Silvia Federici – Η Aναπαραγωγή της εργατικής δύναμης στην παγκόσμια οικονομία, η μαρξιστική θεωρία και η ατελής φεμινιστική επανάσταση

anaparagogi_page1_image1

κατεβάστε το pdf

Η γυναικεία δουλειά και η γυναικεία εργασία είναι θαμμένες βαθιά στην καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνικής και οικονομικής δομής.
(David Staples, No Place Like Home, 2006)

Είναι ξεκάθαρο ότι ο καπιταλισμός έχει οδηγήσει στην υπέρεκμετάλλευση των γυναικών. Αυτό δε θα προσέφερε και μεγάλη παρηγοριά εάν σήμαινε μόνο αυξημένη δυστυχία και καταπίεση, αλλά ευτυχώς έχει προκαλέσει και αντίσταση. Και ο καπιταλισμός έχει αντιληφθεί ότι εάν αγνοήσει πλήρως ή καταπνίξει αυτήν την αντίσταση αυτή μπορεί να γίνει όλο και πιο ριζοσπαστική, με αποτέλεσμα να μεταμορφωθεί τελικά σε ένα κίνημα χειραφέτησης ή ακόμα και στον πυρήνα μιας νέας κοινωνικής τάξης πραγμάτων.
(Robert Biel, The New Imperialism, 2000)

Ο αναδυόμενος απελευθερωτικός παράγοντας στον Τρίτο Κόσμο είναι η μη αμειβόμενη δύναμη των γυναικών που δεν έχουν ακόμα αποκοπεί από την οικονομία της ζωής εξαιτίας της δουλειάς τους. Υπηρετούν τη ζωή και όχι την παραγωγή αγαθών. Είναι το κρυμμένο θεμέλιο της παγκόσμιας οικονομίας και η μισθολογική ισοτιμία της δουλειάς τους στην υπηρεσία της ζωής εκτιμάται στα 16 τρισεκατομμύρια δολάρια.
(John McMurtry, The Cancer State of Capitalism, 1999)

Αυτή η εργασία αποτελεί μια πολιτική ανάγνωση της αναδιάρθρωσης της [ανα]παραγωγής της εργατικής δύναμης στην παγκόσμια οικονομία, αλλά αποτελεί και μια φεμινιστική κριτική του Μαρξ που, με διαφορετικούς τρόπους, αναπτύσσεται από τη δεκαετία του ’70, και η οποία πρώτα αρθρώθηκε από ακτιβίστριες της Εκστρατείας για Μισθούς για την Οικιακή Εργασία (Campaign for Wages For Housework), ειδικά από τις Selma James, Mariarosa Dalla Costa, Leopoldina Fortunati, μεταξύ άλλων, και αργότερα από τις φεμινίστριες της σχολής Bielefeld, Maria Mies, Claudia Von Werlhof, Veronica Benholdt-Thomsen. Στο επίκεντρο αυτής της κριτικής βρίσκεται το επιχείρημα ότι η ανάλυση του καπιταλισμού του Μαρξ έχει παρεμποδιστεί από τη σχεδόν αποκλειστική εστίασή της στην παραγωγή αγαθών και την τύφλωσή της ως προς τη σημασία της απλήρωτης γυναικείας αναπαραγωγικής δουλειάς και τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας στην καπιταλιστική συσσώρευση. Η αδιαφορία για αυτή τη δουλειά περιόρισε την κατανόηση που είχε ο Μαρξ για τους μηχανισμούς που διαιωνίζουν την εκμετάλλευση της εργασίας, και τον οδήγησε να υποθέσει ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι και αναπόφευκτη και προοδευτική, βασιζόμενος στην υπόθεση ότι η έλλειψη αποτελεί εμπόδιο στην ανθρώπινη αυτοδιάθεση, αλλά ότι η διεύρυνση των παραγωγικών δυνάμεων από το κεφάλαιο, μέσω της μεγάλης κλίμακας εκβιομηχάνισης, θα οδηγούσε με τον καιρό στην υπέρβασή της. Ο Μαρξ είχε προφανώς δεύτερες σκέψεις πάνω στο ζήτημα στα μετέπειτα χρόνια της ζωής του. Όσο για εμάς, ενάμιση αιώνα μετά τη έκδοση του Κεφαλαίου, πρέπει να αμφισβητήσουμε αυτή τη θεώρηση για τουλάχιστον τρεις λόγους. Ανεξάρτητα από το εάν η έλλειψη έχει αποτελέσει ποτέ εμπόδιο στην ανθρώπινη απελευθέρωση, η έλλειψη σήμερα είναι το προϊόν της καπιταλιστικής παραγωγής. Δεύτερον, παρόλο που η καπιταλιστική παραγωγή ενισχύει τη συνεργασία στην οργάνωση της δουλειάς, συσσωρεύει διαφορές και διαχωρισμούς εντός του προλεταριάτου μέσω της οργάνωσης της κοινωνικής αναπαραγωγής της. Τρίτον, από τη Μεξικάνικη μέχρι την Κινέζικη Επανάσταση, οι πιο αντισυστημικοί αγώνες του τελευταίου αιώνα δεν έγιναν από βιομηχανικούς εργάτες, τα αναμενόμενα από τον Μαρξ επαναστατικά υποκείμενα, αλλά από αγρότες/ισσες (campesino/as). Σήμερα επίσης, γίνονται από αγρότες αυτοκατανάλωσης, αστικούς καταληψίες, μετανάστες χωρίς χαρτιά, αλλά και από εργάτες υψηλής τεχνολογίας σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Το σημαντικότερο είναι πως γίνονται από γυναίκες που, κόντρα στις πιθανότητες, αναπαράγουν τις οικογένειές τους ανεξάρτητα από την αξία που αποδίδει η αγορά στις ζωές τους, δίνουν αξία στην ύπαρξή τους, τις αναπαράγουν για λογαριασμό τους, ακόμα κι όταν οι καπιταλιστές δηλώνουν ότι είναι άχρηστες ως εργατική δύναμη.

Ποιές είναι λοιπόν οι προοπτικές να λειτουργήσει η Μαρξιστική θεωρία ως ένας οδηγός για την «επανάσταση» στις μέρες μας; Σε αυτά που ακολουθούν, θέτω αυτό το ερώτημα αναλύοντας την αναδιάρθρωση της αναπαραγωγής της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι εάν η Μαρξιστική θεωρία αξιώνει να μιλήσει στα αντικαπιταλιστικά κινήματα του 21ου αιώνα θα πρέπει να ξανασκεφτεί το ζήτημα της «αναπαραγωγής» μέσα από μια παγκόσμια προοπτική. Ο συλλογισμός ως προς τις δραστηριότητες που αναπαράγουν τη ζωή μας, διαλύει την ψευδαίσθηση ότι η αυτοματοποίηση της παραγωγής μπορεί να δημιουργήσει τις υλικές συνθήκες για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, καταδεικνύοντας ότι το εμπόδιο για την «επανάσταση» δεν είναι η έλλειψη τεχνογνωσίας, αλλά οι διαχωρισμοί που η καπιταλιστική ανάπτυξη αναπαράγει εντός της εργατικής τάξης. Πράγματι, ο κίνδυνος σήμερα είναι ότι, εκτός από το ότι καταβροχθίζει τη γη, ο καπιταλισμός εξαπολύει κι άλλους πολέμους, όπως αυτούς που εξαπέλυσαν οι Η.Π.Α. κατά του Αφγανιστάν και του Ιράκ, πυροδοτούμενους από την ανάγκη των εταιρειών για πρόσβαση στον ορυκτό και υδρογονανθρακικό πλούτο, και από τον προλεταριακό ανταγωνισμό για έναν πλούτο που δεν μπορεί να γενικευθεί.[1]

Ενότητα 1: Ο Μαρξ και η Αναπαραγωγή του Εργατικού Δυναμικού

Περιέργως, δεδομένης της θεωρητικής του πολυπλοκότητας, ο Μαρξ αγνόησε την ύπαρξη της γυναικείας αναπαραγωγικής δουλειάς. Αναγνώρισε ότι, όπως και κάθε άλλο αγαθό, η εργατική δύναμη πρέπει να παραχθεί και, εφόσον έχει αξία, αντιπροσωπεύει «ένα καθορισμένο ποσό αντικειμενοποιημένης σ’ αυτή μέσης κοινωνικής εργασίας».[2] Αλλά, ενώ εξερεύνησε σχολαστικά τη δυναμική της παραγωγής της κλωστής και της αντίστοιχης αξιοποίησης κεφαλαίου, ήταν λακωνικός όταν αντιμετώπιζε την αναπαραγωγική δουλειά, περιορίζοντάς τη στην κατανάλωση από τους εργάτες των αγαθών που τους επιτρέπουν οι μισθοί τους και στη δουλειά που απαιτεί η παραγωγή αυτών των αγαθών. Με άλλα λόγια, όπως και στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο, έτσι και στην ανάλυση του Μαρξ, τα μόνα που χρειάζονται για την [ανα]παραγωγή της εργατικής δύναμης είναι η παραγωγή αγαθών και η αγορά. Καμία άλλη δουλειά δεν παρεμβάλλεται για την προετοιμασία των αγαθών που καταναλώνουν οι εργάτες ή για την σωματική και συναισθηματική αποκατάσταση της δυνατότητάς τους να δουλεύουν. Δε γίνεται καμία διάκριση ανάμεσα στην παραγωγή αγαθών και στην παραγωγή του εργατικού δυναμικού. Μια γραμμή παραγωγής παράγει και τα δύο.[3] Κατ’ αναλογία, η αξία της εργατικής δύναμης μετριέται με βάση την αξία των αγαθών (φαγητό, ένδυση, στέγαση), τα οποία πρέπει να δοθούν στον εργάτη, «στον άντρα, προκειμένου να ανανεώσει τη διαδικασία της ζωής του», δηλαδή, μετριέται με βάση τις εργατοώρες που είναι κοινωνικά απαραίτητες για την παραγωγή της.[4]

Ακόμα και όταν συζητά την αναπαραγωγή των εργατών σε μια γενεαλογική βάση, ο Μαρξ είναι εξαιρετικά σποραδικός. Μας λέει ότι οι μισθοί πρέπει να είναι επαρκώς υψηλοί ώστε να διασφαλίζουν «τους αντικαταστάτες των εργατών», τα παιδιά τους, προκειμένου να μπορεί η εργατική δύναμη να διαιωνίζει την παρουσία της στην αγορά.[5] Αλλά και πάλι, τα μόνα σχετικά υποκείμενα που αναγνωρίζει σε αυτή τη διαδικασία είναι οι άρρενες αυτοαναπαραγόμενοι εργάτες, οι μισθοί τους και τα μέσα επιβίωσής τους. Οι παραγωγή των εργατών γίνεται με τα αγαθά. Τίποτα δε λέγεται για τις γυναίκες, την οικιακή εργασία, τη σεξουαλικότητα και την τεκνοποίηση. Στις ελάχιστες περιστάσεις όπου αναφέρεται στη βιολογική αναπαραγωγή, την αντιμετωπίζει ως ένα φυσικό φαινόμενο, υποστηρίζοντας ότι είναι ακριβώς μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής που ένα πληθυσμιακό πλεόνασμα δημιουργείται περιοδικά για την ικανοποίηση των μεταβαλλόμενων αναγκών της αγοράς εργασίας.

Αλλού, παρουσίασα διάφορες υποθέσεις για να εξηγήσω γιατί ο Μαρξ αγνοούσε τόσο πεισματικά τη γυναικεία αναπαραγωγική δουλειά, γιατί (π.χ.) δε ρωτούσε ποιές μεταμορφώσεις πρέπει να υποστούν οι πρώτες ύλες που εμπλέκονται στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης προκειμένου να μπορεί να μεταφερθεί η αξία τους στα προϊόντα τους (όπως έκανε στην περίπτωση άλλων αγαθών). Διατύπωσα την άποψη ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε η εργατική τάξη στην Αγγλία –το σημείο αναφοράς των Μαρξ και Ένγκελς– διαμόρφωσαν την περιγραφή του.[6] Ο Μαρξ περιέγραψε την κατάσταση του βιομηχανικού προλεταριάτου της εποχής του όπως το έβλεπε, και η γυναικεία οικιακή εργασία δεν ήταν μέρος της. Η οικιακή εργασία, ως συγκεκριμένος κλάδος της καπιταλιστικής παραγωγής, βρισκόταν κάτω από τον ιστορικό και πολιτικό ορίζοντα του Μαρξ, τουλάχιστον εντός της βιομηχανικής εργατικής τάξης. Παρόλο που από την πρώτη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και ειδικά κατά την μερκαντιλιστική περίοδο, η αναπαραγωγική δουλειά εντασσόταν επίσημα στην καπιταλιστική συσσώρευση, δεν ήταν παρά στα τέλη του 19ου αιώνα που η οικιακή εργασία αναδύθηκε ως η κινητήριος δύναμη για την αναπαραγωγή του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού, οργανωμένη από το κεφάλαιο για το κεφάλαιο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εργοστασιακής παραγωγής. Μέχρι τη δεκαετία του 1870, με συνέπεια προς μια πολιτική που έτεινε στην «απεριόριστη επέκταση της εργάσιμης ημέρας»[7] και στη μέγιστη συμπίεση του κόστους της παραγωγής της εργατικής δύναμης, η αναπαραγωγική δουλειά μειώθηκε στο ελάχιστο, με αποτέλεσμα μια κατάσταση που περιγράφεται ισχυρά στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, στο κεφάλαιο για την Εργάσιμη Ημέρα, και στην Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία (1845) του Ένγκελς. Δηλαδή την κατάσταση μιας εργατικής τάξης σχεδόν ανίκανης να αυτοαναπαραχθεί, με μέση αναμενόμενη διάρκεια ζωής τα 20 χρόνια, πεθαίνοντας στη νιότη της από την υπερβολική δουλειά.

Ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα που η καπιταλιστική τάξη άρχισε να επενδύει στην αναπαραγωγή της εργασίας, σε συνδυασμό με μια μετατόπιση στη μορφή της συσσώρευσης, από την ελαφριά στη βαριά βιομηχανία, απαιτώντας μια πιο εντατική εργατική πειθαρχία και έναν λιγότερο ισχνό τύπο εργάτη. Με Μαρξικούς όρους, μπορούμε να πούμε ότι η ανάπτυξη της αναπαραγωγική δουλειάς και η επακόλουθη εμφάνιση της νοικοκυράς πλήρους απασχόλησης ήταν τα προϊόντα της μετατόπισης από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία. Δε μας εκπλήσσει, λοιπόν, ότι ενώ αναγνώριζε πως «η συντήρηση και η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης παραμένει μια αναγκαία συνθήκη για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου», ο Μαρξ μπορούσε να προσθέσει αμέσως πως: «Αλλά ο καπιταλιστής μπορεί με ασφάλεια να το αφήσει αυτό στις ορμές των εργατών για αυτοσυντήρηση και πολλαπλασιασμό. Το μόνο που ενδιαφέρει τον καπιταλιστή είναι να μειώσει την ατομική κατανάλωση του εργάτη στο ελάχιστο αναγκαίο.» [8]

Μπορούμε, επίσης, να υποθέσουμε ότι οι δυσκολίες που έθετε η ταξινόμηση μιας εργασίας που δεν υπόκειται σε χρηματική διατίμηση, παρακίνησαν περαιτέρω τον Μαρξ να παραμείνει σιωπηλός πάνω σε αυτό το θέμα, ειδικά εφόσον αντιμετώπιζε το δύσκολο έργο της απεικόνισης του συγκεκριμένου χαρακτήρα των καπιταλιστικών σχέσεων. Αλλά υπάρχει κι ένας παραπέρα λόγος, πιο ενδεικτικός των ορίων του Μαρξισμού ως πολιτικής θεωρίας, που πρέπει να λάβουμε υπόψη εάν πρόκειται να εξηγήσουμε γιατί, όχι μόνο ο Μαρξ, αλλά γενιές Μαρξιστών, μεγαλωμένοι σε εποχές που η οικιακή εργασία και η οικογενειακή ζωή θριάμβευσαν, συνεχίζουν να αγνοούν αυτή τη δουλειά.
Υποστηρίζω ότι ο Μαρξ αγνόησε τη γυναικεία αναπαραγωγική εργασία επειδή παρέμεινε πιστός σε μια τεχνολογίστικη αντίληψη της επανάστασης, σύμφωνα με την οποία η ελευθερία έρχεται μέσα από τη μηχανή, η αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας –αντιληπτή ως αύξηση της απόδοσης στο χρόνο– θεωρείται ως το υλικό θεμέλιο του κομμουνισμού, και η καπιταλιστική οργάνωση της δουλειάς θεωρείται ως το υψηλότερο μοντέλο ιστορικού ορθολογισμού, εφαρμοστέο σε κάθε άλλη μορφή παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού. Με άλλα λόγια, ο Μαρξ απέτυχε να αναγνωρίσει τη σημασία της αναπαραγωγικής δουλειάς επειδή αποδέχτηκε τα καπιταλιστικά κριτήρια σχετικά με το τί αποτελεί δουλειά και, επίσης, πίστευε ότι η μισθωτή βιομηχανική δουλειά ήταν το σενάριο στο οποίο θα χάραζε την πορεία του το πεπρωμένο της ανθρωπότητας.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι ακόλουθοι του Μαρξ έχουν αναπαράγει τις ίδιες υποθέσεις, (δείτε τη συνεχιζόμενη ερωτική σχέση με το περίφημο “Απόσπασμα για τις Μηχανές” στις Grundrisse), επιδεικνύοντας ότι η εξιδανίκευση της επιστήμης και της τεχνολογίας ως απελευθερωτικών δυνάμεων συνεχίζει να αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της Μαρξιστικής θεώρησης της ιστορίας και της επανάστασης μέχρι τις μέρες μας. Ακόμα και οι Σοσιαλίστριες Φεμινίστριες, ενώ αναγνωρίζουν την ύπαρξη της γυναικείας αναπαραγωγικής δουλειάς στον καπιταλισμό, έτειναν να τονίζουν τον υποτιθέμενα ξεπερασμένο, οπισθοδρομικό, προ-καπιταλιστικό χαρακτήρα της και φαντάστηκαν τη σοσιαλιστική ανοικοδόμησή της με τη μορφή μιας εξορθολογιστικής διαδικασίας που θα ανεβάσει τα παραγωγικά της επίπεδα σε αυτά που επιτυγχάνονται από τους τομείς αιχμής της καπιταλιστικής παραγωγής.

Μια συνέπεια αυτού του τυφλού σημείου στις σύγχρονες μέρες ήταν ότι οι θεωρητικοί του Μαρξισμού στάθηκαν ανίκανοι να συλλάβουν την ιστορική σημασία της εξέγερσης των γυναικών ενάντια στην αναπαραγωγική δουλειά μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως εκφράστηκε από το Κίνημα Απελευθέρωσης των Γυναικών (Women’s Liberation Movement), και αγνόησαν τον πρακτικό επαναπροσδιορισμό του τί αποτελεί η δουλειά, του ποιά είναι η εργατική τάξη και ποιά η φύση της ταξικής πάλης. Μόνο όταν οι γυναίκες εγκατέλειψαν σωρηδόν τις οργανώσεις της Αριστεράς αναγνώρισαν οι Μαρξιστές το ΚΑΓ (WLM). Ακόμη και σήμερα, πολλοί Μαρξιστές προβληματίζονται για τη σχέση ανάμεσα στην τάξη και το φύλο. Βλέπουν τη δημοτικότητα της δεύτερης κατηγορίας ως πολιτιστικής πολυτέλειας, ως μια εκχώρηση στον μεταμοντερνισμό, και είτε προσπερνούν το ζήτημα της αναπαραγωγικής δουλειάς, όπως συμβαίνει ακόμα και με Οικο-Μαρξιστές όπως ο Peter Burkett ή αναφέρονται σε αυτό με κάποια προσποίηση, σχετίζοντάς το –και πάλι– με την παραγωγή αγαθών, όπως στη σύλληψη του Νέγκρι της «συναισθηματικής εργασίας», η οποία μας πηγαίνει σε προ-φεμινιστικές συλλήψεις της αναπαραγωγής. Πράγματι, οι θεωρητικοί του Μαρξισμού είναι ακόμα πιο αδιάφοροι για το ζήτημα της αναπαραγωγής απ’ ό,τι ο ίδιος ο Μαρξ, ο οποίος μπορούσε να αφιερώσει σελίδες στις συνθήκες που επικρατούσαν για τα παιδιά στα εργοστάσια, ενώ σήμερα θα αποτελούσε πρόκληση η αναζήτηση αναφορών στα παιδιά σε ένα Μαρξιστικό κείμενο.

Θα επιστρέψω αργότερα στα όρια του σύγχρονου Μαρξισμού, για να παρατηρήσω την ανικανότητά του να κατανοήσει τη σημασία της νεοφιλελεύθερης στροφής και της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Προς στιγμή αρκεί να πούμε ότι ήδη τη δεκαετία του ’60, υπό την επήρεια του αντιαποικιακού αγώνα και του αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ανάλυση του Μαρξ για τον καπιταλισμό και τις ταξικές σχέσεις είχε δεχτεί ριζοσπαστική κριτική από Τριτοκοσμιστές πολιτικούς συγγραφείς (π.χ. Samir Amin και Gunder Frank) που αμφισβήτησαν τον Ευρωκεντρισμό του, την αποδοχή της αποικιακής επέκτασης, και την προνομιακή αντιμετώπιση του έμμισθου βιομηχανικού προλεταριάτου ως το πρωταρχικό αντικείμενο εκμετάλλευσης και ως το πρωταρχικό επαναστατικό υποκείμενο. Ωστόσο, ήταν η εξέγερση των γυναικών ενάντια στην οικιακή εργασία στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α. και, αργότερα, η άνοδος των φεμινιστικών κινημάτων ανά τον πλανήτη κατά τις δεκαετίες του ’80 και ’90 που πυροδότησαν την πιο ριζοσπαστική αναθεώρηση του Μαρξισμού.

Ενότητα 2: Η Εξέγερση των Γυναικών Ενάντια στην Οικιακή Εργασία και ο Φεμινιστικός Επαναπροσδιορισμός της Δουλειάς, Ταξική Πάλη και Καπιταλιστική Κρίση

Φαίνεται να είναι κοινωνικός νόμος ότι η αξία της εργασίας αποδεικνύεται και ίσως δημιουργείται από την άρνησή της. Αυτό σίγουρα ίσχυε στην περίπτωση της οικιακής εργασίας, η οποία παρέμενε αόρατη και απαξιωμένη ώσπου να αναδυθεί ένα κίνημα γυναικών που αρνήθηκε να αποδεχτεί την αναπαραγωγική δουλειά ως τη φυσική τους μοίρα. Ήταν η εξέγερση των γυναικών ενάντια σε αυτή τη δουλειά στις δεκαετίες του ’60 και ’70 που αποκάλυψε την κεντρικότητα της απλήρωτης οικιακής εργασίας στην καπιταλιστική οικονομία, αναδιαμορφώνοντας την εικόνα μας για την κοινωνία ως ένα τεράστιο κύκλωμα οικιακών φυτειών και γραμμών παραγωγής, όπου αρθρώνεται η παραγωγή εργατών σε καθημερινή και γενεαλογική βάση.

Οι φεμινίστριες εδραίωσαν ότι η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης συμπεριλαμβάνει ένα ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων από την κατανάλωση αγαθών, καθώς το φαγητό πρέπει να μαγειρευτεί, τα ρούχα πρέπει να πλυθούν, τα κορμιά πρέπει να χαϊδευτούν και να τους κάνουν έρωτα. Η αναγνώριση  της σημασίας της αναπαραγωγής και της γυναικείας οικιακής εργασίας για την καπιταλιστική συσσώρευση από τις φεμινίστριες, οδήγησε σε μια αναθεώρηση των κατηγοριών του Μαρξ και σε μια νέα κατανόηση της ιστορίας και των θεμελιακών αρχών της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ταξικής πάλης. Με αφετηρία τις αρχές της δεκαετίας του ’70, άρχισε να διαμορφώνεται μια φεμινιστική θεωρία που ριζοσπαστικοποίησε τη θεωρητική μετατόπιση που εγκαινίασαν οι κριτικές των Τριτοκοσμιστών στον Μαρξ, επιβεβαιώνοντας ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ταυτιστεί με τη μισθωτή, συμβατική εργασία, ότι, στην ουσία, είναι ανελεύθερη εργασία, και αποκαλύπτοντας ουσιαστικά τον ομφάλιο λώρο που συνδέει την απαξίωση της αναπαραγωγικής δουλειάς και την απαξίωση της κοινωνικής θέσης των γυναικών.

Αυτή η αλλαγή παραδείγματος είχε και πολιτικές επιπτώσεις. Η πιο άμεση ήταν η άρνηση των συνθημάτων της Μαρξιστικής Αριστεράς, όπως οι ιδέες της «γενικής απεργίας» ή της «άρνησης εργασίας», καμία από τις οποίες δεν συμπεριλάμβανε τις οικιακά εργαζόμενες. Με το πέρασμα του χρόνου, έχει ενισχυθεί η συνειδητοποίηση ότι ο Μαρξισμός, φιλτραρισμένος μέσα από τον Λενινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, έχει εκφράσει τα συμφέροντα ενός περιορισμένου τομέα του παγκόσμιου προλεταριάτου, αυτόν που περιλαμβάνει τους λευκούς, ενήλικες, άρρενες εργάτες, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό αντλούν τη δύναμή τους από το γεγονός πως εργάζονται στους τομείς αιχμής της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής, στα υψηλότερα επίπεδα τεχνολογικής ανάπτυξης.

Το θετικό σε όλα αυτά είναι ότι η ανακάλυψη της αναπαραγωγικής δουλειάς έχει καταστήσει δυνατή την κατανόηση ότι η καπιταλιστική παραγωγή βασίζεται στην παραγωγή ενός συγκεκριμένου τύπου εργάτη και, συνεπώς, ενός συγκεκριμένου τύπου οικογένειας, σεξουαλικότητας, πολλαπλασιασμού, έτσι, έχει καταστήσει δυνατό τον επαναπροσδιορισμό της ιδιωτικής σφαίρας ως σφαίρας σχέσεων παραγωγής και ως πεδίου αντικαπιταλιστικού αγώνα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές που απαγορεύουν την έκτρωση θα μπορούσαν να αποκωδικοποιηθούν ως μηχανισμοί για τη ρύθμιση της προσφοράς εργασίας, η πτώση του ρυθμού γεννήσεων και η αύξηση των διαζυγίων θα μπορούσαν να διαβαστούν ως περιπτώσεις αντίστασης στην καπιταλιστική πειθαρχία της εργασίας. Το προσωπικό έγινε πολιτικό και το κεφάλαιο και το κράτος βρέθηκαν να περιορίζουν τις ζωές και την αναπαραγωγή μας μέχρι και στην κρεβατοκάμαρα.

Στη βάση αυτής της ανάλυσης, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 –μια κρίσιμη εποχή για την καπιταλιστική χάραξη πολιτικών, αυτή κατά την οποία έγιναν τα πρώτα βήματα προς μια νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, οι φεμινίστριες μπορούσαν να δουν ότι η εκτυλισσόμενη καπιταλιστική κρίση ήταν απάντηση όχι μόνο στους εργοστασιακούς αγώνες, αλλά και στη γυναικεία άρνηση της οικιακής εργασίας, όπως επίσης και στην αυξανόμενη αντίσταση των νέων γενεών Αφρικανών, Ασιατών, Λατινοαμερικάνων και Καραϊβικανών στην κληρονομιά της αποικιοκρατίας. Σημαντικές συνεισφορές αποτέλεσαν τα έργα των Dalla Costa, Fortunati, Boch, οι οποίες έδειξαν ότι οι αόρατοι αγώνες των γυναικών ενάντια στην οικιακή πειθαρχία ανέτρεπαν το μοντέλο αναπαραγωγής που είχε αποτελέσει το στυλοβάτη του Φορντισμού. Η Dalla Costa επισήμανε, για παράδειγμα, ότι από το τέλος του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου οι γυναίκες στην Ευρώπη είχαν εμπλακεί σε μια σιωπηλή απεργία ενάντια στην αναπαραγωγή, όπως αποδεικνύεται από την πτώση του ρυθμού γεννήσεων και από την κυβερνητική προώθηση της μετανάστευσης. Η Fortunati στο Brutto Ciao (1976) εξέτασε τα κίνητρα που βρίσκονταν πίσω από τη γυναικεία αγροτική έξοδο μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τον νέο προσανατολισμό του οικογενειακού εισοδήματος προς την αναπαραγωγή των νέων γενεών, και τη σύνδεση ανάμεσα στη γυναικεία μεταπολεμική αναζήτηση για ανεξαρτησία, την αυξημένη επένδυση στα παιδιά τους, και την αυξημένη μαχητικότητα των νέων γενεών εργατών.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αυτοί οι αγώνες έπαψαν να είναι «αόρατοι», αλλά είχαν γίνει μια ανοικτή αποκήρυξη του έμφυλου καταμερισμού εργασίας, με όλα τα συνεπακόλουθά του: οικονομική εξάρτηση από τους άνδρες, κοινωνική υπαγωγή, περιορισμός σε μια απλήρωτη φυσικοποιημένη μορφή εργασίας, κρατικά ελεγχόμενη σεξουαλικότητα και αναπαραγωγή.

Σε αντίθεση με μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση, η κρίση δεν περιορίστηκε στις λευκές γυναίκες της μεσαίας τάξης. Αντίθετα, το πρώτο γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εύλογα ένα κίνημα Μαύρων Γυναικών. Ήταν το Κίνημα των Μητέρων της Πρόνοιας (Welfare Mothers Movement) που, εμπνευσμένο από το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα (Civil Rights Movement), οδήγησε την πρώτη εκστρατεία για κρατικά χρηματοδοτούμενους μισθούς για την οικιακή εργασία, διεκδικώντας την οικονομική αξία της γυναικείας αναπαραγωγικής δουλειάς και ανακηρύσσοντας την «πρόνοια» δικαίωμα των γυναικών.

Οι γυναίκες κινητοποιήθηκαν επίσης ανά την Αφρική, την Ασία, τη Λατινική Αμερική, όπως έδειξε το πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο για τις Γυναίκες των Ηνωμένων Εθνών που έγινε στην Πόλη του Μεξικό το 1975. Αυτό το συνέδριο και τα όσα επακολούθησαν απέδειξαν ότι οι αγώνες των γυναικών για την αναπαραγωγή
ανακατεύθυναν τη μετααποικιακή οικονομία προς μια αυξημένη επένδυση στο οικιακό εργατικό δυναμικό, και πως αποτέλεσαν τον πιο σημαντικό παράγοντα για την αποτυχία των αναπτυξιακών σχεδίων της Παγκόσμιας Τράπεζας για την εμπορευματοποίηση της γεωργίας. Στην Αφρική, οι γυναίκες αρνήθηκαν πεισματικά να επιστρατευθούν για να δουλέψουν στις προς πώληση σοδειές των συζύγων τους, αντιπροτείνοντας μια γεωργία προσανατολισμένη στην αυτοκατανάλωση και, μέσα από αυτή τη διαδικασία, μεταμορφώνοντας το χωριό από ένα πεδίο για την αναπαραγωγή φθηνής εργασίας (Meillassoux) σε ένα πεδίο αντίστασης στην εκμετάλλευση. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, αυτή η αντίσταση είχε πλέον αναγνωριστεί ως ο βασικός παράγοντας για την κρίση των γεωργικών σχεδίων ανάπτυξης της Παγκόσμιας Τράπεζας, προκαλώντας μια πλημμυρίδα άρθρων πάνω στη «γυναικεία συνεισφορά στην ανάπτυξη».

Δεδομένων των γεγονότων που περιέγραψα, δε μας εκπλήσσει ότι η αναδιάρθρωση που έλαβε χώρα με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχει οδηγήσει σε μια μείζονα αναδιοργάνωση της αναπαραγωγής, όπως επίσης και σε μια εκστρατεία κάτα των γυναικών στο όνομα του «πληθυσμιακού ελέγχου». Σε αυτά που ακολουθούν, εξετάζω τις βασικές πτυχές αυτής της αναδιάρθρωσης, σε μια προσπάθεια αξιολόγησης των κυρίαρχων τάσεων, των κοινωνικών επιπτώσεών της, και της επίδρασης που είχε στις ταξικές σχέσεις. Πρώτα όμως, θέλω να ξεκαθαρίσω γιατί συνεχίζω να χρησιμοποιώ την έννοια της εργατικής δύναμης, την οποία έχουν κριτικάρει κάποιες φεμινίστριες, επισημαίνοντας ότι οι γυναίκες παράγουν έμβια άτομα –παιδιά, συγγενείς, φίλους– όχι εργατική δύναμη. Η κριτική έχει γίνει δεκτή. Η εργατική δύναμη είναι μια αφαίρεση. Όπως μας λέει ο Μαρξ, επαναλαμβάνοντας τον Sismondi, «δεν είναι τίποτα εκτός εάν πουληθεί» και αξιοποιηθεί.[9] Ωστόσο, επιμένω σε αυτήν την έννοια για διάφορους λόγους. Πρώτον, προκειμένου να αναδείξω το γεγονός ότι σε μια καπιταλιστική κοινωνία η αναπαραγωγική δουλειά δεν είναι η ελεύθερη αναπαραγωγή των εαυτών μας ή των άλλων σύμφωνα με τις δικές μας ή τις δικές τους επιθυμίες. Στο βαθμό που άμεσα ή έμμεσα ανταλλάσσεται για ένα εισόδημα, η αναπαραγωγική δουλειά υπόκειται, από όλες τις απόψεις, στις συνθήκες που της επιβάλλονται από την καπιταλιστική οργάνωση και από τις σχέσεις παραγωγής. Με άλλα λόγια, η οικιακή εργασία δεν είναι μια ελεύθερη δραστηριότητα. Είναι «η παραγωγή και αναπαραγωγή του πιο αναντικατάστατου μέσου παραγωγής του καπιταλισμού: του εργάτη».[10] Έτσι, υπόκειται σε όλους τους περιορισμούς που προκύπτουν από το γεγονός ότι το προϊόν της πρέπει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας.

Δεύτερον, η ανάδειξη της αναπαραγωγής της «εργατικής δύναμης» αποκαλύπτει τη διττότητα, την αντίφαση που είναι έμφυτη στην αναπαραγωγική εργασία και, επομένως, τον ασταθή, δυνητικά ρηξικέλευθο χαρακτήρα αυτής της δουλειάς. Στο βαθμό που η εργατική δύναμη δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσα στο έμβιο άτομο, η αναπαραγωγή της πρέπει να αποτελεί ταυτόχρονα μια διαδικασία δημιουργίας και αξιοποίησης επιθυμητών χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων, καθώς και μια ικανοποίηση των εξωγενώς επιβαλλόμενων προτύπων της αγοράς εργασίας. Όσο αδύνατο είναι, λοιπόν, να διαχωριστεί το έμβιο άτομο από την εργατική του δύναμη, άλλο τόσο είναι αδύνατο να διαχωριστούν οι δύο αντίστοιχες όψεις της αναπαραγωγικής δουλειάς, αλλά η επιμονή στην έννοια [της εργατικής δύναμης] φέρνει στην επιφάνεια την ένταση, τον δυνητικό διαχωρισμό, υπαινίσσεται έναν κόσμο συγκρούσεων, αντιστάσεων, αντιφάσεων που έχουν πολιτική σημασία. Μεταξύ άλλων (μια κατανόηση που υπήρξε κρίσιμη για το κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών), μας λέει ότι μπορούμε να αγωνιστούμε ενάντια στην οικιακή εργασία χωρίς να πρέπει να φοβόμαστε ότι θα καταστρέψουμε τις κοινότητές μας, καθώς αυτή η δουλειά φυλακίζει τόσο τους παραγωγούς όσο και αυτούς που παράγονται.

Θέλω, επίσης, να υπερασπιστώ την επιμονή μου, ενάντια στις μεταμοντέρνες τάσεις, στη διάκριση ανάμεσα στην παραγωγή και την αναπαραγωγή. Υπάρχει σίγουρα μια σημαντική έννοια με την οποία η διαφορά μεταξύ των δύο έχει θολώσει. Οι αγώνες της δεκαετίας του 1960 σε Ευρώπη και Η.Π.Α., ειδικά των φοιτητικών και φεμινιστικών κινημάτων, έχουν διδάξει στην καπιταλιστική τάξη ότι η επένδυση στην αναπαραγωγή των μελλοντικών γενεών εργατών «δεν αποδίδει», δεν αποτελεί εγγύηση για μια αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας. Επομένως, όχι μόνο έχει μειωθεί δραστικά η κρατική επένδυση στο εργατικό δυναμικό, αλλά έχουν αναδιοργανωθεί και οι αναπαραγωγικές δραστηριότητες ως υπηρεσίες παραγωγής αξίας που οι εργάτες πρέπει να πληρώσουν και να αγοράσουν. Με αυτόν τον τρόπο, η αξία που παράγουν οι αναπαραγωγικές δραστηριότητες υλοποιείται άμεσα, αντί να καθίσταται εξαρτώμενη από την επίδοση των εργατών που αναπαράγουν. Αλλά, όπως δείχνω αργότερα, η επέκταση του τομέα των υπηρεσιών δεν έχει εξαλείψει την οικιακή απλήρωτη αναπαραγωγική δουλειά, ούτε και τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας στον οποίο είναι ενσωματωμένη, ο οποίος ακόμα διαχωρίζει την παραγωγή και την αναπαραγωγή, με όρους των υποκειμένων αυτών των δραστηριοτήτων και της μεροληψίας σχετικά με την απόδοση μισθού ή τη στέρησή του.

Τέλος, κάνω λόγο για «αναπαραγωγική», και όχι για «συναισθηματική», εργασία επειδή, ακόμα και με τις Σπινοζικές του υποδηλώσεις, αυτός ο όρος περιγράφει ένα περιορισμένο κομμάτι της δουλειάς που απαιτεί η αναπαραγωγή των ανθρώπων και διαγράφει την ανατρεπτική δυνατότητα της φεμινιστικής έννοιας της αναπαραγωγικής δουλειάς, η οποία, αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις που είναι έμφυτες σε αυτή τη δουλειά, αναγνωρίζει την πιθανότητα συμμαχιών, μορφών συνεργασίας μεταξύ των παραγωγών και των παραγόμενων –μητέρων και παιδιών, δασκάλων και μαθητών/ριών, νοσοκόμων και ασθενών.

Έχοντας στο νου μας αυτόν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της αναπαραγωγικής δουλειάς, ας ρωτήσουμε λοιπόν: Πώς έχει αναδιαρθρώσει την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού η οικονομική παγκοσμιοποίηση; Και ποιές ήταν οι επιπτώσεις αυτής της αναδιάρθρωσης στους εργάτες και ειδικά στις γυναίκες που είναι παραδοσιακά τα κεντρικά υποκείμενα της αναπαραγωγικής δουλειάς; Τέλος, τί μαθαίνουμε από αυτήν την αναδιάρθρωση σχετικά με την καπιταλιστική ανάπτυξη και τη θέση της Μαρξιστικής θεωρίας στους αντικαπιταλιστικούς αγώνες της εποχής μας; Η απάντησή μου σε αυτά τα ερωτήματα παρουσιάζεται σε δύο μέρη. Πρώτα θα αναφερθώ σύντομα στις βασικές αλλαγές που επέφερε η παγκοσμιοποίηση στη γενική διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής και στις ταξικές σχέσεις, για να ασχοληθώ στη συνέχεια πιο διεξοδικά με την αναδιάρθρωση της αναπαραγωγικής δουλειάς.

Ενότητα 3: Ονομασία του Ανυπόφορου, Πρωταρχική Συσσώρευση και η Αναδιάρθρωση της Αναπαραγωγής

Υπάρχουν πέντε βασικοί τρόποι με τους οποίους έχει απαντήσει η αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, στην οποία αναφερόμαστε ως «παγκοσμιοποίηση», στον κύκλο αγώνων που κορυφώθηκαν κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 και που μεταμόρφωσαν την οργάνωση της αναπαραγωγής και των ταξικών σχέσεων.

Πρώτα υπήρξε η διεύρυνση της αγοράς εργασίας. Η παγκοσμιοποίηση παρήγαγε ένα ιστορικό άλμα στο μέγεθος του παγκόσμιου προλεταριάτου, μέσα από μια παγκόσμια διαδικασία περιφράξεων που χώρισε εκατομμύρια από τη γη τους, τις δουλειές τους, τα «εθιμικά δικαιώματά» τους, και μέσω της αυξημένης εργασίας των γυναικών. Δε μας εκπλήσσει ότι η παγκοσμιοποίηση παρουσιάστηκε ως διαδικασία Πρωταρχικής Συσσώρευσης. Έχει πάρει πολλές μορφές: (1) στον βορρά, βιομηχανική αποκέντρωση και επανεγκατάσταση, καθώς και ελαστικοποίηση και επισφαλειοποίηση της δουλειάς, just-in-time παραγωγή, (2) στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, αποκρατικοποίηση της βιομηχανίας και αποκολλεκτιβοποίηση της γεωργίας και ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού πλούτου, (3) στον νότο, απελευθέρωση των εισαγωγών, υποτίμηση του νομίσματος, οργάνωση της παραγωγής στα πρότυπα των μεξικανικών maquilas,[11] «δομική αναπροσαρμογή». Ωστόσο, παντού ο στόχος ήταν ο ίδιος. Με την καταστροφή των οικονομιών αυτοκατανάλωσης, με τον διαχωρισμό των παραγωγών από τα μέσα επιβίωσης, με την εξάρτηση εκατομμυρίων από τα χρηματικά εισοδήματα, ακόμα και όταν αδυνατούν να βρουν πρόσβαση σε αμειβόμενη εργασία, για άλλη μια φορά, η καπιταλιστική τάξη, μέσω της παγκόσμιας αγοράς εργασίας, έχει επανακτήσει την πρωτοβουλία, έχει επανακινήσει τη διαδικασία συσσώρευσης, έχει κόψει το κόστος της εργατικής παραγωγής. Δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν προστεθεί στην αγορά εργασίας. Αυτό καταδεικνύει την πλάνη των θεωριών (βλ. Negri και Hardt στο Πλήθος και Αυτοκρατορία)[12] που υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός δεν απαιτεί πλέον τεράστια ποσά έμβιας εργασίας, εφόσον κινείται προς μια αυξανόμενη αυτοματοποίηση της παραγωγής.

Δεύτερον, η αποεδαφικοποίηση του κεφαλαίου και η χρηματικοποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων έχουν, κατά τα φαινόμενα, απελευθερώσει το κεφάλαιο από τους φραγμούς που του επέβαλλε η αντίσταση στην απαλλοτρίωση και στην εκμετάλλευση της εργασίας.

Τρίτον, η απόσυρση του κράτους από την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού [μέσω Δομικής Αναπροσαρμογής, της διάλυσης του «κράτους πρόνοιας» και του κρατικού σοσιαλισμού] έχει μειώσει σημαντικότατα τις συντάξεις, τις υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τις δημόσιες μεταφορές, τις επιβάρυνε με υψηλά καταναλωτικά τέλη, υποχρέωσε τα άτομα να αναλάβουν το πλήρες κόστος της αναπαραγωγής τους. Οι αγώνες της δεκαετίας του 1960 δίδαξαν στο κεφάλαιο ότι η επένδυση στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης δεν «πληρώνει», δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας.

Τέταρτον, έχει επέλθει μια τεράστια επέκταση της ελεύθερης οικειοποίησης και εκμετάλλευσης των «φυσικών πόρων» από το κεφάλαιο. Κυρίως μέσα από τον μηχανισμό «αποπληρωμής των χρεών» και «Δομικής Αναπροσαρμογής», χώρες από την Αφρική ως την Ασία, έχουν οδηγηθεί στην πώληση των δασών τους, στην απαλλοτρίωση/ιδιωτικοποίηση τεράστιων εκτάσεων γης, όπου κατοικούσε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, και στη διάθεσή τους για εξαγωγή ορυκτών.

Συνδυασμένες, αυτές οι τάσεις έχουν παράξει ένα γιγάντιο άλμα στην καπιταλιστική συσσώρευση, αλλά προκάλεσαν μια δραστική παγκόσμια υποτίμηση της εργατικής δύναμης και υπανάπτυξη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Έχουν καταργήσει κάθε είδους κοινωνικού συμβόλαιου και έχουν απορυθμίσει τις εργασιακές σχέσεις. Ως συνέπεια έχουμε δει την επιστροφή, σε τεράστια κλίμακα, ανελεύθερων μορφών εργασίας. Μέσα από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, ειδικά με  την  ψηφιοποίηση της δουλειάς και την αποεδαφικοποίηση του κεφαλαίου, έχει δημιουργηθεί ένα οικονομικό σύστημα που επιτρέπει μια μόνιμη διαδικασία Πρωταρχικής Συσσώρευσης (Werholf), τέτοια που όχι μόνο καταστρέφει τους «θύλακες κομμουνισμού» που έχουν κατακτήσει οι άνω του ενός αιώνα εργατικοί αγώνες, αλλά και που υπονομεύει την «παραγωγή των κοινών» μας. Από αυτήν την άποψη, είναι αδύνατο να μοιραστούμε την αισιοδοξία των Negri και Hardt, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι με την ψηφιοποίηση της δουλειάς και με την πληροφοριακή επανάσταση μπαίνουμε στη φάση απόλυτης αυτοματοποίησης που προέβλεψε ο Μαρξ στις Grundrisse, όπου η καπιταλιστική παραγωγή δεν απαιτεί πλέον έμβια εργασία, όπου η εργατοώρα δεν αποτελεί πλέον τη μονάδα μέτρησης της αξίας, και το τέλος της δουλειάς είναι απτό και εξαρτάται μόνο από μια αλλαγή στις σχέσεις ιδιοκτησίας.

Απομονωμένες, κάποιες πτυχές αυτής της αναδιάρθρωσης –π.χ. η ελαστικοποίηση και η επισφαλειοποίηση της δουλειάς– μπορεί να παρουσιάζονται ως λυτρωτικές εναλλακτικές (για παράδειγμα στην αυστηρή συστηματοποίηση της ρουτίνας του 9 με 5), αν όχι και ως προσδοκίες για μια κοινωνία χωρίς εργάτες. Αλλά από την οπτική της ολότητας των σχέσεων εργατών-κεφαλαίου, αποτελούν αναντίρρητες εκφράσεις της συνεχιζόμενης ικανότητας του κεφαλαίου να αποσυσπειρώνει τους εργάτες και να αποκλείει τον αποτελεσματικό οργανωτικό αγώνα στον χώρο έμμισθης εργασίας. Επίσης, η αποκρατικοποίηση της βιομηχανίας και της επένδυσης στο εργατικό δυναμικό, είτε σε πρώην σοσιαλιστικές είτε σε καπιταλιστικές χώρες, παρόλο που φαινομενικά αποτελεί απάντηση στην εξέγερση ενάντια στην γραφειοκρατικοποίηση της ζωής που επέβαλαν τα σοσιαλιστικά κράτη και τα κράτη πρόνοιας, στην πραγματικότητα αποτέλεσε τροχοπέδη. Αποτελεί μια έκφραση της δυνατότητας του κεφαλαίου να αρνείται κάθε κοινωνικό συμβόλαιο, να καταργεί ντε φάκτο κάθε συμβατική σχέση, και να επιστρέφει σε μια κατάσταση πραγμάτων όπου η μόνη εγγύηση που παρέχεται στους εργάτες είναι η απόλυτη έλλειψη κάθε ασφάλειας όσον αφορά στους μισθούς, στα επιδόματα, στην απασχόληση. Με λίγα λόγια, από την οπτική γωνία της κοινωνικής αναπαραγωγής μπορούμε να δούμε ότι το τεχνολογικό άλμα που επιτεύχθηκε μέσω της ψηφιοποίησης της παραγωγής έχει προϋποθέσει μια τεράστια καταστροφή του κοινωνικού, οικονομικού, οικολογικού πλούτου, ένα γιγάντιο άλμα στην εκμετάλλευση και υποτίμηση της εργασίας, και την μεγέθυνση των διαχωρισμών εντός του παγκόσμιου προλεταριάτου.

Οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις των εξελίξεων αυτών υπήρξαν δραματικές. Τα πραγματικά εισοδήματα και η απασχόληση μειώθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο, η πρόσβαση σε φυσικά μέσα διαβίωσης μειώθηκε δραστικά, η εξαθλίωση και η πείνα έγιναν ευρέως διαδεδομένα φαινόμενα, ακόμα και στις αναπτυγμένες χώρες. Τριάντα – επτά εκατομμύρια πεινάνε στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση. Αντί να μειωθούν από την εισαγωγή της τεχνολογίας, οι ώρες εργασίας ημερησίως και το όριο συνταξιοδότησης, έχουν παραταθεί στο μέγιστο, κάνοντας τον “ελεύθερο χρόνο” και τη συνταξιοδότηση να μοιάζουν ουτοπίες. Στις ΗΠΑ, για τους περισσότερους εργάτες αποτελεί πλέον αναγκαιότητα να δουλεύουν παράλληλα μέχρι και σε τρεις θέσεις εργασίας, απογυμνωμένοι των συντάξεών τους, πολλοί μεταξύ των 60 και των 70 ετών επιστρέφουν στην αγορά εργασίας. Εν τω μεταξύ, η καταστροφή των δασών, των υδάτων των ωκεανών, των κοραλλιογενών υφάλων, των ζώων και των κηπευτικών ειδών από τις εταιρείες, έχει φτάσει σε μια ιστορική αιχμή, στο βαθμό σύγκρουσης, όχι μόνο μεταξύ καπιταλιστών και εργαζομένων, αλλά και μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων λόγω της μείωσης των πόρων.[13]

Όπως έχει αναφερθεί, είδαμε επίσης την επιστροφή της ανελεύθερης εργασίας και της ολοένα αυξανόμενης ποινικοποίησης της εργατικής τάξης, καθώς και το σχηματισμό ενός εκτός νόμου προλεταριάτου που αποτελείται από μετανάστες χωρίς χαρτιά, επισφαλείς εργαζόμενους, παραγωγούς παράνομων εμπορευμάτων, εργαζόμενους στη βιομηχανία του σεξ. Αποτελούν μια πληθώρα προλετάριων που εργάζονται στο σκοτάδι, υπενθυμίζοντας μας ότι η ύπαρξη ενός αριθμού εργαζομένων χωρίς δικαιώματα -είτε είναι σκλάβοι, κατάδικοι, ή χωρίς χαρτιά- παραμένει μια δομική αναγκαιότητα της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ιδιαίτερα σκληρή, έχει υπάρξει η επίθεση εναντίον της νεολαίας, ιδίως της μαύρης νεολαίας, τους αποδέκτες της κληρονομιάς του Black Power, αλλά και, ως ένα είδος προληπτικού χτυπήματος και εξορκισμού του 1968, ενάντια σε έναν ευρύτερο πληθυσμό νέων στους οποίους τίποτα δεν έχει παραχωρηθεί, ούτε ασφάλεια στην απασχόληση, ούτε πρόσβαση στην εκπαίδευση, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός, αν και είναι άκρως διαφωτιστικό, ότι ανάμεσα στις κοινωνικές συνέπειες της αναδιάρθρωσης της αναπαραγωγής είναι η αύξηση των αυτοκτονιών στη νεολαία, καθώς και η αύξηση της βίας κατά των γυναικών και των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της βρεφοκτονίας.

Σίγουρα, αυτή η επίθεση στην αναπαραγωγή των εργαζομένων δεν έχει προχωρήσει χωρίς αμφισβητήσεις. Η εκτεταμένη χρήση του πιστωτικού χρήματος στις ΗΠΑ, πρέπει να θεωρηθεί ως μια απάντηση στη μείωση μισθών και ως άρνηση της λιτότητας που επιβάλλεται από τη μείωση των μισθών. Σε ολόκληρο τον κόσμο, ένα κίνημα των κινημάτων έχει αναπτυχθεί που έχει αμφισβητήσει κάθε πτυχή της παγκοσμιοποίησης. Αυτό εν μέρει εξηγεί την συνεχιζόμενη ανάγκη για ΠΟΛΕΜΟ και ΚΡΙΣΗ ως στυλοβάτη της συσσώρευσης.

Εξετάζοντας την παγκόσμια οικονομία από τη σκοπιά της κοινωνικής αναπαραγωγής πρέπει επίσης να συμπεραίνουμε ότι, παρά το Internet, η επικοινωνία και η κοινωνική συνεργασία δεν διευρύνθηκε. Η παγκοσμιοποίηση υπονόμευσε τις βασικότερες προϋποθέσεις για την «παραγωγή των κοινών», που είναι η κοινόχρηστη κατοχή γης και φυσικών πόρων. Απέχοντας από το να ισοπεδώσει την παγκόσμια τάξη σε ένα δίκτυο εξίσου αλληλεξαρτώμενων κυκλωμάτων -όπως επιμένουν φιλελεύθεροι οικονομολόγοι, δημοσιογράφοι σαν τον Thomas Friedman, όπως επίσης και Αυτόνομοι Μαρξιστές όπως ο Νέγκρι- έχει ανασυγκροτηθεί σε πυραμιδοειδή δομή, αυξάνοντας την ανισότητα και την πόλωση, και εμβαθύνοντας τις ιεραρχίες που έχουν ιστορικά χαρακτηρίσει τον έμφυλο και διεθνή καταμερισμό της εργασίας, η οποία υπονόμευσε τον αντι-αποικιοκρατικό αγώνα και τα κινήματα απελευθέρωσης των γυναικών.

Το στρατηγικό κέντρο της Πρωτογενούς Συσσώρευσης ήταν ο πρώην αποικιακός κόσμος, ιστορικά το υπογάστριο του καπιταλιστικού συστήματος, ο τόπος της σκλαβιάς και οι φυτείες. Είναι εδώ που είδαμε τις πιο ριζοσπαστικές διαδικασίες εξαθλίωσης, την πιο ριζοσπαστική απόσυρση του κράτους και υποτίμηση της εργασίας. Αυτή η διαδικασία έχει τεκμηριωθεί καλά. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1980, ως συνέπεια των SAP, στις περισσότερες χώρες του Τρίτου Κόσμου έχει αυξηθεί η ανεργία τόσο πολύ ώστε η USAID θα μπορούσε να προσλάβει εργαζόμενους στους οποίους να μην προσφέρει τίποτα περισσότερο από τρόφιμα για εργασία. Οι μισθοί μειώθηκαν τόσο πολύ που γυναίκες εργαζόμενες αναφέρουν ότι αγοράζουν αυγά ή ντομάτες με το τεμάχιο. Ολόκληροι λαοί έχουν δαιμονοποιηθεί, ενώ ταυτόχρονα τους έχουν παρθεί τα εδάφη τους για κυβερνητικά σχέδια και έχουν δοθεί σε ξένους επενδυτές. Επί του παρόντος, η μισή Αφρική είναι για επείγουσα βοήθεια. Στη Δυτική Αφρική, από τον Νίγηρα ως τη Νιγηρία, τη Γκάνα, το ηλεκτρικό ρεύμα έχει πέσει, τα εθνικά δίκτυα έχουν απενεργοποιηθεί αναγκάζοντας εκείνους που έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν μεμονωμένες γεννήτριες, το βουητό των οποίων πρωταγωνιστεί τώρα τις νύχτες, κάνοντας δύσκολο για τους ανθρώπους ακόμα και να κοιμηθούν. Κρατικοί προϋπολογισμοί για την υγεία και την εκπαίδευση, επιδοτήσεις στους γεωργούς, υποστήριξη για βασικές ανάγκες, όλα έχουν τσεκουρωθεί. Κατά συνέπεια, το προσδόκιμο ζωής μειώνεται και επανεμφανίζονται φαινόμενα που ο καπιταλισμός υποτίθεται ότι θα είχε εξαλείψει από προσώπου γης πριν πολύ καιρό: λιμοί, πείνα, επιδημίες, πόλεμοι, ακόμη και κυνήγι μαγισσών. Ο Mike Davis έχει χρησιμοποιήσει τη φράση «Πλανήτης των παραγκουπόλεων» αναφερόμενος σε αυτή την κατάσταση, αν και είναι πιο σωστό να μιλάμε για «Πλανήτη των γκέτο», ένα παγκόσμιο καθεστώς απαρτχάιντ.

Εάν σκεφτούμε, επιπλέον, ότι μέσω της κρίσης του χρέους και των SAP, οι χώρες του τρίτου κόσμου αναγκάστηκαν να εκτρέψουν την παραγωγή τροφίμων από την εγχώρια στην εξαγωγική αγορά, να στρέψουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις από την παραγωγή βρώσιμων σοδειών στην εξόρυξη ορυκτών και την παραγωγή βιο-καυσίμων, να αποψιλώσουν τα δάση τους, να μετατραπούν σε χωματερές για κάθε είδους απόβλητα, καθώς και εδάφη για κυνήγι γονιδίων από τις φαρμακευτικές εταιρίες, τότε πρέπει να καταλήξουμε ότι, στα σχέδια του διεθνούς κεφαλαίου, υπάρχουν τώρα περιοχές του κόσμου σημαδεμένες για “μηδενική αναπαραγωγή”. Πράγματι, μπορούμε να δούμε ότι η ΕΞΟΥΣΙΑ-ΘΑΝΑΤΟΥ είναι εξίσου σημαντική με τη ΒΙΟ-ΕΞΟΥΣΙΑ στη διαμόρφωση των καπιταλιστικών σχέσεων, ως μέσο για από-συσσώρευση ανεπιθύμητων εργαζομένων, έντονων αντιστάσεων, μείωση του κόστους της παραγωγής.

Είναι ένα μέτρο του βαθμού υπανάπτυξης της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στον Τρίτο Κόσμο ότι εκατομμύρια αντιμετωπίζουν ανείπωτες δυσκολίες και την προοπτική του θανάτου και της φυλάκισης με σκοπό να μεταναστεύσουν. Σίγουρα η μετανάστευση δεν είναι απλώς μια «ανάγκη» αλλά μια επιλογή, μια φυγή προς τα υψηλότερα επίπεδα του αγώνα, ένα μέσο για να αναδιανεμηθεί ο κλεμμένος πλούτος. Είναι επίσης αλήθεια ότι η μετανάστευση έχει αποκτήσει ένα αυτόνομο χαρακτήρα που την καθιστά δύσκολο να χρησιμοποιηθεί ως ένας ρυθμιστικός μηχανισμός. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκατομμύρια αφήνουν τις χώρες τους, επειδή είναι αδύνατο να αναπαραχθούν σε αυτές. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν παρατηρούμε ότι το ήμισυ των μεταναστών είναι γυναίκες, πολλές παντρεμένες, που πρέπει να αφήσουν πίσω τα παιδιά τους. Ιστορικά αυτή η πρακτική είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστη. Οι γυναίκες είναι εκείνες που παραμένουν, όχι λόγω έλλειψης πρωτοβουλίας ή λόγω παραδοσιακών περιορισμών, αλλά επειδή αναλαμβάνουν την ευθύνη της αναπαραγωγής της οικογένειας τους. Αυτές είναι που εξασφαλίζουν το φαγητό των παιδιών, συχνά το στερούνται οι ίδιες, και την περίθαλψη των ηλικιωμένων ή των αρρώστων. Συνεπώς, όταν εκατοντάδες χιλιάδες αντιμετωπίζουν χρόνια ταπείνωσης και αποξένωσης, και ζουν με την αγωνία του να μην είναι ικανές να παρέχουν στους ανθρώπους που αγαπούν, τη φροντίδα που παρέχουν σε άλλους σε ολόκληρο τον κόσμο, καταλαβαίνουμε ότι συμβαίνει κάτι πολύ δραματικό στην οργάνωση της αναπαραγωγής παγκόσμια.

Πρέπει να απορρίψουμε, ωστόσο, το συμπέρασμα ότι η προφανής αδιαφορία της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης για την απώλεια της ζωής παγκόσμια, είναι απόδειξη ότι το κεφάλαιο δεν χρειάζεται πλέον την έμβια εργασία. Στην πραγματικότητα, η καταστροφή της ανθρώπινης ζωής σε μεγάλη κλίμακα αποτελεί κύριο συστατικό του καπιταλισμού από τη γένεση του, ως το απαιτούμενο αντίστοιχο της συσσώρευσης των εργαζομένων, η οποία είναι αναπόφευκτα μια βίαιη διαδικασία. Οι επαναλαμβανόμενες «κρίσεις της αναπαραγωγής» που είδαμε στην Αφρική τις τελευταίες δεκαετίες έχουν τις ρίζες τους σε αυτή την διαλεκτική. Επίσης, η επιστροφή της επισφαλούς εργασίας και φαινομένων που ενδέχεται να μοιάζουν απεχθή σε ένα «σύγχρονο κόσμο» -οι μαζικές φυλακίσεις, η διακίνηση και εμπορία αίματος, οργάνων, ανθρώπινων μελών- πρέπει να γίνει αντιληπτή μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ο καπιταλισμός καλλιεργεί μια μόνιμη κρίση της αναπαραγωγής. Εάν δεν έχει καταστεί αυτό σαφές, είναι επειδή οι «ανθρώπινες καταστροφές» που έχει προκαλέσει έχουν ιστορικά εξωτερικευθεί, περιορίστηκαν στις αποικίες, και έγιναν έτσι αόρατες ή δικαιολογήθηκαν σαν αποτέλεσμα της πολιτιστικής καθυστέρησης, προσάρτημα λανθασμένων παραδόσεων, φυλετισμός. Αυτή η «εξωτερίκευση» συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπως και το ιδεολογικό της περιτύλιγμα. Η οικονομική και κοινωνική αποδιάρθρωση που αντιμετωπίζουν πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου λόγω των επιπτώσεων της οικονομικής φιλελευθεροποίησης εξορθολογίζεται μέσω του ξεσκονίσματος μιας αποικιοκρατικής ιδεολογίας που κατηγορεί τα θύματα, βασιζόμενη στην αυξανόμενη απομάκρυνση των κόσμων, και στην ανησυχία για τους άλλους που δημιουργείται από την ορατή ελαχιστοποίηση των πόρων.

Τέλος, η παγκοσμιοποίηση τόσο αλάνθαστα αποκάλυψε την αξία της βιομηχανοποίησης της παραγωγής που έκανε για μας ασύλληπτο το να μιλήσουμε, όπως κάνει ο Μαρξ στις Grundrisse, για την «πολιτιστική επιρροή του κεφαλαίου» σε σχέση με τον «καθολικό σφετερισμό της φύσης» και «την παραγωγή μιας κοινωνίας… [όπου]… η φύση γίνεται απλώς ένα αντικείμενο για την ανθρωπότητα, ένα αμιγώς χρηστικό αντικείμενο, [όπου] παύει να αναγνωρίζεται ως μια δύναμη από μόνη της, και η θεωρητική αναγνώριση των ανεξάρτητων νόμων της, εμφανίζεται μόνο ως μια στρατηγική που έχει σχεδιαστεί για να τη δαμάσει βάσει των ανθρώπινων απαιτήσεων, είτε ως ένα αντικείμενο κατανάλωσης ή ως ένα μέσο παραγωγής».

Όπως και με τις χαλυβουργίες, έτσι και με τους υπολογιστές -τα υλικά, η κατασκευή και η λειτουργία τους- μόλυναν σημαντικά το περιβάλλον. Οι παλιές καθώς και οι νέες μηχανές ήδη καταστρέφουν τη γη, τόσο πολύ ώστε πρόσφατη διάσκεψη στην Πολωνία καταδεικνύει την «επιβιωσιμότητα» ως πολιτικό ζήτημα. [ ] Και σε αυτή την περίπτωση, το θέμα έχει συζητηθεί τόσο πολύ καθημερινά που διατρέχουμε τον κίνδυνο να επαναλαμβάνουμε τα προφανή. Αλλά η απροθυμία/αδυναμία των πολιτικών να αλλάξουν την πορεία του κεφαλαίου, παρ’ όλα τα συσσωρευόμενα αποδεικτικά στοιχεία για την υπερθέρμανση του πλανήτη και άλλες καταστροφές εν τη γενέσει τους, αποδεικνύει όχι μόνο ότι «ο καπιταλισμός είναι μη βιώσιμος» (Dalla Costa), αλλά ότι οποιοδήποτε όνειρο τεχνολογικής εξόδου από αυτόν είναι παράλογη.

Ενότητα 4: Αναπαραγωγική εργασία, γυναικεία εργασία και έμφυλες σχέσεις στη διεθνή οικονομία.

Στο πλαίσιο αυτό είναι που πρέπει να ρωτήσουμε πώς έχει πορευτεί η αναπαραγωγική εργασία στην παγκόσμια οικονομία και πώς οι αλλαγές που έχει υποστεί επηρέασαν τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας και τις σχέσεις μεταξύ γυναικών και ανδρών. Εδώ αποκαλύπτεται η ουσιαστική διαφορά μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής. Η πρώτη διαφορά που παρατηρείται είναι ότι ενώ η παραγωγή έχει αναδιοργανωθεί μέσω του τεχνολογικού άλματος σε βασικούς τομείς της οικονομίας του κόσμου [ ], κανένα τεχνολογικό άλμα δεν έχει σημειωθεί στον τομέα του «νοικοκυριού» μειώνοντας έτσι σημαντικά την εργασία που είναι κοινωνικά απαραίτητη για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Στα βόρεια, ο προσωπικός υπολογιστής έχει εισαχθεί στην αναπαραγωγή ενός μικρού μέρους του πληθυσμού, ψώνια, κοινωνικοποίηση, απόκτηση πληροφοριών, ακόμη και κάποια μορφή σεξουαλικής εργασίας μπορεί τώρα να γίνει διαδικτυακά. Ιαπωνικές εταιρείες προωθούν την ρομποτοποίηση της συντροφιάς και του ζευγαρώματος. Μεταξύ των εφευρέσεων τους είναι οι «νοσοκόμες-ρομπότ» που κάνουν μπάνιο τους ηλικιωμένους και οι διαδραστικοί εραστές που συναρμολογούνται από τον πελάτη, κατασκευασμένοι σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις φαντασιώσεις του. Αλλά ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογικά χώρες, το νοικοκυριό δεν έχει μειωθεί, αντίθετα, έχει ανακατανεμηθεί κυρίως στους ώμους των μεταναστριών από το Νότο και τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Ωστόσο, οι γυναίκες εξακολουθούν να εκτελούν το μεγαλύτερο μέρος του. Αυτό συμβαίνει επειδή, σε αντίθεση με την παραγωγή αγαθών, η αναπαραγωγή των ανθρώπων δεν μπορεί να ανατεθεί στις μηχανές, καθώς αποτελεί την ικανοποίηση πολύπλοκων αναγκών, ανάμεσα στις οποίες σωματικά και συναισθηματικά στοιχεία συνδυάζονται άρρηκτα, απαιτούν ένα υψηλό βαθμό ανθρώπινης αλληλεπίδρασης και μια διαδικασία περισσότερο έντασης εργασίας.

Αυτό είναι προφανές στην αναπαραγωγή των παιδιών και των ηλικιωμένων που περιλαμβάνει την παροχή μιας αίσθησης ασφάλειας, προλαμβάνοντας τους φόβους και τις επιθυμίες τους. Καμία από αυτές τις δραστηριότητες δεν είναι καθαρά «υλική» ή «άυλη», ούτε μπορούν αυτές να καταμεριστούν με τρόπο που να καθιστά δυνατή την αυτοματοποίηση τους ή την αντικατάσταση τους από τον εικονικό κόσμο της διαδικτυακής επικοινωνίας.

Αυτό είναι γιατί το νοικοκυριό, αντί να τεχνολογικοποιείται, έχει ανακατανεμηθεί στους ώμους διαφορετικών υποκειμένων, μέσω της εμπορευματοποίησης του και της παγκοσμιοποίησης. Όπως είναι καλά τεκμηριωμένο, λόγω της αυξημένης συμμετοχής των γυναικών στην έμμισθη εργατική δύναμη, ειδικά στο Βορρά, ένα μεγάλο ποσοστό νοικοκυριών έχουν βγει από το σπίτι και έχουν αναδιοργανωθεί σε εμπορική βάση, οδηγώντας στην εικονική υπερτίμηση του τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος τώρα αποτελεί τον κύριο οικονομικό τομέα από την οπτική της έμμισθης εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι όλο και περισσότερα γεύματα τρώγονται έξω από το σπίτι, περισσότερα ρούχα πλένονται σε καθαριστήρια, περισσότερα τρόφιμα αγοράζονται έτοιμα προς κατανάλωση… Υπήρξε επίσης μείωση των αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων λόγω της άρνησης των γυναικών απέναντι στην πειθαρχία που εμπεριέχει ο γάμος και η ανατροφή των παιδιών. Στις ΗΠΑ, ο αριθμός των γεννήσεων μειώθηκε από 118 ανά 1000 γυναίκες την δεκαετία του 1960, στο 66,7 το 2006, με αποτέλεσμα την αύξηση της μέσης ηλικίας του πληθυσμού από τα 30 το 1980 στα 36.4 το 2006. Η πτώση της δημογραφικής αύξησης είναι ιδιαίτερα υψηλή στη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη, όπου σε ορισμένες χώρες (π.χ., Ιταλία και Ελλάδα) συνεχίζεται η απεργία των γυναικών κατά της αναπαραγωγής, με αποτέλεσμα μια μηδενική δημογραφική αύξηση που δημιουργεί μεγάλη ανησυχία μεταξύ αυτών που χαράσσουν πολιτική και προωθούν τη μετανάστευση. Σημειώθηκε επίσης μείωση του αριθμού των γάμων και των παντρεμένων ζευγαριών στις ΗΠΑ, από το 56% του συνόλου των νοικοκυριών το 1990 σε 51% το 2006, καθώς και μια ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των ατόμων που ζουν μόνοι [στις ΗΠΑ κατά επτάμισι εκατομμύρια- από είκοσι τρία σε τριάντα εκατομμύρια- αύξηση 30%].

Το σημαντικότερο είναι ότι, στην εποχή της Δομικής Αναπροσαρμογής και της οικονομικής αναδιάρθρωσης, έχει λάβει χώρα σε διεθνές επίπεδο μια αναδόμηση των εργασιών αναπαραγωγής, όπου μεγάλο μέρος της αναπαραγωγής των μητροπολιτικών εργατικών τάξεων εκτελούνται τώρα από μετανάστριες.

Ένας Νέος Διεθνής Καταμερισμός της εργασίας έχει κατασκευαστεί βασισμένος στην εξαθλίωση των πληθυσμών του Νότου παγκόσμια, σύμφωνα με τον οποίο γυναίκες από την Ανατολική Ευρώπη ή την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, την Ασία εκτελούν εργασίες για μεγάλο ποσοστό της μητροπολιτικής εργατικής δύναμης, παρέχοντας ιδίως τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, καθώς και τη σεξουαλική αναπαραγωγή ανδρών εργαζομένων. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη από πολλές απόψεις, αλλά δεν έχει γίνει ακόμη επαρκώς αντιληπτή από τις φεμινίστριες όσον αφορά στις πολιτικές της επιπτώσεις: τις νέες σχέσεις εξουσίας που έχει παράξει μεταξύ των γυναικών, τις νέες μορφές αγώνα για το νοικοκυριό όπου οι οικιακές βοηθοί και οι εργαζόμενες στη βιομηχανία του σεξ ήταν πρωταγωνίστριες τα τελευταία χρόνια, τα όρια της εμπορευματοποίησης της αναπαραγωγής που κατέδειξε. Ενώ οι κυβερνήσεις γιορτάζουν την «παγκοσμιοποίηση της φροντίδας» που τους επιτρέπει να μειώσουν τις επενδύσεις στην αναπαραγωγή, είναι σαφές ότι αυτή η «λύση» έχει ένα τεράστιο κοινωνικό κόστος, σε βάρος των κοινωνιών από τις οποίες κατάγονται οι γυναίκες μετανάστριες.

Ούτε η αναδιάρθρωση της αναπαραγωγικής δουλειάς σε εμπορευματική βάση, ούτε η «παγκοσμιοποίηση της φροντίδας», ακόμη λιγότερο η τεχνολογικοποίηση των αναπαραγωγικών εργασιών συντέλεσαν με οποιονδήποτε τρόπο στην «απελευθέρωση των γυναικών» και εξάλειψαν τη σύμφυτη στην αναπαραγωγική δουλειά εκμετάλλευση στην παρούσα της μορφή.

Από  μια συνολική προοπτική βλέπουμε ότι όχι μόνο οι γυναίκες εξακολουθούν να κάνουν τις περισσότερες οικιακές εργασίες σε κάθε χώρα, αλλά λόγω της περικοπής των κρατικών επενδύσεων για κοινωνικές υπηρεσίες και της αποκέντρωσης της βιομηχανικής παραγωγής, η ποσότητα των οικιακών εργασιών που εκτελούν, αμειβόμενων και μη, μπορεί, στην πραγματικότητα, να έχει αυξηθεί, ακόμη και όταν είχαν και εξωτερική δουλειά.

Τρεις παράγοντες έχουν επιμηκύνει την εργάσιμη ημέρα των γυναικών και επέστρεψαν τη δουλειά στο σπίτι.

Πρώτον, οι γυναίκες αποτέλεσαν το αντικραδασμικό απέναντι στην οικονομική παγκοσμιοποίηση, καθώς έπρεπε να αντισταθμίσουν με τη δουλειά τους τις επιδεινούμενες οικονομικές συνθήκες που παράγονται από την φιλελευθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας και την αυξανόμενη απόσυρση του κράτους από την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Αυτό ήταν ιδιαίτερα φανερό στις χώρες που υπόκεινται σε Δομική αναπροσαρμογή, όπου το κράτος έχει εντελώς κομμένες δαπάνες για υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, υποδομές και βασικές ανάγκες. Στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής, οι γυναίκες τώρα πρέπει να ξοδεύουν περισσότερο χρόνο για τη λήψη νερού, να βρίσκουν και να προετοιμάζουν το φαγητό και να αντιμετωπίζουν τις ασθένειες που είναι πολύ πιο συχνές σε μια εποχή όπου η εμπορευματοποίηση της υγειονομικής περίθαλψης έκανε τις επισκέψεις σε κλινικές οικονομικά δυσβάσταχτες και ο υποσιτισμός και η περιβαλλοντική καταστροφή συντέλεσαν στην αύξηση της ευπάθειας των ανθρώπων σε ασθένειες.

Στις ΗΠΑ, λόγω των περικοπών στον προϋπολογισμό, πολλή από τη δουλειά που κατά παράδοση έκαναν τα νοσοκομεία και άλλοι δημόσιοι φορείς, έχει ιδιωτικοποιηθεί και μεταφέρεται στο σπίτι, αυξάνοντας τη μη αμειβόμενη γυναικεία εργασία. Επί του παρόντος, για παράδειγμα, δίνεται εξιτήριο στους ασθενείς σχεδόν αμέσως μετά το χειρουργείο, έτσι το σπίτι τους πρέπει να αναλάβει διάφορες μετεγχειρητικές και άλλες θεραπευτικού τύπου ιατρικές εργασίες (π.χ. για χρόνιες ασθένειες) που στο παρελθόν θα γινόταν από γιατρούς και επαγγελματίες νοσοκόμες. Επίσης έχουν μειωθεί οι κρατικές παροχές για τους ηλικιωμένους (για προσωπική φροντίδα και του νοικοκυριού). Οι επισκέψεις στο σπίτι έχουν περικοπεί και οι υπηρεσίες που παρέχονται έχουν μειωθεί.

Ο δεύτερος παράγοντας που έχει επαναφέρει την αναπαραγωγική εργασία στο σπίτι, είναι η διεύρυνση της «εργασίας στο σπίτι», εν μέρει λόγω της αποκέντρωσης της βιομηχανικής παραγωγής, εν μέρει λόγω της εξάπλωσης της άτυπης εργασίας. Όπως γράφει ο David Staples στο No Place Like Home (2006), απέχοντας από το να θεωρηθεί αναχρονιστικός τύπος εργασίας, η εργασία στο σπίτι απέδειξε ότι είναι μια μακροπρόθεσμη καπιταλιστική στρατηγική, που σήμερα απασχολεί εκατομμύρια γυναίκες και παιδιά σε όλο τον κόσμο, σε πόλεις, χωριά, προάστια. Ο Staples, σωστά, επισημαίνει ότι η δουλειά σύρεται αδυσώπητα προς το σπίτι μέσω της έλξης που ασκεί η απλήρωτη οικιακή εργασία, με την έννοια ότι οργανώνοντας την εργασία σε οικιακή βάση, οι εργοδότες μπορούν να την κάνουν αόρατη, μπορούν να υπονομεύουν την προσπάθεια των εργαζομένων να οργανωθούν όλοι/ες μαζί, και να μειώσουν τους μισθούς τους στο ελάχιστο. Πολλές γυναίκες επιλέγουν αυτή τη δουλειά στην προσπάθεια να συνδυάσουν ένα εισόδημα με τη φροντίδα της οικογένειας τους, αλλά το αποτέλεσμα είναι η υποδούλωση σε μια δουλειά με μισθό «πολύ κάτω από το πόσο θα πληρωνόταν η ίδια δουλειά αν εκτελούνται σε επίσημο πλαίσιο, και η αναπαραγωγή μιας έμφυλης διαίρεσης της εργασίας που στερεώνει τις γυναίκες πιο βαθιά στην οικιακή εργασία».

Τέλος, η ανάπτυξη της γυναικείας απασχόλησης και η αναδιάρθρωση της αναπαραγωγής δεν έχει εξαλείψει τις έμφυλες ιεραρχήσεις και ανισότητες στην εργασία. Παρά την αυξανόμενη ανδρική ανεργία, οι γυναίκες ακόμη παίρνουν μικρότερους μισθούς από τους αντρικούς. Παρατηρήσαμε επίσης την αύξηση της ανδρικής βίας κατά των γυναικών, η οποία προκλήθηκε εν μέρει από το φόβο του οικονομικού ανταγωνισμού, εν μέρει από την απογοήτευση των ανδρών που δεν είναι σε θέση να παρέχουν τα απαραίτητα στις οικογένειές τους και άρα δεν εκπληρώνουν αυτό τον ρόλο. Σε ένα πλαίσιο μείωσης των μισθών και γενικευμένης ανεργίας, γίνεται δύσκολο για αυτούς να έχουν οικογένεια, πολλοί άνδρες επίσης χρησιμοποιούν τα σώματα των γυναικών διαμέσου της πορνείας ως μέσο ανταλλαγής και σαν οδό πρόσβασης στην παγκόσμια αγορά.

Αυτή η άνοδος της βίας κατά των γυναικών είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί και η σημασία της είναι προτιμότερο να εκτιμηθεί με ποιοτικούς όρους, από την οπτική των νέων μορφών που έχει πάρει η βία. Σε πολλές χώρες, υπό την επίδραση της Δομικής Αναπροσαρμογής, η οικογένεια έχει διαλυθεί. Αυτό συμβαίνει συχνά με αμοιβαία συναίνεση –μια και ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι μεταναστεύουν, ή ξεχωριστά ο καθένας αναζητούν κάποια μορφή εισοδήματος. Πολλές φορές, όμως, είναι ένα πιο τραυματικό γεγονός καθώς, ερχόμενοι αντιμέτωποι με την εξαθλίωση, σύζυγοι εγκαταλείπουν τις συζύγους και τα παιδιά τους. Σε μέρη της Αφρικής και της Ινδίας, υπήρξαν επίσης επιθέσεις σε ηλικιωμένες γυναίκες, οι οποίες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, βρέθηκαν ακόμη και δολοφονημένες αφού τις κατηγόρησαν ότι είναι μάγισσες ή ότι κουβαλάνε το διάβολο. Το φαινόμενο αυτό πιθανότατα αντικατοπτρίζει την άρνηση να υποστηριχτούν τα μέλη της οικογένειας που δεν είναι πλέον παραγωγικά, στην προοπτική της μείωσης των πόρων. Άλλα παραδείγματα βίας που ανιχνεύονται κατά τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης είναι η αύξηση των δολοφονιών για την προίκα στην Ινδία, η αύξηση του trafficking και άλλων μορφών εξαναγκασμού στην εργασία της βιομηχανίας του σεξ, και η αύξηση των δολοφονιών γυναικών. Εκατοντάδες νεαρές γυναίκες, ως επί το πλείστον εργαζομένες στις maquilas, δολοφονήθηκαν στην πόλη Jaurez και σε άλλες μεξικανικές πόλεις στα σύνορα με τις ΗΠΑ, θύματα προφανώς βιασμού ή εγκληματικών δικτύων παραγωγής πορνογραφικών ταινιών και ταινιών «snuff».[14] Πάνω από όλα όμως, είναι η θεσμική βία που έχει κλιμακωθεί. Αυτή είναι η βία της απόλυτης εξαθλίωσης, της εργασίας σε απάνθρωπες συνθήκες, της μετανάστευσης, των παράνομων συνθηκών. Το γεγονός ότι η μετανάστευση μπορεί να θεωρηθεί ως ένας αγώνας, άρνησης της εξαθλίωσης, μια αναζήτηση για υψηλότερα επίπεδα αγώνα, δεν μπορεί να εξαλείψει αυτή την πραγματικότητα.

Διάφορα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από αυτή την ανάλυση. Πρώτον, ο αγώνας για την έμμισθη εργασία, ή ο αγώνας για «συμμετοχή στην εργατική τάξη του χώρου εργασίας», όπως προτιμούν να το θέτουν ορισμένες μαρξίστριες φεμινίστριες, δεν μπορεί να είναι ο δρόμος για την ελευθερία. Η έμμισθη απασχόληση μπορεί να είναι μια αναγκαιότητα, αλλά δεν μπορεί να είναι μια πολιτική στρατηγική. Για όσο υποτιμάται η αναπαραγωγική εργασία, για όσο θεωρείται μια ιδιωτική υπόθεση και ευθύνη των γυναικών, οι γυναίκες θα αντιμετωπίζουν πάντα το κεφάλαιο και το κράτος με λιγότερη ισχύ από ότι άνδρες, και σε μια εξαιρετικά ευάλωτη οικονομικά και κοινωνικά κατάσταση. Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν πολύ σοβαρά όρια στο βαθμό που η αναπαραγωγική εργασία μπορεί να μειωθεί ή να αναδιοργανωθεί σε εμπορική βάση. Πώς, για παράδειγμα, μπορούμε να μειώσουμε ή να εμπορευματοποιήσουμε τη φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων, των αρρώστων, χωρίς μεγάλο κόστος για αυτούς που δέχονται τη φροντίδα αυτή; Ο βαθμός στον οποίο η εμπορευματοποίηση της παραγωγής του φαγητού συνέβαλε στην επιδείνωση της υγείας μας (π.χ. αύξηση της παχυσαρκίας ακόμη και των παιδιών) είναι διδακτικός σε αυτό το πλαίσιο. Όσο για την εμπορευματοποίηση της αναπαραγωγικής εργασία μέσω της ανακατανομής του βάρους στους ώμους άλλων γυναικών, αυτή η «λύση» μόνο διαιωνίζει την κρίση του νοικοκυριού, μεταφέροντας το πρόβλημα στις οικογένειες αυτών που παρέχουν υπηρεσίες φροντίδας επί πληρωμή και δημιουργεί νέες σχέσεις εξουσίας μεταξύ των γυναικών.

Αυτό που χρειάζεται είναι η επανεκκίνηση ενός συλλογικού αγώνα για την αναπαραγωγή με στόχο να επανακτηθεί ο έλεγχος πάνω στις υλικές συνθήκες της παραγωγής των ανθρωπίνων όντων και να δημιουργηθούν νέες μορφές συνεργασίας γύρω από αυτή τη δουλειά, οι οποίες να βρίσκονται έξω από τη λογική του κεφαλαίου και της αγοράς. Δεν πρόκειται για μια ουτοπία, αλλά για μια διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει σε πολλά μέρη του κόσμου, και που σίγουρα θα επεκταθεί παρά την κατάρρευση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι κυβερνήσεις θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν την κρίση για να μας επιβάλλουν σκληρές συνθήκες λιτότητας για πολλά χρόνια ακόμη. Με απαλλοτριώσεις γης, αστικές καλλιέργειες, κοινοτική γεωργία, καταλήψεις, δημιουργία διαφόρων μορφών ανταλλαγής εμπορευμάτων, κοινής βοήθειας, εναλλακτικές μορφές υγειονομικής περίθαλψης, μια νέα οικονομία αρχίζει να εμφανίζεται που μπορεί να μετατρέψει την αναπαραγωγική εργασία από μια βαριά δραστηριότητα σε ένα πιο απελευθερωτικό και δημιουργικό πειραματισμό πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις.

Όπως δήλωσα, ο αγώνας αυτός δεν είναι μία ουτοπία. Οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης της διεθνούς οικονομίας θα ήταν σίγουρα πολύ χειρότερες χωρίς τις προσπάθειες που έχουν κάνει εκατομμύρια γυναίκες για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των οικογενειών τους, ανεξάρτητα από την αξία τους στην καπιταλιστική αγορά. Μέσω των δραστηριοτήτων τους για επιβίωση, καθώς και διαφόρων μορφών άμεσης δράσης (από καταλήψεις δημόσιας γης, μέχρι αστικές καλλιέργειες) οι γυναίκες βοήθησαν τις κοινότητές τους να αποφύγουν την ολική στέρηση, να μεγαλώσουν τις οικονομίες τους, και να προσθέσουν φαγητό στις κατσαρόλες. Μέσα σε πολέμους, οικονομικές κρίσεις, υποτιμήσεις, όταν ο κόσμος γύρω τους γκρεμιζόταν, εκείνες φύτευαν σιτάρι σε εγκαταλελειμμένα αστικά οικόπεδα, μαγείρευαν φαγητό για να το πουλήσουν στην άκρη του δρόμου, δημιουργούσαν συλλογικές κουζίνες –όπως οι κοινότητες ola στην περίπτωση της Χιλής και του Περού, εμποδίζοντας έτσι την εμπορευματοποίηση της ζωής, ξεκινώντας μια διαδικασία επαναδιαπραγμάτευσης και επανακολλεκτιβοποίησης της αναπαραγωγής που είναι απαραίτητες, αν θέλουμε να ξανακερδίσουμε τον έλεγχο της ζωής μας.

1. Federici, S. (2008). «War, Globalization and Reproduction» στο M. Meyer και E. Ndura-Ouédraogo (επιμ.) Seeds of New Hope. Pan-African Peace Studies for the Twenty-First Century, Trenton (NJ): Africa World Press, 141-164.

2. Marx, K. (1990) Capital, vol. 1, Penguin Books: 274.

3. Marx, K., ό.π.

4. Marx, K., ό.π.: 276-7.

5. Marx, K., ό.π.: 275.

6. Federici, S. (2004) Caliban and the Witch. Women, the Body and Primitive Accumulation, Brooklyn (NY): Autonomedia.

7. ό.π.: 346.

8. Marx, K. (1990) Capital, vol. 1, Penguin Books: 718.

9. Marx, K. (1990) Capital, vol. 1, Penguin Books: 277.

10. ό.π.

11. ΣτΜ. Maquilas λέγονται στο Μεξικό οι κατασκευαστικές μονάδες που βρίσκονται σε ζώνη ελεύθερου εμπορίου (free trade zone).

12.  Hardt, M. και Negri, Α. (2004). Multitude. War and Democracy in the Age of Empire, Νέα Υόρκη: Penguin.

13. McMurtry, John. (2002). Value Wars. The Global Market Versus the Life Economy. London: Pluto Press.

14. ΣτΜ. Πρόκειται για παραγωγή εξαιρετικά βίαιων ταινιών χωρίς τη βοήθεια ειδικών εφέ, οι οποίες συχνά απεικονίζουν βιασμούς και δολοφονίες γυναικών.

This entry was posted in Μεταφράσεις, Μεταφρασμένα, Τεύχος 4 and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *