και hostel) όπου μπορούν να συγκεντρωθούν, να ανταλλάξουν πληροφορίες, να συνδεθούν μεταξύ τους, πέρα από σύνορα, και να συνεχίσουν.

Ίσως να καταφέρουν να περάσουν τα σύνορα, ίσως να γίνουν αντιληπτοί και να απελαθούν πίσω στην Ελλάδα, αλλά πιθανότατα όχι. Τα αποτυπώματά τους ίσως να μην αναγνωριστούν στην ψηφιακή βάση δεδομένων. Έχουν καταφέρει να ξεγελάσουν το σύστημα προσδιορισμού αποτυπωμάτων; Απέτυχαν οι αρχές στην Ελλάδα ή στην άλλη ευρωπαϊκή χώρα να το χρησιμοποιήσουν σωστά τις λειτουργίες αναζήτησης της βάσης δεδομένων ή μήπως εξαρχής το θεώρησαν πολύ μεγάλο μπελά για να το χρησιμοποιήσουν;

Αυτή η ad hoc δικτύωση των μεταναστών πηγάζει ταυτόχρονα από την ανάγκη να ξεγελάσουν ή να ξεφύγουν από τους μηχανισμούς επιτήρησης που στοχεύουν στο να ελέγξουν την κινητικότητά τους και επίσης από τις πρωτότυπες καθημερινές πρακτικές τους.

Δεν υποστηρίζουμε ότι αυτές οι πρακτικές είναι αποκλειστικά αυτό που επιθυμούν οι μετανάστες, αλλά ότι δε θα πρέπει να γίνονται αντιληπτές με αρνητικούς όρους. Πρέπει να ξεκινήσουμε από το πώς οι πρακτικές της ad hoc δικτύωσης των μεταναστών ανοίγουν νέες τροχιές για να ξεπεράσουμε τα όρια της ρητορικής για τη μετανάστευση στην Αθήνα.

Mετάφραση: Νικόλας Γανιάρης
Πηγή: Nomadic Universality

This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις and tagged , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *