Dolores Hayden – Η μεγάλη οικιακή επανάσταση

i-megali-oikiaki-epanastasiκατεβάστε το pdf εδώ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μετάφραση του κεφαλαίου “The Grand Domestic Revolution” του βιβλίου Η Μεγάλη Οικιακή Επανάσταση: Μια Ιστορία των Φεμινιστικών Σχεδίων για Αμερικάνικα Σπίτια, Γειτονιές και Πόλεις (The Grand Domestic Revolution: A History of Feminist designs for American Homes, Neighborhoods and Cities) της Dolores Hayden.

Αποτελεί μια παρουσίαση της παράδοσης του υλιστικού φεμινισμού και των τρόπων με τους οποίους επηρέασε το λόγο για τη θέση της γυναίκας ως οικιακής εργάτριας (αιτήματα για την αναγνώριση της οικιακής εργασίας ως εργασίας, απαίτηση μισθού για την οικιακή εργασία, αιτήματα για συλλογική ανάληψη του νοικοκυριού, κ.λπ.). Το κείμενο αναφέρεται στην περίοδο από το τέλη του 19ου αιώνα με την άνθηση των μεγάλων, πυκνοκατοικημένων πόλεων (βιομηχανική πόλη), μέσω της μορφής των οποίων γεννιέται και το όραμα για κοινοτική συλλογική διαβίωση και διαχείριση των οικιακών εργασιών, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα που γίνεται η στροφή προς τα προάστια και η εκτεταμένη εγκατάσταση σε αυτά, θέτοντας ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι υλίστριες φεμινίστριες έπαψαν σιγά-σιγά να έχουν σημείο αναφοράς. Οι υλίστριες φεμινίστριες διεκδίκησαν την αυτονομία των νοικοκυρών στην οικιακή ζωή και την αυτονομία των γυναικών στην αστική κοινότητα. Η επιμονή τους να μετατραπεί το σύνολο της οικιακής εργασίας και παιδικής φροντίδας σε κοινωνική εργασία αποτελούσε κύριο αίτημα των προσπαθειών τους και είναι ένα καίριο ζήτημα που παραμένει ανοιχτό μέχρι σήμερα, πάνω από έναν αιώνα μετά την πρώτη δράση των υλιστριών φεμινιστριών.

Με τη μετάφραση του συγκεκριμένου κειμένου, επιχειρούμε να θίξουμε τη γυναικεία απομόνωση στο σπίτι και τον εγκλωβισμό της γυναίκας στην οικιακή σφαίρα. Ίσως η σύγχρονη νοικοκυρά να μην βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση με αυτή που περιγράφεται στο κείμενο, μια και το είδος και οι συνθήκες εργασίας της εντός και εκτός σπιτιού σε κάποιο βαθμό έχουν αλλάξει. Παραμένει όμως μια κατάσταση ιδιαιτέρως επίκαιρη, καθώς τη βιώνουν μέχρι σήμερα οι γυναίκες, έμμισθα εργαζόμενες ή μη, υιοθετώντας  καθημερινά το ρόλο της νοικοκυράς, της οικιακής βοηθού, της νταντάς, της νοσοκόμας… στο σπίτι τους, στο σπίτι κάποιας άλλης ή και στα δύο ταυτόχρονα.

Μια Χαμένη Φεμινιστική Παράδοση

Το μαγείρεμα, η φροντίδα των παιδιών και το καθάρισμα του σπιτιού, εργασίες που συχνά γίνονται αντιληπτές ως «γυναικείες δουλειές» που πρέπει να εκτελούνται απλήρωτα μέσα σε οικιακά περιβάλλοντα, αποτελούσαν ανέκαθεν και ανά τον κόσμο ένα σημαντικότατο μέρος της απαραίτητης εργασίας. Ωστόσο, καμιά βιομηχανική κοινωνία δεν έλυσε ποτέ τα προβλήματα που δημιουργεί για τις γυναίκες ο έμφυλος καταμερισμός αυτής της εργασίας. Ούτε και έχει ξεπεράσει καμία κοινωνία τα προβλήματα που δημιουργεί η χωροθέτηση αυτής της εργασίας εντός του σπιτιού, τόσο για τις νοικοκυρές όσο και για τις εργαζόμενες γυναίκες που επιστρέφουν από τα εργοστάσια και τα γραφεία σε μια δεύτερη δουλειά στο σπίτι. Αυτό το βιβλίο καταπιάνεται με τις προσπάθειες των πρώτων φεμινιστριών[1] τις Ηνωμένες Πολιτείες να αναγνωρίσουν την οικονομική εκμετάλλευση της γυναικείας οικιακής εργασίας από τους άντρες ως τη βασικότερη αιτία της έμφυλης ανισότητας. Η συγγραφέας τις αποκαλεί υλίστριες φεμινίστριες επειδή τόλμησαν να ορίσουν μια «μεγάλη οικιακή επανάσταση»[2] για τις υλικές συνθήκες διαβίωσης των γυναικών. Απαίτησαν οικονομική αποζημίωση για την απλήρωτη γυναικεία οικιακή εργασία. Πρότειναν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση του χωρικού σχεδιασμού και της υλικής κουλτούρας των αμερικάνικων σπιτιών, γειτονιών και πόλεων. Ενώ άλλες φεμινίστριες διεκδικούσαν την πολιτική ή κοινωνική αλλαγή με φιλοσοφικά ή ηθικά επιχειρήματα, οι υλίστριες φεμινίστριες επικεντρώθηκαν σε οικονομικά και χωρικά ζητήματα, τα οποία και θεωρούσαν τη βάση της υλικής ζωής.

Μεταξύ του τέλους του Εμφύλιου Πολέμου και της αρχής της Μεγάλης Ύφεσης, τρεις γενιές υλιστριών φεμινιστριών εγείρανε θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με αυτά που αποκαλούνταν «γυναικεία σφαίρα» και «γυναικεία εργασία». Αναμετρήθηκαν με δύο χαρακτηριστικά του βιομηχανικού καπιταλισμού: το φυσικό διαχωρισμό του χώρου του σπιτιού από τον δημόσιο χώρο και τον οικονομικό διαχωρισμό της οικιακής οικονομίας από την πολιτική οικονομία. Προκειμένου να ξεπεράσουν τον δεδομένο σχεδιασμό του αστικού και του οικιακού χώρου που απομόνωνε τις γυναίκες και καθιστούσε τη δουλειά τους αόρατη, ανέπτυξαν νέες μορφές οργάνωσης γειτονιών, όπως οι συνεταιρισμοί νοικοκυρών, καθώς και νέους τύπους κτιρίων, όπως το σπίτι χωρίς κουζίνα, ο παιδικός σταθμός, η δημόσια κουζίνα και η κοινόχρηστη λέσχη φαγητού. Επίσης, πρότειναν ιδεατές, φεμινιστικές πόλεις. Με τον επαναπροσδιορισμό της οικιακής εργασίας και των στεγαστικών αναγκών των γυναικών και των οικογενειών τους, ώθησαν τους αρχιτέκτονες και τους αστικούς σχεδιαστές στο να ξανασκεφτούν τις επιδράσεις του σχεδιασμού στην οικογενειακή ζωή. Για έξι δεκαετίες, οι υλίστριες φεμινίστριες προβάλανε μια ισχυρή ιδέα: ότι οι γυναίκες πρέπει να δημιουργήσουν φεμινιστικά σπίτια, με κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία και παιδική φροντίδα, προκειμένου να μπορέσουν να γίνουν πραγματικά ίσα μέλη της κοινωνίας.[3]

Οι ουτοπικές και πραγματιστικές καταβολές του υλιστικού φεμινισμού, η γοητεία που ασκούσε ευρέως και τα πρακτικά πειράματα που προκάλεσε δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά. Από τη δεκαετία του 1930 και έπειτα, ελάχιστοι διανοητές και ακτιβιστές έχουν καν υποπτευτεί ότι μπορεί να υπήρξε μια τέτοια πνευματική, πολιτική και αρχιτεκτονική παράδοση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν η Betty Friedan έψαχνε τρόπο να περιγράψει «τα προβλήματα της νοικοκυράς που δεν έχουν όνομα» και κατέληξε στο «γυναικείο μυστήριο» (feminine mystique), το βιβλίο Γυναίκες και Οικονομία (Women and Economics) (με υπότιτλο Ο Οικονομικός Παράγοντας Μεταξύ Αντρών και Γυναικών σαν Παράγοντας στην Κοινωνική Εξέλιξη – The Economic Factor Between Men and Women as a Factor in Social Evolution) της Charlotte Perkins Gilman είχε δεκαετίες που έπαψε να τυπώνεται. Ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι φεμινίστριες άρχισαν και πάλι να διαβάζουν μανιωδώς το έργο της Gilman, αλλά τα βιβλία της επανεμφανίστηκαν χωρίς να ανακαλυφθεί ξανά το ιστορικό πλαίσιο της υλιστικής φεμινιστικής σκέψης και πολιτικής πρακτικής που τα ενέπνευσε. Ιστορικοί όπως ο Carl Degler και ο William O’Neill εσφαλμένα χαρακτήρισαν την Gilman εξτρεμίστρια. Κανείς δεν αναγνώρισε πως δεν ήταν παρά ένα μέλος μιας ζωντανής και έντονης παράδοσης που περιλάμβανε και άλλες ισχυρές ακτιβίστριες και υποστηρίκτριες της φεμινιστικής οικιακής αναμόρφωσης, όπως η Melusina Fay Peirce, η Marie Stevens Howland, η Victoria Woodhull, η Mary Livermore, η Ellen Swallow Richards, η Mary Hinman Abel, η Mary Kenney O’Sullivan, η Henrietta Rodman και η Ethel Puffer Howes.

Η απώλεια της υλιστικής φεμινιστικής παράδοσης οδήγησε επίσης τους διανοητές στη συνολική παρερμηνεία της φεμινιστικής ιδεολογίας. Η κεντρική ιδέα του φεμινιστικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου ήταν η υπέρβαση του διαχωρισμού μεταξύ οικιακής και δημόσιας ζωής που δημιούργησε ο βιομηχανικός καπιταλισμός και των επιπτώσεων που είχε για τις γυναίκες. Κάθε φεμινιστική εκστρατεία για τη γυναικεία αυτονομία πρέπει να ιδωθεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Ωστόσο, οι διανοητές έχουν την τάση να διαιρούν αυτόν τον συνεκτικό αγώνα σε ξεχωριστές φράξιες. Οι τυπολογικές ταμπέλες, όπως σουφραζέτα, κοινωνική φεμινίστρια και οικιακή φεμινίστρια, κάνουν μια υπερβολικά ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στις γυναίκες που επικεντρωνόταν σε δημόσια –ή κοινωνικά– ζητήματα και σε εκείνες που επικεντρωνόταν σε ιδιωτικά –ή οικογενειακά– ζητήματα.[4] Οι περισσότερες φεμινίστριες επιθυμούσαν να αυξήσουν τα δικαιώματα των γυναικών στο σπίτι και ταυτόχρονα να φέρουν την οικιακή φροντίδα στη δημόσια ζωή. H Frances Willard παρότρυνε τα μέλη της Χριστιανικής Ένωσης Εγκράτειας Γυναικών (Women’s Christian Temperance Union) να αναλάβουν το δημόσιο έργο του «κοινοτικού νοικοκυριού» και να «βγάλουν το σπίτι έξω στον κόσμο» για να «κάνουν ολόκληρο τον κόσμο σαν το σπίτι».[5] Η ψήφος, η ανώτερη εκπαίδευση, η εργασία και τα γυναικεία εργατικά συνδικάτα αποτελούσαν απαίτηση των φεμινιστριών στο όνομα της επέκτασης και της προστασίας της γυναικείας οικιακής σφαίρας και όχι της εξάλειψής της. Όπως υποστήριξε η Susan B. Anthony, «όταν η κοινωνία οργανωθεί σωστά, η σύζυγος και μητέρα θα έχει το χρόνο, την επιθυμία και τη θέληση να αναπτυχτεί πνευματικά και θα γνωρίζει τα όρια της σφαίρας της και το εύρος των καθηκόντων της που θα ορίζεται μόνο από το μέτρο των δυνατοτήτων της».[6] Ανεξάρτητα από το αν οι φεμινίστριες επιδίωκαν τον έλεγχο της ιδιοκτησίας, της κηδεμονίας των παιδιών, του διαζυγίου, της «εθελοντικής μητρότητας», της εγκράτειας, της πορνείας, της στέγασης, της αποχέτευσης, της ύδρευσης, των σχολείων ή των χώρων εργασίας, οι στόχοι τους ήταν αυτοί που συνοψίζονται από την ιστορικό Aileen Kraditor: «η γυναικεία σφαίρα πρέπει να ορίζεται από τις γυναίκες».[7]

Οι υλίστριες φεμινίστριες, όπως η Peirce, η Gilman, η Livermore και η Howes, τοποθετούσαν τις ίδιες και τις προσπάθειές τους για κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας στο ιδεολογικό επίκεντρο του φεμινιστικού κινήματος. Όριζαν τον γυναικείο έλεγχο της γυναικείας σφαίρας ως γυναικείο έλεγχο της αναπαραγωγής της κοινωνίας. Κατείχαν το πνευματικό έδαφος μεταξύ των διεκδικήσεων των άλλων φεμινιστριών για αυτονομία των νοικοκυρών στην οικιακή ζωή και για αυτονομία των γυναικών στην αστική κοινότητα. Η επιμονή τους να μετατραπεί το σύνολο της οικιακής εργασίας και παιδικής φροντίδας σε κοινωνική εργασία αποτελούσε αίτημα για ζεστές, σπιτίσιες γειτονιές. Με έμφαση σε αυτό, συνδέσανε όλες τις άλλες πτυχές της φεμινιστικής ανταρσίας σε ένα συνεχόμενο οικονομικό και χωρικό αγώνα, σε κάθε κλίμακα από το σπίτι μέχρι τη χώρα. Επειδή η θεωρητική τους τοποθέτηση αντιπροσώπευε τη λογική επέκταση πολλών ιδεών σχετικά με τη γυναικεία αυτονομία, οι υλίστριες φεμινίστριες ασκούσαν επιρροή πολύ μεγαλύτερη από την αριθμητική τους ισχύ. Κατά το μισό αιώνα, πριν από το 1917, περίπου πέντε χιλιάδες γυναίκες και άντρες συμμετείχαν στα φεμινιστικά πειράματα για την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας, ενώ δύο εκατομμύρια ήτανε μέλη του Εθνικού Αμερικανικού Συλλόγου για τη Γυναικεία Ψήφο (National American Woman’s Suffrage Association – NAWSA).[8] Παρ’ όλα αυτά, η Carrie Chapman Catt, η επικεφαλής του NAWSA, θεωρούσε την Gilman τη σημαντικότερη εν ζωή αμερικανίδα φεμινίστρια, ενώ για τη Harriet Stanton Blatch, σουφραζέτα και μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το Women and Economics της Gilman αποτελούσε «Βίβλο».[9]

Τολμώντας να μιλήσουν για την οικιακή επανάσταση, η Peirce, η Gilman και άλλες υλίστριες φεμινίστριες ανέπτυξαν νέους ορισμούς για την οικονομική ζωή και το σχεδιασμό οικισμών, τους οποίους αποδεχόταν πολλοί σοσιαλιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη παρόλο που συχνά παρέπεμπαν αυτά τα ζητήματα σε κάποιο μελλοντικό χρόνο «μετά την επανάσταση», ακριβώς όπως κάποιες σουφραζέτες τα ανέβαλαν για να τα διαχειριστούν μετά την κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου. Επιπλέον, οι υλίστριες φεμινίστριες κέρδισαν συμμάχους στην Ευρώπη, όπως η Alva Myrdal στη Σουηδία και η Lily Braun στη Γερμανία.

Πολιτικοί ακτιβιστές και ακτιβίστριες με διαφορετικές μεταξύ τους καταβολές, όπως η Elizabeth Cady Stanton, η Alexandra Kollontai, ο Ebenezer Howard και ο Friedrich Engels, αναγνώριζαν την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας ως έναν στόχο που υποστήριζαν. Το πρόγραμμα του υλιστικού φεμινισμού δεν ήταν μόνο ένα θεμελιώδες πρόταγμα οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης για τον μισό πληθυσμό, αλλά πυροδότησε και το φαντασιακό των ακτιβιστών/ριών επειδή ήταν ένα πρόγραμμα για τον εργατικό έλεγχο της αναπαραγωγής της κοινωνίας, ένα πρόγραμμα εξίσου συναρπαστικό με το ιδανικό του εργατικού ελέγχου της βιομηχανικής παραγωγής.

Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ σοσιαλιστών, φεμινιστριών και υλιστριών φεμινιστριών σχετικά με τον εργατικό έλεγχο της κοινωνικοποίησης της οικιακής εργασίας ήταν ουσιαστικές.[10] Οι σοσιαλιστές, όπως ο Ένγκελς και ο Λένιν, υποστήριζαν ότι η ισότητα των γυναικών θα ερχόταν ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους στη βιομηχανική παραγωγή, γεγονός που θα μπορούσε να καταστεί δυνατό με την παροχή κοινωνικοποιημένης παιδικής φροντίδας και προετοιμασίας γευμάτων. Η κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας αποτελούσε για εκείνους απλώς ένα μέσο για την κατάκτηση αυτού του στόχου. Δεν θεωρούσαν την κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία σημαντική εργασία, καθώς υπέθεταν πως θα εκτελούταν από γυναίκες χαμηλού στάτους. Από την άλλη, κάποιες αμερικανίδες φεμινίστριες, όπως η Florence Kelley και η Julia Lathrop, αποζητούσαν από το καπιταλιστικό κράτος να παρέχει υπηρεσίες για τη βοήθεια των εργαζόμενων γυναικών χωρίς να αναλύουν τα οφέλη που θα υπαινίσσονταν αυτές οι υπηρεσίες για τον βιομηχανικό καπιταλισμό.

Μόνο οι υλίστριες φεμινίστριες υποστήριζαν ότι οι γυναίκες έπρεπε να διεκδικήσουν τον έλεγχο της σημαντικότατης αναπαραγωγικής εργασίας, την οποία ήδη επιτελούσαν, και να την αναδιοργανώσουν ώστε να αποκτήσουν οικονομική δικαιοσύνη για τις ίδιες. Απαιτούσαν τόσο οικονομική αποζημίωση όσο και αξιοπρέπεια για την παραδοσιακή σφαίρα εργασίας της γυναίκας. Ήταν απρόθυμες να επιτρέψουν στους άντρες να διατείνονται ότι η ισότητα για μια γυναίκα θα πήγαζε τελικά από την ικανότητά της να αναλάβει «αντρική» εργασία στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, αλλά και να περιγράψουν το κράτος ως τον φορέα της χειραφέτησής τους. Παρόλο που οι υλίστριες φεμινίστριες κάποιες φορές τείνανε προς αυτές τις θέσεις (για παράδειγμα, η Charlotte Perkins Gilman προς τον σοσιαλισμό, η Ellen Richards προς τον φεμινισμό), συνήθως δήλωναν ξεκάθαρα ότι η γυναικεία εργασία πρέπει να ελέγχεται από τις γυναίκες –οικονομικά και κοινωνικά.

Φεμινισμός και Σοσιαλισμός

Αν και η υλιστική φεμινιστική παράδοση είναι σχετικά άγνωστη σήμερα, η έμφασή της στην αναδιάρθρωση της γυναικείας εργασίας ως υλική βάση για την αναπαραγωγή της κοινωνίας είναι άμεσα συσχετισμένη με τους σημερινούς πολιτικούς αγώνες. Ο υλιστικός φεμινισμός ρίχνει φως στο ιστορικό σχίσμα ανάμεσα στα δύο σημαντικότερα κοινωνικά κινήματα των τελών του 19ου αιώνα, τον Μαρξικό σοσιαλισμό και τον φεμινισμό, επειδή προέκυψε άμεσα από ένα κίνημα, τον κοινοτικό σοσιαλισμό, που ήτανε προγενέστερο και, σε κάποιο βαθμό, γέννησε και τα δύο. Στις αρχές του 19ου αιώνα, κάποιοι ουτοπικοί σοσιαλιστές όπως ο Robert Owen και ο Charles Fourier άσκησαν κριτική στον βιομηχανικό καπιταλισμό για τις επιπτώσεις που είχε στην ανθρώπινη εργασία και πρότειναν προγράμματα για οικονομικά αναδιαρθρωμένες κοινότητες που πάντα έδιναν την ίδια βαρύτητα στην οικιακή και τη βιομηχανική εργασία. Οι ιδέες τους σχετικά με τη σημασία της οικιακής εργασίας επεκτάθηκαν στην υλιστική φεμινιστική παράδοση, ενώ οι Μαρξικοί σοσιαλιστές εξελίξανε την κριτική των ουτοπιστών σχετικά με τη βιομηχανική εργασία.

Δυστυχώς, όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς έκριναν τον κοινοτικό σοσιαλισμό ως ουτοπικό και περιέγραψαν τη δική τους στρατηγική οργάνωσης των βιομηχανικών εργατών ως επιστημονικό σοσιαλισμό, έχασαν τη σχέση με το γυναικείο μισό της ανθρώπινης φυλής, του οποίου η οικιακή εργασία ήταν ουσιαστική για την κοινωνία και διαμορφωνόταν και εκείνη από τον βιομηχανικό καπιταλισμό. Έχοντας αναπτύξει μια πολύ πιο διεισδυτική κριτική του κεφαλαίου και των λειτουργιών του από τους ουτοπιστές, οι Μαρξικοί σοσιαλιστές μίλησαν πειστικά στους άντρες βιομηχανικούς εργάτες για την κατάληψη των μέσων παραγωγής και αγνόησαν τη γυναικεία εργασία και αναπαραγωγή. Παρόλο που ο Ένγκελς αναγνώρισε ότι η οικογένεια βασιζόταν «στην ανοικτή ή συγκεκαλυμμένη υποδούλωση της γυναίκας»[11] και δήλωσε ότι στην οικογένεια ο άντρας αντιπροσώπευε τον αστό και η γυναίκα τον προλετάριο, οι Μαρξιστές αρνήθηκαν να ενστερνιστούν κάποια τακτική που θα στόχευε στην απελευθέρωση των γυναικών από αυτή τη σκλαβιά. Κάποιοι μάλιστα ήταν αντίθετοι με τη γυναικεία ψήφο, ενώ άλλοι χρησιμοποιούσαν τον φεμινισμό ως υποτιμητικό όρο για να ασκήσουν κριτική στην πολιτική παρέκκλιση.

Εντωμεταξύ οι φεμινίστριες, οι οποίες οργάνωναν τόσο τις νοικοκυρές όσο και τις εργαζόμενες γυναίκες, αμφισβήτησαν τη λεγόμενη ταξική ανάλυση των Μαρξιστών εφόσον καμιά γυναίκα δεν απολάμβανε τα νόμιμα δικαιώματα ούτε τα οικονομικά οφέλη ενός άντρα της τάξης της. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η γυναικεία εργασία ήταν γενικά περιορισμένη σε ένα στενό φάσμα έμφυλα προσδιορισμένων, χαμηλά αμειβόμενων δουλειών και ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τις γυναίκες να βγάζουν αρκετά χρήματα για να αυτοσυντηρηθούν, πόσο μάλλον να συντηρήσουν και εξαρτώμενα μέλη. Κατά κανόνα οι γυναίκες αποκλείονταν από τα εργατικά συνδικάτα καθώς και από τα αντρικά επαγγέλματα, ενώ τα συνδικάτα διεκδικούσαν αυτό που αποκαλούσαν οικογενειακό εισόδημα για τους άντρες. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ορίσουν τους δικούς τους αγώνες για οικονομική και πολιτική αυτονομία με όρους ταξικής πάλης οργανωμένης γύρω από τα επαγγέλματα των συζύγων ή των πατεράδων τους. Αντ’ αυτού δούλευαν για ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες –για γυναικεία ψήφο, στέγαση, παιδεία, δουλειές και εργατικά συνδικάτα για γυναίκες.

Αυτό το σχίσμα που δημιουργήθηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ανάμεσα στους Μαρξικούς σοσιαλιστές και στις φεμινίστριες ήταν καταστροφικό και για τα δύο κινήματα. Καθένα κατείχε ένα μέρος της αλήθειας σχετικά με την τάξη και το φύλο, την παραγωγή και την αναπαραγωγή. Οι Μαρξιστές αγνόησαν την απαραίτητη εργασία που εκτελούσε ο μισός πληθυσμός, ενώ οι φεμινίστριες αγνόησαν την ταξική διάρθρωση στον καπιταλισμό και απεύθυναν τα περισσότερα αιτήματά τους προς το κράτος. Μόνο η μικρή ομάδα υλιστριών φεμινιστριών, υπό την καθοδήγηση της Peirce, της Gilman, της Howes και άλλων, έκαναν εκστρατείες για να σταματήσουν την οικονομική εκμετάλλευση της οικιακής εργασίας, διατηρώντας την πεποίθηση ότι η οικιακή εργασία στο σπίτι θα πρέπει να είναι το κεντρικό ζήτημα στις εκστρατείες για τη γυναικεία αυτονομία. Προκειμένου να ορίσουν τη φεμινιστική τους πάλη για γυναικείο έλεγχο της εργασίας τους, χρησιμοποίησαν οικονομικά επιχειρήματα σχετικά με τη γυναικεία εργασία παρόμοια με τα επιχειρήματα των Μαρξιστών για την αντρική εργασία, αλλά θεωρούσαν το φύλο, και όχι την τάξη, ως την ενοποιητική κατηγορία.

Στο βαθμό που οι υλίστριες φεμινίστριες εργάζονταν σε μικρές ή μεγάλες πόλεις, εξελίξανε την προηγούμενη παράδοση του ουτοπικού σοσιαλισμού ώστε η χωρική ανάλυσή του να συνοδεύεται από οικονομική ανάλυση. Υποστήριζαν ότι το φυσικό περιβάλλον των πόλεων έπρεπε να επανασχεδιαστεί στο σύνολό του προκειμένου να αντανακλά ισότητα για τις γυναίκες. (Αυτή ήταν μια σημαντική συνεισφορά που διόρθωσε τις τάσεις κάποιων προηγούμενων ουτοπιστών να δουλεύουν μόνο σε πειραματικά σοσιαλιστικά χωριά.) Ταυτόχρονα, οι υλίστριες φεμινίστριες αποδέχονταν το πιο αδύναμο επιχείρημα των ουτοπιστών: την πεποίθηση ότι μετά την αναδιάρθρωση της ανθρώπινης εργασίας και του φυσικού περιβάλλοντος θα έπαυε η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής, επομένως, οι τάξεις στην κοινωνία θα έπαυαν να υπάρχουν. Αυτή η πίστη στην ειρηνική εξέλιξη προς μια αταξική κοινωνία άφησε τις υλίστριες φεμινίστριες εκτεθειμένες σε άγριες επιθέσεις από μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις που είχαν άμεσο οικονομικό συμφέρον να εμποδίσουν τις γυναίκες να πετύχουν την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας τους. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, αυτή η αρνητική αντίδραση τις έπιασε απροετοίμαστες, αφού δεν είχαν αναπτύξει μια επαρκή ανάλυση της ισχύος και των λειτουργιών του καπιταλισμού. Αυτή τη δεκαετία, το συνεργατικό κίνημα, το οποίο είχε προσφέρει πολλές τακτικές για τον σχηματισμό γυναικείων συνεταιρισμών «παραγωγών και καταναλωτών» που χρησιμοποιούνταν από αυτές τις φεμινίστριες, επίσης δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στον εταιρικό ανταγωνισμό και στις κατηγορίες ότι ήταν κομμουνιστικό.

Η αποτυχία των υλιστριών φεμινιστριών να αναπτύξουν μια πλήρη κριτική του βιομηχανικού καπιταλισμού βασίστηκε εν μέρει στην πίστη τους στην κοινωνική εξέλιξη ως φορέα οικονομικής και αστικής μεταμόρφωσης. Έχοντας διαβάσει Charles Darwin, Herbert Spencer και Lester Ward, ήταν τόσο σίγουρες ότι ο καπιταλισμός θα οδηγούσε στον σοσιαλισμό και τόσο πεπεισμένες ότι οι πυκνές βιομηχανικές πόλεις θα γίνονταν συνεργατικές ανθρώπινες κοινότητες που ήταν απροετοίμαστες για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό και την προαστιακή απομόνωση. Σε αυτό το σημείο οι υλίστριες φεμινίστριες μοιράζονταν την αισιοδοξία των Εθνικιστών, των Λαϊκιστών, των Σοσιαλιστών, των Χριστιανοσοσιαλιστών, των Φαμπιανιστών και ακόμα και κάποιων φιλελεύθερων ρεφορμιστών της εποχής τους, συμπεριλαμβανομένων και πολλών αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων που πίστευαν στη βιομηχανική πόλη και στην απελευθερωτική της προοπτική.

Αστική Εξέλιξη

Τα χρόνια κατά τα οποία ήταν πιο ενεργές οι υλίστριες φεμινίστριες που επικέντρωναν στην κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία ήταν εκείνα που είδαν την άνοδο και πτώση της πυκνής, βιομηχανικής καπιταλιστικής πόλης. Αυτή η περίοδος χαρακτηριζόταν από αυξημένη συγκέντρωση αστικού πληθυσμού και διαρκή τεχνολογική καινοτομία, σε αντίθεση με την επόμενη περίοδο του μονοπωλιακού καπιταλισμού που χαρακτηριζόταν από μειωμένες οικιστικές πυκνότητες και μαζική παραγωγή προηγούμενων τεχνολογικών εφευρέσεων. Οι αγώνες των υλιστριών φεμινιστριών ξεκίνησαν το 1868 με την απαίτηση αμοιβής για την οικιακή εργασία, μια εκστρατεία σύγχρονη με την προώθηση από τους αρχιτέκτονες του συλλογικού αστικού οικιστικού χώρου στις ανατολικές πόλεις, μέσω του σχεδιασμού των πρώτων πολυκατοικιών που χτίστηκαν για τις ανώτερες και μεσαίες τάξεις και τον σχεδιασμό πρότυπων διαμερισμάτων για τους φτωχούς. Οι αγώνες τους τερματίστηκαν το 1931, μετά από πάνω από μια δεκαετία κατά την οποία η φεμινίστριες κατηγορούνταν ως κομμουνίστριες, με την Έκθεση της Επιτροπής για την Ανοικοδόμηση και Ιδιοκτησία Κατοικίας του προέδρου Hoover (Hoover Commission Report on Home Building and Home Ownership), η οποία υποστήριζε την ιδιοκτησία μονοκατοικιών και οδήγησε στην ανάπτυξη 50 εκατομμυρίων μονοκατοικιών χαμηλής τεχνολογίας που στέγαζαν τα τρία τέταρτα των αμερικανικών οικογενειών. Ήταν μια καθοριστική ιδεολογική ήττα, τόσο για τις φεμινίστριες όσο και για τους αρχιτέκτονες και πολεοδόμους που ασχολούνταν με τον σχεδιασμό κατοικίας.

Αυτήν την περίοδο, οι υλίστριες φεμινίστριες έβλεπαν ότι πολλές αποφάσεις σχετικά με την οργάνωση της κοινωνίας του μέλλοντος ενσωματώνονταν στο χτισμένο περιβάλλον. Επομένως, αναγνώρισαν τη χωρική μεταμόρφωση του οικιακού χώρου εργασίας υπό τον γυναικείο έλεγχο ως το κεντρικό ζήτημα που συνέδεε τις εκστρατείες για κοινωνική ισότητα, οικονομική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική αναμόρφωση. Πολλοί αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι μοιράζονταν τις ελπίδες των υλιστριών φεμινιστριών, επειδή η αντίληψη των φεμινιστριών για τη σύγχρονη γυναίκα τους παρείχε την συλλογιστική για τον σχεδιασμό κατοικιών που θα ήταν πιο εξελιγμένες –κοινωνικά, τεχνολογικά και αισθητικά– από το Βικτωριανό σπίτι της αστικής τάξης. Το 1913, ένας κριτικός αρχιτεκτονικής διακήρυξε περιχαρής, αν και λίγο πρώιμα, ότι «οι ιδέες της Βικτωριανής κοινωνίας για το σπίτι, την οικογένεια και τις γυναίκες είναι εξίσου νεκρές με τις υπόλοιπες ιδέες εκείνης της εποχής», και υποστήριξε ότι η σύγχρονη κατοικία εξαρτιόταν από αυτή την αλλαγή.[12]

Πολύ πιο ξεκάθαρα απ’ ότι συμβαίνει σήμερα, οι φεμινίστριες, οι σχεδιαστές και οι πολιτικοί στοχαστές των αρχών του [19ου] αιώνα θεωρούσαν τον αστικό χώρο ως ένα κοινωνικό και οικονομικό προϊόν. Αντιλήφθηκαν μία μόνο τάση, προς την πυκνότητα και την τεχνολογική καινοτομία καθώς ο μερκαντιλισμός έδινε τη θέση του στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Οι ανάμικτες εμπορικές, βιοτεχνικές και οικιστικές χρήσεις γης που ήταν χαρακτηριστικές των πόλεων με λιμάνι στον μερκαντιλισμό (μεταξύ του 18ου και των μέσων του 19ου αιώνα) είχαν δημιουργήσει το τυπικό αστικό περιβάλλον για πεζούς που ο Sam Bass Warner, Jr. έχει αποκαλέσει περιπατητική πόλη και ο David Gordon εμπορική πόλη.[13] Μετά, καθώς αναπτυσσόταν ο βιομηχανικός καπιταλισμός, οι αμερικανικές πόλεις άρχισαν να εκρήγνυνται σε πολύ μεγαλύτερα μεγέθη και αναπτύχθηκε η βιομηχανική πόλη. Καθώς ο εθνικός αστικός πληθυσμός αυξήθηκε από λιγότερα από 10 εκατομμύρια το 1870 σε 54 εκατομμύρια το 1920, τα αστικά τοπία άλλαξαν. Τα εργοστάσια έφτασαν να κυριαρχούν στα κέντρα των πόλεων. Γύρω τους εξαπλώθηκαν αχανείς, ανθυγιεινές οικιστικές περιοχές που στέγαζαν εργάτες, πολλοί από τους οποίους ήταν πρόσφατοι μετανάστες. Ενώ τα σπίτια ήταν στριμωχτά, η ζωή στους δρόμους άνθιζε στις φτωχογειτονιές. Ταυτόχρονα, οι πολυτελείς εμπορικές περιοχές στα κέντρα των πόλεων με τα ξενοδοχεία και τα διαμερίσματα που απευθύνονταν σε λίγους, εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των διευρυνόμενων μεσαίων και ανώτερων τάξεων. Οι λεωφόροι και τα πάρκα προσέφεραν χώρους περιπάτου. Οι πόλεις αυξήθηκαν σε έκταση καθώς οι κερδοσκόποι κατασκεύαζαν ταξικά διαχωρισμένα οικιστικά προάστια για υπαλλήλους γραφείου και διευθυντές, τα οποία βρίσκονταν στην περιφέρεια της πόλης, ήταν προσπελάσιμα με τα νέα μέσα μαζικής μεταφοράς και εξυπηρετούνταν από τα νέα δίκτυα ύδρευσης και άλλες παροχές. Ο δημόσιος χώρος και οι αστικές υποδομές τόνιζαν τη νέα κοινωνική και οικονομική συνεκτικότητα της αστικής ζωής.

Όταν ο Frederick Law Olmsted, ο γνωστός αρχιτέκτονας τοπίου και πολεοδόμος, ανέλυε τις τεχνολογίες που άλλαζαν με ταχύ ρυθμό την ποιότητα ζωής στις αμερικανικές πόλεις του 1870, έβλεπε την εξελισσόμενη βιομηχανική καπιταλιστική πόλη ως εργαλείο για την απελευθέρωση του νοικοκυριού, αλλά και της κοινωνίας, και κατέληξε ότι όλο και περισσότερες γυναίκες θα επέμεναν να μένουν στην πόλη αντί για την ύπαιθρο, λόγω των πολλών πλεονεκτημάτων που η πόλη προσέφερε στις νοικοκυρές μέσω των νέων δημοτικών και εμπορικών υπηρεσιών. «Φανταστείτε», πρότεινε, «τι γίνεται […] από τον χασάπη, τον φούρναρη, τον ψαρά, τον μανάβη, από τους πωλητές τροφίμων κάθε είδους, από τον προμηθευτή πάγου, τον σκουπιδιάρη, τον ρακοσυλλέκτη, από τον ταχυδρόμο, τον μεταφορέα, τον αγγελιοφόρο, όλοι τους σας εξυπηρετούν στα σπίτια σας όταν απαιτείται. [Τι γίνεται] από τους υπονόμους, τα λούκια, τα κράσπεδα, τις διαβάσεις, τα πεζοδρόμια, τις δημόσιες μεταφορές, από το γκάζι και το νερό.» Συνέχιζε συλλογιζόμενος ότι «υπάρχει κάθε λόγος να υποθέτουμε ότι αυτά που βλέπουμε είναι απλώς μια πρόγευση των όσων θα ακολουθήσουν». Παρέθετε πρόσφατες εφευρέσεις στα υλικά επίστρωσης δαπέδων και στον σχεδιασμό υπονόμων. Έκανε υποθέσεις για την πιθανότητα παροχής δημοτικής θέρμανσης με θερμό αέρα σε κάθε σπίτι. Πρότεινε να εκμεταλλεύονται οι έμποροι τον ηλεκτρικό τηλέγραφο και τον αγωγό πεπιεσμένου αέρα για τις παραγγελίες και τις διανομές. Και πίστευε ότι τα δημόσια πλυντήρια, οι φούρνοι και οι κουζίνες θα προωθούσαν «την οικονομία που προκύπτει από τη συστηματοποίηση και τη συγκέντρωση, από την εφαρμογή ενός μεγάλου συστήματος διαδικασιών που ειδάλλως διεξάγονται με έναν ανοργάνωτο τρόπο που δαπανά άδικα την ανθρώπινη δύναμη».[14]

Το γεγονός ότι ο Olmsted δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στα δημόσια πεζοδρόμια, τη δημόσια κεντρική θέρμανση για κάθε σπίτι και τις δημόσιες κουζίνες είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό. Αυτός και άλλοι ιδεαλιστές έβλεπαν την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού, κατά την οποία δημιουργήθηκαν ο δημόσιος χώρος και οι αστικές υποδομές, ως μια εποχή κατά την οποία η αγροτική απομόνωση θα έδινε τη θέση της σε μια ζωή σε μεγάλες ανθρώπινες κοινότητες. Η ταχεία αστική ανάπτυξη και οι αναπάντεχες τεχνολογικές ανακαλύψεις ενθάρρυναν την πίστη τους στην κοινωνική αλληλεξάρτηση που αντιπροσώπευαν οι νέοι τρόποι στέγασης και στην οικονομική αλληλεξάρτηση που αντιπροσώπευαν οι νέες αστικές υποδομές. Η φτώχια, η εξαθλίωση, η ανομία, οι απεργίες και η βία που ήταν τυπικά στοιχεία των βιομηχανικών πόλεων δεν πτοούσανε αυτούς τους οπτιμιστές. Επίσης, παραβλέπανε την τάση των δημοτικών υποδομών να ενισχύουν τις υπάρχουσες οικονομικές ανισότητες.[15] Ο Olmsted πίστευε ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα προσέφερε τη μετάβαση από την «βαρβαρότητα» στον κοινοτικό σοσιαλισμό. Παρόλο που υιοθέτησε αυτήν την πεποίθηση ως μαθητής του ουτοπικού σοσιαλιστή Fourier, κατά τις δεκαετίες του 1880 και 1890 πολλοί άλλοι σοσιαλιστές και φεμινίστριες, όπως ο Edward Bellamy, ο August Bebel, η Charlotte Perkins Gilman, ο Karl Marx και ο Friedrich Engels χρησιμοποιώντας εναλλακτικές θεωρίες και κατέληξαν σε παρόμοια συμπεράσματα.[16] Όλοι αυτοί οι θεωρητικοί έβλεπαν τον βιομηχανικό καπιταλισμό ως ένα οικονομικό σύστημα που θα έδινε τη θέση του σε μια πλήρως βιομηχανοποιημένη σοσιαλιστική κοινωνία, αξιοποιώντας τη συλλογική τεχνολογία για τη μελλοντική κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας και της φροντίδας των παιδιών.

Οικιακή Εξέλιξη

Η μεταμόρφωση της τεχνολογίας μεταφορών και της αστικής ζωής στη βιομηχανική πόλη ενθάρρυνε τις υλίστριες φεμινίστριες να συνεισφέρουν την οικονομική και χωρική ανάλυσή τους για την οικιακή εργασία σε συζητήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό γειτονιών και κατοικιών. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός είχε αρχίσει να αλλάζει την οικονομική βάση της οικιακής εργασίας, ενώ η αστικοποίηση είχε αρχίσει να αλλάζει τη χωρική της βάση. Επομένως, κάποιες υλίστριες φεμινίστριες υποστήριζαν ότι ο ρόλος της νοικοκυράς και ο σχεδιασμός του οικιακού χώρου εργασίας έπρεπε να εξελιχθούν προς μια πιο συλλογική κατεύθυνση. Όπως είχε παρατηρήσει ο Olmsted όταν περιέγραφε την εξέλιξη της αμερικανικής πόλης, οι υποδομές όπως οι αγωγοί ύδρευσης, οι τηλεγραφικές γραμμές και οι αγωγοί καυσίμων συμβάλανε στη μεγαλύτερη εξάρτηση των νοικοκυριών από τις δημοτικές και εμπορικές υπηρεσίες. Οι υλίστριες φεμινίστριες κατέληξαν ότι οι γυναίκες, και όχι οι άντρες, έπρεπε να ελέγχουν αυτές τις νέες υπηρεσίες και να τις χρησιμοποιούν ως βάση για την οικονομική τους δύναμη. Από μια σύγχρονη οπτική, η οικιακή εργασία παρουσιάζεται ως μια παράδοξη δραστηριότητα της οποίας η μορφή έχει παραμείνει πάνω-κάτω ίδια κατά τον τελευταίο [20ο] αιώνα –η απλήρωτη νοικοκυρά μόνη της στο σπίτι που λειτουργεί ως οικιακός χώρος εργασίας της– ενώ το περιεχόμενό της έχει εξελιχθεί. Κατά την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού, ωστόσο, οι υλίστριες φεμινίστριες πίστευαν ότι τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο της οικιακής εργασίας θα υφίσταντο δραστική αλλαγή. Πίστευαν ότι η οικιακή εξέλιξη θα κινούταν παράλληλα με την αστική εξέλιξη και όχι αντίθετα με αυτή.

Κατά την προβιομηχανική εποχή, οι περισσότερες γυναίκες δούλευαν δίπλα στους συζύγους και τα παιδιά τους σε καλλιέργειες αυτοκατανάλωσης, κάνοντας τη σκληρή δουλειά που απαιτούταν για την επιβίωση της οικογένειας –γνέθοντας μαλλί και λινάρι και φτιάχνοντας ρούχα, αλέθοντας σιτηρά και φτιάχνοντας αλεύρι για να κάνουνε ψωμί, μαγειρεύοντας με σιδερένιες κατσαρόλες πάνω από ανοικτές φωτιές, φτιάχνοντας σαπούνι και κεριά, φροντίζοντας τους κήπους, εκτρέφοντας ζώα. Αυτός ο κύκλος εργασιών συνεισέφερε στη σίτιση, στην ένδυση και στη στέγαση των οικογενειών τους και ενδεχομένως παρήγαγε και κάποιο πλεόνασμα που μπορούσε να ανταλλαγεί με τους γείτονες. Με την έναρξη της εκβιομηχάνισης στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι γυναίκες άρχισαν να εμπλέκονται στις εθνικές οικονομίες, τόσο ως καταναλώτριες βιομηχανικών προϊόντων όσο και ως αμειβόμενες εργάτριες σε εργοστάσια, καταστήματα και γραφεία. Οι αγρότισσες άρχισαν να αγοράζουν υφάσματα, σαπούνι, κεριά και μετά φαγητά σε κονσέρβα. Οι γυναίκες, παντρεμένες και ανύπαντρες, άρχισαν να αμείβονται για την εργασία τους σε εργοστάσια υφαντουργίας, εμπορικά πλυντήρια και μαγαζιά, αλλά και για την παραδοσιακή γυναικεία εργασία τους στις οικιακές υπηρεσίες. Επειδή ο οικιακός χώρος αποτελούσε τόσο οικονομικό και κοινωνικό προϊόν όσο και ο δημόσιος αστικός χώρος, το αγροτόσπιτο, με τους άπλετους χώρους αποθήκευσης και εργασίας, έδωσε τη θέση του σε αστικά και προαστιακά σπίτια με λιγότερο χώρο και περισσότερες «γωνιές» αφιερωμένες στην κατανάλωση και έκθεση βιομηχανικά παραγόμενων αγαθών.

Αυτές οι αλλαγές στη γυναικεία εργασία και στον οικιακό χώρο ήταν αργές επειδή η τεχνολογική καινοτομία πάντα προπορευόταν της διάχυσής της. Οι ιστορικοί της τεχνολογίας, όπως ο Siegfried Giedion, συχνά απέφευγαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της μέτρησης της διάχυσης. Ωστόσο, η Ruth Schwartz Cowan, η Susan Kleinberg και η Susan May Strasser μελέτησαν την οικιακή τεχνολογία και έδειξαν ότι οι περισσότερες οικογένειες της εργατικής τάξης και πολλές οικογένειες της μεσαίας τάξης είχαν έλλειψη πολλών συσκευών εξοικονόμησης εργασίας πολύ αργότερα αφότου που οι κατασκευαστές τους ανάγγειλαν ότι αυτές απελευθέρωναν τις νοικοκυρές.[17] Παρόλο που η διάχυση των νέων εφευρέσεων ήταν αργή, η εκβιομηχάνιση μπορεί να θεωρηθεί πως είχε δύο βασικές επιπτώσεις στις περισσότερες νοικοκυρές του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Τα βιομηχανικά παραγόμενα αγαθά έβγαλαν μέρος της οικιακής εργασίας από το σπίτι. Οι νοικοκυρές ακόμα επιβαρύνονταν με το μαγείρεμα, το καθάρισμα, το ράψιμο, το πλύσιμο ρούχων και τη φροντίδα των παιδιών αλλά άρχισαν τότε να αντιλαμβάνονται την έλλειψη χρημάτων σε μια οικονομία που όλο και περισσότερο βασιζότανε στα χρήματα παρά στην ανταλλαγή. Η εκβιομηχάνιση προσέφερε επίσης όλο και περισσότερες αμειβόμενες θέσεις εργασίας για τις γυναίκες στα εργοστάσια, αφήνοντας τις νοικοκυρές χωρίς οικιακές βοηθούς, ειδικά στις αγροτικές περιοχές αλλά και στις πόλεις. Οι παντρεμένες γυναίκες σπάνια αναλάμβαναν αμειβόμενη εργασία –λιγότερες από 5% εργάζονταν εκτός σπιτιού το 1890. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας σήμαινε ότι ενώ η υπόλοιπη κοινωνία φαινόταν να προχωρά μπροστά, προς την κοινωνικοποίηση της εργασίας, η νοικοκυρά, περιορισμένη στη γυναικεία σφαίρα, σιγά-σιγά απομονώθηκε ακόμα περισσότερο από τον σύζυγό της που εργαζόταν μακριά από το σπίτι, από τα παιδιά της που βρίσκονταν στο σχολείο όλη μέρα και από τα αγροτικά κοινωνικά δίκτυα συγγένειας και γειτονιάς που διαταράχθηκαν από τη μετανάστευση προς τα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα.

Η Nancy Cott έχει αναλύσει τη σημασία της γυναικείας σφαίρας για τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αναπτυσσόμενης βιομηχανικής, αστικοποιημένης, καπιταλιστικής κοινωνίας που διατείνεται πως είναι δημοκρατία: «Με την απόδοση της ίδιας φυσικής εργασίας σε όλες τις γυναίκες, ο κανόνας της οικιακής ζωής τις τοποθέτησε όλες μαζί στην ίδια τάξη. Αυτός ο ορισμός είχε διττή λειτουργία στην εθνική κουλτούρα. Η κατανόηση της ρήξης μεταξύ οικίας και κόσμου με όρους φύλου δεν επηρέασε μόνο με το συμβιβασμό στη μεταβαλλόμενη διάρθρωση της εργασίας. Ο διαχωρισμός της γυναικείας σφαίρας από την αντρική παρείχε μια ασφαλή βασική κοινωνική κατηγοριοποίηση για έναν πληθυσμό που ως επί το πλείστο αρνιότανε να παραδεχτεί τις κοινωνικές θέσεις που του αποδίδονταν, αλλά αποζητούσε να ορίσει την κοινωνική τάξη […] Το φύλο, και όχι η τάξη, ήταν η βασική κατηγορία. Σε αυτή τη βάση μπορούσε να διατηρηθεί μια ταξινόμηση συνεπής με τη δημοκρατική κουλτούρα».[18] Η ιδιωτική οικία ήταν το χωρικό όριο της γυναικείας σφαίρας και η απλήρωτη οικιακή εργασία που αναλάμβανε σε αυτόν τον χώρο η απομονωμένη νοικοκυρά ήταν το οικονομικό όριο της γυναικείας σφαίρας. Εκφράσεις όπως «η θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι» και «η δουλειά της γυναίκας δεν τελειώνει ποτέ» ήταν οι συνηθισμένοι βασικοί ορισμοί της γυναικείας σφαίρας. Πάνω απ’ όλα, η γυναικεία σφαίρα έπρεπε να είναι απομακρυσμένη από την οικονομία των χρημάτων: «Οι άντρες μας βγάζουν επαρκή λεφτά. Ας κρατήσουμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας μακριά από τη μόλυνση όσο είναι δυνατό», έγραφε η Sarah Josepha Hale το 1832.[19] Η δήλωση «η γυναίκα μου δεν δουλεύει» έγινε ο κομπασμός των αντρών που αντανακλούσε τον διαχωρισμό των γυναικών από την οικονομία της αγοράς και την επακόλουθη απόκρυψη της εργασίας τους από την κοινή θέα.

Το εξώφυλλο ενός εγχειριδίου συμβουλών για το νοικοκυριό από τη δεκαετία του 1840 απεικονίζει την υλική κουλτούρα της γυναικείας σφαίρας: η νοικοκυρά παρουσιάζεται να επιτελεί επτά διαφορετικές εργασίες, πάντα σε απομόνωση με εξαίρεση την κεντρική εικόνα όπου διαβάζει στα παιδιά της. Ένα εγχειρίδιο για το νοικοκυριό από τη δεκαετία του 1850 πλησιάζει περισσότερο σε μια πραγματική εικόνα, απεικονίζοντας την ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών εργασιών από τη νοικοκυρά: η γυναίκα μαγειρεύει, στεγνώνει τα ρούχα δίπλα στη φωτιά και προσπαθεί να διασκεδάσει τα παιδιά της, συμπεριλαμβανομένου και ενός που της τραβάει τη φούστα. Αυτή παραμένει μια ειδυλλιακή εικόνα. Κανένα εγχειρίδιο συμβουλών δεν απεικόνισε τις βαρύτερες ή πιο δυσάρεστες δουλειές του σπιτιού: το τράβηγμα νερού από το πηγάδι, το κουβάλημά του στο σπίτι, το κόψιμο των ξύλων για τη φωτιά, το λιώσιμο πάνω από τον σιδερένιο φούρνο, το πάλεμα με τα βαριά κομμάτια πάγου, το στράγγισμα του καταψύκτη ή το άδειασμα των αποπλυμάτων. Ούτε και απεικόνιζαν τα εγχειρίδια την ανιαρή και μονότονη αλληλουχία εργασιών που συμπεριλαμβάνονταν σε μια δουλειά όπως το πλύσιμο των ρούχων, για την οποία έπρεπε να ζεσταθεί νερό σε εστία, να κουβαληθεί και να χυθεί σε κινητές λεκάνες. Στη συνέχεια τα ρούχα μουλιάζονταν, τρίβονταν και ξεπλένονταν σε λεκάνες, στύβονταν με το χέρι, απλώνονταν για να στεγνώσουν, σιδερώνονταν επίπονα με χονδροειδή σίδερα που ζεσταίνονταν στη φωτιά, διπλώνονταν και τακτοποιούνταν, μόχθος που έδωσε το όνομά της στην Μπλε Δευτέρα (Blue Monday).[20]

Παρόλο που οι νοικοκυρές στις ανατολικές πόλεις ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τις αδερφές τους στο τελευταίο σύνορο στη δύση μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ακόμα και οι νοικοκυρές των πόλεων φαίνονταν στις υλίστριες φεμινίστριες σαν παράξενα υπολείμματα από μια προηγούμενη, προβιομηχανική εποχή, ως εργάτριες που ασχολούνταν με τρεις ή πέντε ή επτά δουλειές στο σπίτι και χρειάζονταν απεγνωσμένα να επωφεληθούν από την βιομηχανική τεχνολογία, την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας. Το 1868 η Melusina Fay Peirce χαρακτήρισε τη νοικοκυρά πολυτεχνίτρα και η Voltairine de Cleyre, η Αμερικανίδα αναρχική θεωρητικός, όρισε μπροστά σε κοινό το 1898 το σπίτι ως «ένα πακέτο που περιλαμβάνει σε μικροσκοπική κλίμακα ένα καθαριστήριο, ένα μαγειρείο, ένα πανδοχείο και έναν παιδικό σταθμό». Αγανακτισμένη, η Helen Campbell απόρησε τη δεκαετία του 1890 «γιατί, παρά την ομαλή και ορμητική ροή προόδου, οι ρόδες του νοικοκυριού κάνουν τόσο θόρυβο και γυρνάνε τόσο δύσκολα. Μοιάζει λες και φέρανε μια πανάρχαια βοϊδάμαξα για να συνδεθεί με τον σιδηρόδρομο ή λες και το ρεύμα των σύγχρονων διηπειρωτικών μεταφορών άφησε τα τρένα του να διασχίσουν κάποιο ποτάμι στο δρόμο τους».[21] Η Charlotte Perkins Gilman έκρινε την οικιακή οπισθοδρομικότητα ακόμα πιο αυστηρά το 1903: «Με ποιά τέχνη, ποιό ξόρκι, ποιό θαύμα έχει κρατήσει ο εικοστός αιώνας ζωντανή αυτήν την προϊστορική γριά!»[22]

Οι υλίστριες φεμινίστριες πίστευαν ότι η μοναχική νοικοκυρά που σιδερώνει ή ζυμώνει δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ομάδες εργαζομένων που ξεκίνησαν να δουλεύουν τη δεκαετία του 1870 στα καλά εξοπλισμένα εμπορικά πλυντήρια ή τις κουζίνες ξενοδοχείων. Ούτε και το απομονωμένο σπίτι μπορούσε να ανταγωνιστεί τα τεχνολογικά και αρχιτεκτονικά πλεονεκτήματα που προσέφεραν  τα μεγάλα συγκροτήματα κατοικιών που εμφανίστηκαν την ίδια περίπου περίοδο. Από τη στιγμή που πολλές εικονογραφημένες εφημερίδες και περιοδικά παρουσίαζαν άρθρα για την τεχνολογία των μεταφορών, την αρχιτεκτονική και την οικιακή τεχνολογία, οι υλίστριες φεμινίστριες έβλεπαν αυτά τα δημοσιεύματα ως αποδεικτικά τόσο της αστικής όσο και της οικιακής εξέλιξης. Οι δημοσιογράφοι υποδέχτηκαν το ατμοκίνητο υπόγειο τρένο στη Νέα Υόρκη του 1870, θαύμασαν την εμφάνιση των ηλεκτρικών φωτιστικών δρόμου και του οικιακού φωτισμού εσωτερικού χώρου στη Νέα Υόρκη του 1879, δεν χόρταιναν να γράφουν για το πρώτο ηλεκτρικό λεωφορείο στο Richmond του 1888 ή το πρώτο μετρό στη Βοστώνη του 1897. Αυτή η τεχνολογία στις μεταφορές ενθάρρυνε τη σπέκουλα γης μέσω της κατασκευής πολυώροφων κτιρίων κατοικίας κοντά σε στάσεις μετρό και λεωφορείων. Τα πολυώροφα κτίρια κατοικιών ελαχιστοποίησαν και τις ακριβές γραμμές αερίου, νερού και ηλεκτρικού. Η οικιακή τεχνολογία ενίσχυσε τις οικιστικές πυκνότητες. Οι διάφορες συσκευές, όπως τα ασανσέρ, οι βελτιωμένες εστίες γκαζιού, τα ψυγεία γκαζιού, οι ηλεκτρικές σκούπες, τα μηχανικά πλυντήρια πιάτων και τα πλυντήρια ατμού, που είχαν σχεδιαστεί για χρήση σε μεγάλες επιχειρήσεις, όπως τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα εμπορικά πλυντήρια, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και στις μεγάλες πολυκατοικίες.

Επειδή αυτή η τεχνολογία αναπτύχθηκε αρχικά σε κλίμακα κατάλληλη για 50 με 500 άτομα, κάθε ομάδα που ενδιαφερόταν να μηχανοποιήσει την οικιακή εργασία έπρεπε απλώς να την κοινωνικοποιήσει πρώτα και να προγραμματίσει για τη συλλογική οικιακή κατανάλωση μέσω της οργάνωσης των νοικοκυριών σε μεγαλύτερες ομάδες που θα διέμεναν σε πολυκατοικίες, σε πρότυπα διαμερίσματα, σε συνδεδεμένες μεζονέτες, σε πρότυπα προάστια ή στις νέες κωμοπόλεις. Αυτό που ήταν ξεχωριστό με τις υλίστριες φεμινίστριες δεν ήταν το ενδιαφέρον τους για αυτά τα τεχνολογικά και αρχιτεκτονικά ζητήματα, τα οποία απασχολούσαν και τους εφευρέτες, τους αρχιτέκτονες, τους πολεοδόμους και τους κερδοσκόπους, αλλά η επιμονή τους ότι αυτές οι οικονομικές και χωρικές αλλαγές έπρεπε να συντελούνται υπό γυναικείο έλεγχο.

Οι δηλώσεις των υλιστριών φεμινιστριών σχετικά με τον γυναικείο έλεγχο της κοινωνικοποίησης της οικιακής εργασίας και της φροντίδας των παιδιών αποτέλεσαν οικονομική, αρχιτεκτονική και κοινωνική επίθεση κατά των παραδοσιακών αντιλήψεων για τη γυναικεία σφαίρα. Πρώτα έγιναν αιτήματα για την πληρωμή των νοικοκυρών, όπως αυτό που άρθρωσε η Melusina Fay Peirce: «Ένα από τα λατρεμένα δόγματα της σύγχρονης κυρίας είναι ότι δεν πρέπει να κάνει τίποτα έναντι αμοιβής και αυτή η άθλια προκατάληψη μιας ανόητης κοινοτυπίας είναι αυτή τη στιγμή το χειρότερο εμπόδιο στο δρόμο του γυναικείου ταλέντου και της γυναικείας ενέργειας. Ας το γκρεμίσουν για πάντα οι συνεργατικές νοικοκυρές, δηλώνοντας ότι είναι εξίσου απαραίτητο και εξίσου αξιοσέβαστο για μια γυναίκα να κερδίζει χρήματα όσο και για τον άντρα της…»[23] Τα αιτήματα για εργατικά προνόμια και για περιορισμό του ωραρίου πάντα συνόδευαν αιτήματα για μισθό που υπογράμμιζαν τη θέση της νοικοκυράς ως εκμεταλλευόμενης εργάτριας. Για παράδειγμα, η Marie Brown σε ένα άρθρο της στην εφημερίδα The Revolution παραπονέθηκε ότι οι άντρες μπορούσαν να ξεκουραστούν στο τέλος της μέρας ενώ οι δουλειά των νοικοκυρών ήταν ασταμάτητη.[24]

Οι προτάσεις των υλιστριών φεμινιστριών απαιτούσαν, επιπλέον, τη μεταμόρφωση του ιδιωτικού χώρου οικιακής εργασίας, της κουζίνας, σύμφωνα με τις θεωρίες της οικιακής εξέλιξης: «Θα πρέπει να καταργηθεί η ιδιωτική κουζίνα; Ακούγεται επαναστατικό, όπως ακριβώς ακουγόταν επαναστατικές, μια φορά κι έναν καιρό, προτάσεις σαν κι αυτές: Θα πρέπει να καταργηθούν τα ιδιωτικά πηγάδια; Θα πρέπει να καταργηθούν οι ιδιωτικές λάμπες κηροζίνης; Θα πρέπει να καταργηθεί το κλώσιμο στο σπίτι, το πλέξιμο στο σπίτι, το ράψιμο πουκαμίσων στο σπίτι, η παραγωγή σαπουνιού στο σπίτι;» Η Zona Gale κατέληγε ότι «η ιδιωτική κουζίνα πρέπει να ακολουθήσει την κατάληξη του αργαλειού, του οποίου είναι σύγχρονη». Στο ίδιο πνεύμα, η Ada May Krecker είχε γράψει στην αναρχική εφημερίδα Mother Earth (Μάνα Γη) της Emma Goldman για την εδραίωση της κατοικίας σε μεγάλη κλίμακα: «Οι ίδιες δυνάμεις που έκτισαν εταιρικές συγχωνεύσεις προκειμένου να παραγκωνίσουν με ανυπολόγιστη ανωτερότητα τις μυριάδες μηδαμινές επιχειρήσεις, τις οποίες παραγκώνισαν, θα κτίσουν τους μεγάλους τόπους κατοικίας και τις παιδικές χαρές και τους παιδικούς σταθμούς για τα αυριανά παιδιά και θα τα κάνουν ανυπολόγιστα πιο ταιριαστά με τα κοινωνικοποιημένα ιδανικά μας για το αύριο απ’ ότι θα μπορούσαν ποτέ να είναι τα μικρά ιδιωτικά σπίτια του σήμερα».[25]

Η αναδιάρθρωση της αμερικάνικης οικιακής ζωής απαιτούσε κάτι παραπάνω από ρητορεία. Η αμοιβή για την οικιακή εργασία και η δόμηση νέων ειδών οικιακών χώρων εργασίας ήταν αιτήματα που μπορούσαν να προσαρμοστούν σε πολλούς τύπους οικονομικής οργάνωσης. Ως οργανωτικές μορφές, ο συνεταιρισμός παραγωγών ήταν ελκυστικός για τις νοικοκυρές, ενώ ο συνεταιρισμός καταναλωτών ήταν ελκυστικός για τις εργαζόμενες γυναίκες και για τις πολιτικές ακτιβίστριες. Οι βιομηχανικές εργάτριες ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις δυνατότητες σύνδεσης των υπηρεσιών με τις βιομηχανικές επιχειρήσεις σαν εργατικά προνόμια, ενώ οι γυναίκες που ήταν ενεργές σε κινήματα αστικής αναμόρφωσης συχνά έψαχναν για τρόπους εισαγωγής νέων δημοτικών ή εθνικών υπηρεσιών. Οι γυναίκες επιχειρηματίες επέλεγαν τις μικρές επιχειρήσεις, ενώ οι οικιακές οικονομολόγοι[26] τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις. Καθεμιά από αυτές τις τακτικές είχε νόημα για ένα σώμα γυναικών που επιθυμούσε να περάσει μια συγκεκριμένη πολιτική άποψη: οι νοικοκυρές είναι εργάτριες, οι εργαζόμενες γυναίκες είναι και νοικοκυρές, η παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αναπαραγωγή, το κράτος πρέπει να βοηθάει στη δημιουργία καλών μελλοντικών πολιτών μέσω των υπηρεσιών για τις μητέρες και τα παιδιά τους. Οι δεινότερες στη στρατηγική έπρεπε επίσης να υιοθετήσουν μια ξεκάθαρη στάση ως προς τη μετατόπιση του οικιακού χώρου εργασίας. Θα έπρεπε να είναι στο οικιστικό συγκρότημα (είτε ήταν μία μεμονωμένη πολυκατοικία είτε ένα προαστιακό τετράγωνο), στη γειτονιά, στο εργοστάσιο, στην πόλη ή στη χώρα; Διαδοχικές γενιές υλιστριών φεμινιστριών ανέπτυξαν πειράματα και προτάσεις που στόχευαν στο ευρύ φάσμα δυνατοτήτων που υποδηλώνονταν τόσο από την οικονομική δομή όσο και από τη χωρική θέση.

Κατά τη διαδικασία των πειραμάτων τους, οι υλίστριες φεμινίστριες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν πολλά ζητήματα τάξης και φυλής καθώς και φύλου. Ενώ το φύλο καθόριζε την εργασία της γυναίκας, η οικονομική τάξη και η φυλή επηρέαζαν την εμπειρία της οικιακής σφαίρας των γυναικών. Η νοικοκυρά-εργοδότρια που προσλάμβανε οικιακές βοηθούς διέφερε από τη νοικοκυρά που έκανε μόνη της όλες τις δουλειές της και από τη γυναίκα που εκτελούσε οικιακή εργασία επί πληρωμή. Στις αμειβόμενες εργάτριες περιλαμβάνονταν μαγείρισσες, υπηρέτριες και πλύστρες, οι πλειονότητα των οποίων έμενε στα σπίτια άλλων γυναικών. Οι νοικοκυρές-επιχειρηματίες που δέχονταν φιλοξενούμενους, έραβαν ή έπλεναν ρούχα, επίσης έβγαζαν χρήματα. Η σχετική σημασία καθεμιάς από αυτές τις κατηγορίες (νοικοκυρά-εργοδότρια, νοικοκυρά, νοικοκυρά-επιχειρηματίας, οικιακές εργάτριες και οικιακές εργάτριες που διαμένουν στον χώρο εργασίας) μετατοπίστηκε προς τη νοικοκυρά που έκανε η ίδια τις δουλειές της κατά την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού, καθώς λιγότερες γυναίκες ακολουθούσαν τον δρόμο των οικιακών υπηρεσιών και περισσότερες επέλεγαν τη βιομηχανική εργασία. Ο David Katzman, του οποίου το βιβλίο Επτά Μέρες την Εβδομάδα (Seven Days a Week ) δίνει μια ευρεία εικόνα των συνθηκών που επικρατούσαν στις οικιακές υπηρεσίες μεταξύ του 1870 και του 1930, τονίζει τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες-εργοδότριες καταπίεζαν τις υπηρέτριες που εργάζονταν και διέμεναν στα σπίτια τους, οι οποίες ήταν παρούσες σε ένα στα δέκα νοικοκυριά του 1900.[27]

Ο ευρύτερος αγώνας για οικονομική αναγνώριση της οικιακής εργασίας συμπεριλάμβανε την πλειονότητα των νοικοκυρών που έκαναν μόνες τους όλες τις δουλειές τους (επτά στις δέκα το 1900) και κάποιες γυναίκες-επιχειρηματίες που δέχονταν φιλοξενούμενους επί πληρωμή (δύο στις δέκα). Οι αγώνες τους ήταν συνδεδεμένοι με εκείνους των υπηρετριών. Οι υλίστριες φεμινίστριες αναμορφώτριες που επιλήφθηκαν του ζητήματος της αμοιβής για τις νοικοκυρές είχαν να ξεμπλέξουν ένα τρομερό κουβάρι από προκαταλήψεις που αφορούσαν στο λεγόμενο ζήτημα των υπηρετριών. Έβλεπαν τα προβλήματα πιο ξεκάθαρα με όρους έμφυλων διακρίσεων. Παρόλο που δεν ήταν πάντα επιτυχημένες, προσπάθησαν να διαχειριστούν και την τάξη και τη φυλή. Οι πρώιμες υλίστριες φεμινίστριες αναμορφώτριες υιοθέτησαν τη στάση ότι επειδή οι υπηρέτριες ήτανε δυσεύρετες, αναξιόπιστες, ανειδίκευτες και τεμπέλες, οι νοικοκυρές θα έπρεπε να ενωθούν για να κοινωνικοποιήσουν την οικιακή εργασία και να οργανώσουν τις ίδιες και ταυτόχρονα και τις πρώην υπηρέτριές τους. Καθώς αναπτυσσόταν το κίνημά τους, οι ηγέτιδές του έφτασαν σε μια πιο σύνθετη κατανόηση της εκμετάλλευσης που είχαν υποστεί οι υπηρέτριες και του ρατσισμού και του σεξισμού που απαγόρευαν στις νεαρές μαύρες γυναίκες να βρουν άλλες δουλειές.[28] Ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα στην υπηρέτρια και στη φεμινίστρια αναμορφώτρια ήταν τόσο μεγάλο που συχνά οι αναμορφώτριες δεν αναγνώριζαν τον ρόλο που έπαιζαν η τάξη και η φυλή στις υποθέσεις τους σχετικά με τον τρόπο που θα γινόταν η κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας. Κάποιες από τις πιο αφοσιωμένες υποστηρίκτριες της κοινωνικοποιημένης οικιακής εργασίας δεν θα είχαν πρόβλημα να δώσουν στα άρθρα τους τίτλους όπως μια λύση ή μια απάντηση στο ζήτημα των υπηρετριών εάν πίστευαν ότι έτσι θα αυξανόταν το κοινό τους. Ωστόσο, τίτλοι σαν κι αυτούς αποσπούσαν την προσοχή από το πολύ βασικότερο μήνυμά τους σχετικά με την οικονομική ανεξαρτησία για όλες τις γυναίκες και μπέρδευαν το έργο τους με εκείνο των γυναικών της ανώτερης μεσαίας τάξης, των οποίων το μόνο μέλημα ήταν να διατηρήσουν τις οικιακές υπηρεσίες στα δικά τους σπίτια.   

Η Υποχώρηση προς τα Προάστια

Ανάμεσα στο 1890 και στο 1920, και ενώ οι υλίστριες φεμινίστριες (και οι σουφραζέτες, οι σοσιαλιστές, οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι που συμφωνούσαν μαζί τους) σχεδίαζαν και υλοποιούσαν κατοικίες με εγκαταστάσεις για κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία, ένα αντιθετικό κίνημα άρχιζε να αποκτά ορμή. Ανάμεσα στο 1920 και το 1970, αυτό το κίνημα τελικά θα αντέστρεφε τις αστικές πυκνότητες και θα απέσυρε την έμφαση από την αρχιτεκτονική και τεχνολογική καινοτομία. Ήταν η ενίσχυση του κεφαλαίου, μέσα από συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιριών, που οδήγησε στον σχηματισμό μεγαλύτερων εταιρικών αυτοκρατοριών, τυπικών του όψιμου (μονοπωλιακού) καπιταλισμού. Αυτή η οικονομική μεταμόρφωση επηρέασε τόσο τον αστικό χώρο όσο και τον οικιακό μετά το 1920. Ο οικονομολόγος David Gordon έχει υποστηρίξει ότι καθώς αναδυότανε αυτό που ονομάζει επιχειρηματική πόλη[29] από τη βιομηχανική πόλη, η εταιρική διαχείριση διαχωρίστηκε από τη βιομηχανική παραγωγή. Σε κάποιες από τις πόλεις-κλειδιά εμφανίστηκαν περιοχές εγκατάστασης εταιρικών εδρών που στεγάζονταν σε ουρανοξύστες, δίπλα σε τράπεζες και διεθνή κέντρα εμπορίου. Ταυτόχρονα, η βιομηχανική παραγωγή μετατοπίστηκε σε διασκορπισμένες τοποθεσίες των προαστιακών περιοχών. Ο Gordon υποστηρίζει ότι η μετακίνηση των εργοστασίων συχνά υποκινούτανε από την επιθυμία να δοθεί τέλος στις εργατικές αναταραχές, καθώς κάποιες επιχειρήσεις πίστευαν ότι θα είχαν να αντιμετωπίσουν λιγότερες απεργίες εάν έπαιρναν τους εργάτες μακριά από τις περιοχές των αστικών πολυκατοικιών, όπου μπορούσε να μεταδοθεί η «μόλυνση» της ριζοσπαστικής συνδικαλιστικής δραστηριότητας.[30]

Αυτού του είδους οι μετακινήσεις περιλαμβάνανε μια νέα ανησυχία σχετικά με τη στέγαση των εργατών από τη μεριά των προηγουμένως αδιάφορων εργοδοτών. Ο Gordon, η Barbara Ehrenreich και η Deirdre English, και ο Stuart Ewen παρατήρησαν ότι, στα τέλη της δεκαετίας του 1910, οι επιχειρήσεις άρχισαν να υποστηρίζουν την ιδιοκτησία προαστιακής κατοικίας για τους ειδικευμένους, λευκούς, άντρες εργάτες ως τρόπο «ενθάρρυνσης ενός σταθερού και συντηρητικού πολιτικού ήθους».[31] Αυτή η τάση επαληθεύτηκε στο Εθνικό Συνέδριο για την Ανοικοδόμηση και Ιδιοκτησία Κατοικίας (National Conference on Home Building and Home Ownership) του προέδρου Herbert Hoover, το οποίο συγκλήθηκε το 1931 για να υποστηρίξει την ιδιοκτησία κατοικίας για άντρες «με άριστο χαρακτήρα και εργατικές συνήθειες» και για να παράσχει ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης από την Ύφεση. Οι εργολάβοι, οι τραπεζίτες και οι κατασκευαστές συμφώνησαν ότι ο τύπος κατοικίας που θέλανε να προωθήσουν ήταν η προαστιακή μονοκατοικία. Παρόλο που το εξωτερικό τους μπορεί να αντικατόπτριζε αλλαγή τεχνοτροπίας, η εσωτερική διαρρύθμιση των χώρων αντέγραφε τα Βικτωριανά σπίτια που παρουσιάζονταν στους Αμερικανούς για κοντά έναν αιώνα συνοδευόμενα από ηθικά μηνύματα αξιοπρέπειας, κατανάλωσης και γυναικείας οικιακής ζωής.[32]

Οι πολιτικές εκστρατείες για την αντρική ιδιοκτησία κατοικίας ανάμεσα στη δεκαετία του 1920 και στη δεκαετία του 1960 περιείχαν το πλάνο (στο οποίο συμφώνησαν τόσο οι εργοδότες όσο και πολλοί συνδικαλιστές) ότι οι άντρες θα αμείβονταν με οικογενειακό μισθό και ότι οι γυναίκες θα αποκλείονταν από το αμειβόμενο εργατικό δυναμικό και θα ήταν απλήρωτες νοικοκυρές και μητέρες πλήρους ωραρίου. Ο Stuart Ewen θεώρησε ότι αυτή η στρατηγική προωθούσε «τον πατριάρχη ως μισθωτό σκλάβο». Προκειμένου να αποσπάσουν πολλές γυναίκες από την αμειβόμενη εργασία στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, οι συντηρητικοί υποστηρικτές της ιδιοκτησίας κατοικίας και του οικογενειακού μισθού επιτέθηκαν αδιακρίτως σε όλες τις φεμινίστριες. Ήταν ιδιαίτερα σκληροί με τις υλίστριες φεμινίστριες, επιτιθέμενοι στον «ελεύθερο έρωτα», την «αφύσικη μητρότητα» και τη «φουτουριστική ανατροφή παιδιών», τα οποία θεωρούσαν επιπτώσεις της γυναικείας οικονομικής ανεξαρτησίας. Χρησιμοποιούσαν τη ρητορική του 1880 για να αποδοκιμάσουν τα «κοινωνικά κολαστήρια» που ήταν οι πολυκατοικίες και τα οικοτροφεία, όπου η οικογένεια, «ένας θεσμός του Θεού», θεωρητικά υποσκαπτόταν επειδή οι γυναίκες δεν εκτελούσαν μόνες τους τις δουλειές τους μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα.[33]

Η αναγωγή της ιδιοκτησίας προαστιακής κατοικίας σε εθνική πολιτική στέγασης στις Ηνωμένες Πολιτείες προσέφερε μια ιδέα που επικρατούσε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σε μια κοινωνία που είχε βγει από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι κρατικά επιδοτούμενες υποθήκες και οι φορολογικές εκπτώσεις για τους ιδιοκτήτες κατοικιών κατά τη μεταπολεμική περίοδο νίκησαν τις φεμινίστριες αλλά προσέφεραν και ένα μεγάλο δώρο στους κερδοσκόπους εργολάβους και στους κατασκευαστές συσκευών και αυτοκινήτων. Καθώς οι δουλειές που κατείχαν στη διάρκεια του πολέμου αφαιρούνταν από τις γυναίκες εργαζόμενες, αυτές μετατοπίστηκαν προς την προαστιακή συζυγική ζωή και ο ρυθμός γεννήσεων ανέβηκε μαζί με τη μαζική κατανάλωση. Οι εργολάβοι κατασκεύασαν εκατομμύρια μονοκατοικίες που δεν προϋπέθεταν προσεκτικό τοπογραφικό σχεδιασμό, πρόβλεψη για δημόσιο χώρο ή οποιαδήποτε αρχιτεκτονική σχεδιαστική συμβολή. Αυτά τα σπίτια ήταν άδεια κουτιά που στόχος ήταν να γεμίσουν με μαζικά παραγόμενα αγαθά.

Με αφετηρία τη δεκαετία του 1920, οι κατασκευαστές ηλεκτρικών συσκευών κατασκεύασαν μικρογραφίες της τεχνολογίας μεγάλης κλίμακας που είχε αναπτυχθεί νωρίτερα για τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια και χρησιμοποιούταν από τις κοινωνίες συνεργατικών νοικοκυριών. Τη θέση της ήρθαν να πάρουν μικρά ψυγεία και καταψύκτες, μικρές ηλεκτρικές σκούπες, μικρά πλυντήρια πιάτων και ρούχων. Οι συσκευές εξοικονόμησης εργασίας που ήταν αρχιτεκτονικές, όπως οι ενσωματωμένοι χώροι με τους σωλήνες άλμης που χρησιμοποιούνταν για συντήρηση των τροφίμων ή τα ενσωματωμένα συστήματα αναρρόφησης σκόνης και απορριμμάτων που χρησιμοποιούνταν σε πολλές πολυκατοικίες, αντικαταστάθηκαν από αγαθά που μπορούσαν να αγοραστούν και να μπουν στην πρίζα. Σε αυτή τη διαδικασία στροφής προς την ιδιωτική κατοικία και μικρογραφίας της τεχνολογίας βρίσκονταν οι σπόροι μιας μελλοντικής ενεργειακής κρίσης, εφόσον κάποιοι κατασκευαστές συσκευών πουλούσαν εξοπλισμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος σε δήμους, μια σχέση την οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να αποκτήσουν επιπλέον κέρδη, συνδυάζοντάς τη με τον σχεδιασμό συσκευών μέγιστης ενεργειακής κατανάλωσης.[34] Η ιδιοκτησία προαστιακής κατοικίας αύξησε, επίσης, τη ζήτηση για ιδιωτικά αυτοκίνητα. Με αφετηρία τη δεκαετία του 1920, και συνεχίζοντας τις δεκαετίες του 1940 και 1950, η διαφήμιση μετατράπηκε σε σημαντικότατο αμερικάνικο τομέα οικονομικής δραστηριότητας, προωθώντας συσκευές, αυτοκίνητα και κάθε είδους προϊόν απαραίτητο για την εγκατάσταση στο προαστιακό «ονειρικό σπίτι».[35]

Τη δεκαετία του 1960, οι προαστιακοί δακτύλιοι των πόλεων στέγαζαν μεγαλύτερο ποσοστό του εθνικού αστικού πληθυσμού από τα παλιά κέντρα των πόλεων. Τη δεκαετία του 1970, υπήρχαν πλέον 50 εκατομμύρια μικρά σπίτια και πάνω από 100 εκατομμύρια αυτοκίνητα. Επτά στα δέκα νοικοκυριά διέμεναν σε μονοκατοικίες. Περισσότερα από τα τρία τέταρτα των μελών εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων (μέλη της AFLCIO American Federation of Labor and Congress of Industrial Organizations) ήταν ιδιοκτήτες των σπιτιών τους με μεγάλες υποθήκες.[36] Οι εθνικές πολιτικές στήριξης της ιδιοκτησίας προαστιακής κατοικίας (και των καταναλωτικών πιστώσεων) για τους άντρες, σήμαιναν για τις γυναίκες πως η πρόσβαση στην κατοικία έπρεπε να γίνει μέσω των συζύγων τους. Η πρόσβαση των γυναικών στην έμμισθη εργασία περιορίστηκε, επίσης, λόγω της προαστιακής τους τοποθεσίας, επειδή για τις γυναίκες ήταν πολύ πιο απίθανο απ’ ότι για τους άντρες να έχουν δικό τους αυτοκίνητο και επειδή δυσκολεύονταν να βρουν λύσεις για τη φροντίδα των παιδιών τους στις προαστιακές περιοχές, όπου δεν υπήρχε πρόβλεψη για τέτοιου είδους κοινοτικές παροχές. Παρόλο που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι μισές παντρεμένες γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη έμμισθη εργασία, συνέχιζαν να έχουν μια δεύτερη δουλειά στο σπίτι. Όλες οι νοικοκυρές, ειδικά εκείνες που δεν είχαν εργασία εκτός σπιτιού, βίωναν αυτό που η Betty Friedan είχε ονομάσει «γυναικείο μυστήριο» (the feminine mystique) και ο Peter Filene μετονόμασε «οικιακό μυστήριο» (the domestic mystique)[37] επειδή το βίωναν και οι άντρες μολονότι με διαφορετικό τρόπο.

Η Friedan και ο Filene θεωρούσαν το γυναικείο μυστήριο περισσότερο κοινωνικό παρά χωρικό πρόβλημα, εντούτοις ο σχεδιασμός του οικιακού χώρου αψηφούσε κάθε έννοια αρχιτεκτονικής και τεχνολογικής λογικής. Ως τη δεκαετία του 1970, ολόκληρες αστικές περιοχές είχαν μετατραπεί σε ατελείωτα χιλιόμετρα προαστιακής εξάπλωσης, κόντρα σε προηγούμενες αντιλήψεις για την αστική εξέλιξη και την ανθρώπινη πρόοδο. Ωστόσο νωρίτερα, στο τέλος του 19ου αιώνα, οι υποστηρικτές της αστικής εξέλιξης είχαν θαυμάσει την πρόοδο της βιομηχανικής κοινωνίας «από το απλό στο σύνθετο». Κατά τη δεκαετία του 1920, ο όψιμος καπιταλισμός άλλαξε τη φορά αυτής της προόδου, καθώς το τεχνικά και χωρικά σύνθετο αστικό σπίτι αντικαταστάθηκε από το πολύ πιο ακατέργαστο προαστιακό σπίτι με νερό, αέριο και ηλεκτρικές συσκευές του 20ου αιώνα. Οι κρυφές δαπάνες αυτής της οικιστικής υποχώρησης ήταν τόσο υψηλές που ως τη δεκαετία του 1970 είχαν εμφανιστεί ολοένα και πιο επικίνδυνες πηγές ενέργειας, όπως εργοστάσια παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, υγρό φυσικό αέριο και εκλεπτυσμένοι αγωγοί πετρελαίου, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη σταθερά αυξανόμενη ζήτηση για ενέργεια, και ο όρος «ονειρικό σπίτι» άρχισε να κρύβει ειρωνικούς υπαινιγμούς.

Οι εργολάβοι και οι βιομήχανοι της δεκαετίας του 1970 συνέχισαν να εξυμνούν το Βικτωριανό σπίτι που είχαν συντηρήσει για έναν αιώνα μετά την εποχή του, το απομονωμένο σπιτικό, σχεδιασμένο με βάση το ιδανικό της γυναίκας ως νοικοκυράς πλήρους ωραρίου. Χρησιμοποιούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για να παρουσιάσουν το επίτευγμά τους ως πρόοδο και να μπερδέψουν τη νοικοκυρά. Για πάνω από ενάμιση αιώνα το περιεχόμενο της οικιακής εργασίας άλλαζε μέχρι που ο χρόνος που δαπανιόταν για την κατανάλωση βιομηχανικών προϊόντων έφτασε να είναι σχεδόν ίσος με τον χρόνο που δαπανιόταν για το μαγείρεμα, το καθάρισμα και την φροντίδα των παιδιών. Μολαταύτα, η νοικοκυρά ακόμα δούλευε μόνη και η δουλειά της δεν τελείωνε ποτέ: οι μελέτες χρονικού προϋπολογισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες βιομηχανοποιημένες χώρες δείχνουν ότι οι ώρες εργασίας της νοικοκυράς αυξήθηκαν αντί να μειωθούν μετά τη δεκαετία του 1920, παρά τις συσκευές εξοικονόμησης εργασίας και τις εμπορικές υπηρεσίες.[38] Οι αλυσίδες φαστφούντ παρείχαν ζεστά γεύματα, η τηλεόραση χρησίμευε για να κρατάει τα παιδιά ήσυχα στο σπίτι, οι νοικοκυρές είχαν δεκάδες ηλεκτρικές συσκευές στις κουζίνες τους, εντούτοις κατείχαν λιγότερο τον έλεγχο της γυναικείας σφαίρας απ’ ότι στις απαρχές του βιομηχανικού καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός είχε κοινωνικοποιήσει μόνο εκείνες τις πτυχές της οικιακής εργασίας που μπορούσαν να αντικατασταθούν από επικερδή προϊόντα και υπηρεσίες και άφησε το μαγείρεμα, το καθάρισμα και τη ανατροφή στη νοικοκυρά.

Το σπίτι δεν θεωρούταν χώρος εργασίας αλλά καταφύγιο. Η απλήρωτη απομονωμένη εργασία της νοικοκυράς συνέχιζε να μη θεωρείται δουλειά αλλά κατανάλωση.[39] Οι γυναίκες που έκαναν αυτή τη μοναχική δουλειά σχεδόν ποτέ δεν αποκαλούνταν εργάτριες. Όπως έγραψε η Meredith Tax για την καθημερινότητα της νοικοκυράς του 1970: «Φαίνεται να συμμετέχω σε κάποια μυστηριώδη διαδικασία».[40] Όπως περιέγραφε την κατάστασή της η Mira, η προαστιακή νοικοκυρά της Marilyn French, στο βιβλίο Το Δωμάτιο της Γυναίκας (The Womans Room ), ταυτιζότανε οικονομικά και χωρικά με το σπίτι που ανήκε στον άντρα της: «Αισθανόταν ότι είχαν πληρώσει και την είχαν αγοράσει και ότι όλα πήγαιναν πακέτο, το σπίτι, τα έπιπλα, εκείνη, όλα ήταν δικά του, το έλεγε σε κάποιο χαρτί».[41] Για τη νοικοκυρά που επαναστατούσε, υπήρχε μια αυξανόμενη στήριξη από την ψυχιατρική και από τα φάρμακα. Οι γιατροί έγραψαν Valium και Librium πάνω από 47 εκατομμύρια φορές για γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1978 και οι διαφημίσεις των φαρμακευτικών εταιριών συχνά έδειχναν μια κατσούφα νοικοκυρά με ποδιά, σκούπα και παιδί. Μια τέτοια διαφήμιση έγραφε: «Δεν μπορείς να αλλάξεις το περιβάλλον της αλλά μπορείς να αλλάξεις τη διάθεσή της».[42]

Η Κληρονομιά του Υλιστικού Φεμινισμού

Οι υλίστριες φεμινίστριες άσκησαν τη μεγαλύτερή τους επιρροή όταν οι στρατηγικές για τη στέγαση των Αμερικανών σε πυκνές αστικές γειτονιές ήταν δημοφιλείς. Η επιρροή τους έφθινε καθώς οριζόταν η αποτελεσματική κατανάλωση, όχι με όρους προσεκτικής χρήσης των ελάχιστων πόρων, αλλά με όρους μέγιστης ζήτησης για μαζικά παραγόμενα αγαθά. Παρόλο που τα πυκνά αστικά περιβάλλοντα του βιομηχανικού καπιταλισμού τελικά έδωσαν τη θέση τους σε έναν πλαστό ιδιωτισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες και παρόλο που οι προαστιακές κατοικίες των εργατών απέδειξαν ότι ο Fourier και ο Olmsted, o Marx και ο Engels, ο Bellamy και η Gilman είχαν κρίνει λανθασμένα τον ρυθμό με τον οποίο η αστική πυκνότητα που προκάλεσε ο βιομηχανικός καπιταλισμός θα επίσπευδε τον σοσιαλισμό και τη γυναικεία χειραφέτηση, οι συζητήσεις που ξεκίνησαν δεν έχουν λήξει ακόμα. Τα τελευταία δέκα χρόνια [δεκαετία του 1970] πολλά από τα ίδια ερωτήματα για τους οικιακούς ρόλους των γυναικών και την ευρύτερη οικονομία, τα οποία εγείρανε οι υλίστριες φεμινίστριες, επανατίθενται αλλά η σημασία του σχεδιασμού της κατοικίας και της οργάνωσης της γειτονιάς για αυτά τα ζητήματα έχει, σε μεγάλο βαθμό, ξεχαστεί.

Οι περισσότερες οικογένειες συνεχίζουν να μένουν σε μονοκατοικίες σχεδιασμένες με βάση το ιδανικό της γυναίκας ως νοικοκυράς πλήρους ωραρίου. Καθώς η συμμετοχή των γυναικών στο έμμισθο εργατικό δυναμικό συνεχίζει να αυξάνεται, οι γυναίκες και οι άντρες έχουν αρχίσει να υποπτεύονται τις συγκρούσεις που τους δημιουργούν οι ξεπερασμένες μορφές κατοικίας και οι ανεπαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες. Ωστόσο, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς εναλλακτικές. Απαιτείται χωρική φαντασία για να κατανοήσει κανείς ότι οι αστικές περιοχές που σχεδιάστηκαν για την ανισότητα δεν μπορούν να αλλαχτούν με νέους ρόλους στις ζωές των μεμονωμένων ατόμων.

Η κληρονομιά του υλιστικού φεμινισμού μπορεί να διεγείρει αυτήν τη χωρική φαντασία παρέχοντας φεμινιστικά οράματα για άλλους τρόπους διαβίωσης: χιλιάδες γυναίκες και άντρες που υποστήριζαν την κοινωνικοποιημένη οικιακή εργασία επέδειξαν την κοινωνική και τεχνική τους εφευρετικότητα. Οι υλίστριες φεμινίστριες πολεμούσαν σταθερά για τη γυναικεία αυτονομία, μεταξύ των σοσιαλιστών, και για τις γυναικείες οικονομικές και χωρικές ανάγκες, μεταξύ των σουφραζέτων. Αναγνώρισαν τις νοικοκυρές ως μια σημαντική, δυνητική, πολιτική δύναμη. Οι ικανότητά τους να φαντάζονται πιο ικανοποιητικά, φεμινιστικά, οικιακά τοπία τις διαχώρισε από τους πιο πραγματιστές αλλά λιγότερο οραματιστές αναμορφωτές της εποχής του βιομηχανικού καπιταλισμού. Οι συζητήσεις τους σχετικά με το πού και το πώς θα γινόταν η κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας δονούνταν από έντονα συναισθήματα.

Μια προσέγγιση της οικιακής εργασίας που στηρίζει την ισότητα απαιτεί σύνθετες αποφάσεις σχετικά με τα εθνικά πρότυπα έναντι στον τοπικό έλεγχο, για τη γενική συμμετοχή ενηλίκων έναντι στην αποτελεσματική εξειδίκευση, για την ατομική επιλογή έναντι στην κοινωνική ευθύνη. Αυτά τα ίδια διλήμματα, εφαρμοσμένα στη βιομηχανική παραγωγή, έχουν ταλανίσει όλες τις κοινωνίες από τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα, επομένως όλες οι κοινωνίες πρέπει να διδαχθούν από αυτές τις αντιπαραθέσεις. Κάθε σοσιαλιστική φεμινιστική κοινωνία του μέλλοντος θα βρει την κοινωνικοποίηση της οικιακής εργασίας στο επίκεντρο των μελημάτων της και, μαζί με αυτή, το πρόβλημα της ελευθερίας έναντι στον έλεγχο, για το άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα και το έθνος.

Όταν οι υλίστριες φεμινίστριες συνέτασσαν το σχέδιο μάχης τους για τη μεγάλη οικιακή επανάσταση, κατέδειξαν τη σημασία τους όχι μόνο ως οραματίστριες αλλά και ως κοινωνικές κριτικοί. Οι υλίστριες φεμινίστριες αντιστάθηκαν στις ευγενικές συμβάσεις της καθημερινής ζωής υπό τον βιομηχανικό καπιταλισμό πιο αποτελεσματικά από κάθε άλλη πολιτική ομάδα της εποχής τους – σοσιαλιστές, αναρχικούς και σουφραζέτες. Χλευάζοντας τις οικιακές ευλάβειες και απαιτώντας χρηματική αμοιβή για την οικιακή εργασία, συντάραξαν τόσο τις γυναίκες όσο και τους άντρες και τους ανάγκασαν να αναλύσουν τα νοικοκυριά και τις γειτονιές τους με μια κριτική συνείδηση που όμοιά της δεν έχει υπάρξει από τότε. Στην πιο μαχητική τους περίοδο, οι υλίστριες φεμινίστριες απαίτησαν να εκτελούνται όλες οι δουλειές του σπιτιού συλλογικά από έμμισθες εργάτριες σε καλά εξοπλισμένες δημόσιες κουζίνες, πλυντήρια και παιδικούς σταθμούς, ζητούσαν από τους αρχιτέκτονες να αναπτύξουν νέους τύπους κατοικίας και από τους πολεοδόμους να δημιουργήσουν νέα είδη κοινοτικών εγκαταστάσεων, δίνοντας σε αυτά τα επαγγέλματα μια ανθρώπινη σημασία, την οποία είχαν χάσει από καιρό οι αρχιτέκτονες που δούλευαν για τους κερδοσκόπους εργολάβους και οι πολεοδόμοι της γραφειοκρατίας που όριζε την κατανομή χρήσεων γης στις πόλεις. Οι υλίστριες φεμινίστριες υποστήριζαν αυτές τις μεταμορφώσεις σε κάθε πολιτικό επίπεδο, από το νοικοκυριό και τη γειτονιά ως τον δήμο και το έθνος, θέτοντας το παράδειγμα για εκείνους/ες που ενδεχομένως θέλουν να συνενώσουν τόσο διαφορετικά μεταξύ τους ζητήματα όσο η οικιακή εργασία, η διάκριση κατά των γυναικών στην εργασία, η οικιστική πολιτική και η ενεργειακή πολιτική.

Οι υλίστριες φεμινίστριες τόλμησαν να φανταστούν τη γυναικεία οικονομική ανεξαρτησία από τους άντρες και να προγραμματίσουν για τις πλήρεις περιβαλλοντικές και τεχνολογικές αλλαγές που θα επέφερε αυτή η ανεξαρτησία. Ήταν ουτοπικές φαντασιώσεις και ακραία σχέδια; Όπως παρατηρεί ο Lawrence Goodwyn στην ιστορία του Αμερικανικού Λαϊκού κινήματος που έγραψε, «Αν ο πληθυσμός έχει παραιτηθεί πολιτικά (πιστεύοντας το δόγμα της ‘δημοκρατίας’ σε ένα επιφανειακό δημόσιο επίπεδο αλλά όχι σε ιδιωτικό επίπεδο) γίνεται αρκετά δύσκολο για τους ανθρώπους να κατανοήσουν πλήρως το φάσμα των ελπίδων που είχε ο λαός σε μια προηγούμενη εποχή, όταν οι δημοκρατικές προσδοκίες ήταν μεγαλύτερες από αυτές που οι άνθρωποι επιτρέπουν στους εαυτούς τους να έχουν σήμερα. […] Οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι πολιτισμικά προγραμματισμένοι, τρόπος του λέγειν, να συμπεραίνουν ότι οι Αμερικανοί που υποστήριζαν την ισότητα, όπως οι Λαϊκιστές, ήταν «ανόητοι» που είχαν τόσο μεγάλες δημοκρατικές ελπίδες».[43] Είναι εύκολο να απορρίπτει κανείς ως ανόητη την οικονομική απελευθέρωση που οραματίστηκαν οι υλίστριες φεμινίστριες και πολύ δυσκολότερο να καταλάβει το όνειρά τους, να μελετήσει τα μανιφέστα και τις οργανώσεις τους και να αποπειραθεί να κατανοήσει εκείνες τις πτυχές του αμερικάνικου πολιτισμού που έθρεψαν τον ιδεαλισμό τους, τις ελπίδες τους για φεμινιστικά σπίτια, γειτονιές και πόλεις.

[1] Χρησιμοποιώ τον ορισμό της Linda Gordon για τη φεμινίστρια ως «εκείνη που προσπαθεί να αυξήσει τη δύναμη και την αυτονομία των γυναικών μέσα στην οικογένεια, την κοινωνία». Όπως σημειώνει, the nineteenth-century terms, “the woman movement,” and «advancing» the position of woman, are more exact, but have no convenient adjectives attached. Woman’s Body, Woman’s Right: A Social History of Birth Control in America (Harmondsworth, England: Penguin Books, 1977), xiv.

[2] Μια  «μεγάλη οικιακή επανάσταση», Stephen Pearl Andrews, The Baby World, 1855, επανεκδόθηκε στο Woodhull and Claflin’s   Weekly, 3 (June 8, 1871), 10, and 3 (October 28, 1871), 12. Άλλες φράσεις που ήταν επίσης δημοφιλείς: “grand cooking establishments,  ”Caroline Howard Gilman (writing under the pseudonym Clarissa Packard), Recollections of a Housekeeper (New York: Harper, 1834);“eating houses,” Jan e Sophia Appleton, “Sequel to the Vision of Bangor,” in Jan e Sophia Appleton and Cornelia Crosby Barrett, eds.. Voices from the Kenduskeag (Bangor, Maine: D. Bugbee, 1848); “cooperative housekeeping,” Melusina Fay Peirce. «Cooperative Housekeeping I,”Atlantic Monthly, 22 (November 1868), 513-524;“ socialization of primitive domestic industries, «Feminist Alliance, as reported in “ Feminists Debate Plans for a House,» New York Times, April22, 1914; “ the big socialized kitchen,” Anita C. Block, «Woman’s Sphere,» editorial, New York Call, July 20. 1913. 15; “coordination of women’s interests,” Ethel Puffer Howes, 1925(name of research institute at Smith College).

[3] The general term to socialite domestic work will be used throughout the book to describe various proposals with one underlying aim: to make private domestic work social labor. In the popular usage of American psychology, individuals are often said to be ’’socialized” or made to conform to societal expectations and norms, but I will use “ socialize» in its original sense, to refer to the process of reorganizing work to suit the common needs of a social group. Socialized labor does not imply socialism; whether it is a capitalist or socialist enterprise depends on the economic relationship of capital and labor. None of these reformers was interested in communal housekeeping, a term I reserve to describe rural and urban experimental communities where four or more members, unrelated by blood, lived as one large family. They sought instead to retain the family, and to preserve private family living quarters, while at the same time reorganizing the economic and environmental basis of “woman’s” work to make it social rather than personal labor.

[4] “Social feminists” is a term developed by O’Neill, Everyone Was Brave, p. x: “ I have found it useful to distinguish between those who were chiefly interested in women’s rights (whom I call hard core or extreme feminists), and the social feminists who, while believing in women’s rights, generally subordinated them to broad social reforms they thought more urgent.” These terms imply that suffragists were extremists, a false position O ’Neill then exploits to argue that feminists had no clear ideology. J. Stanley Lemons in The Woman Citizen: Social Feminism in the 1920s (Urbana: University of Illinois Press, 1973), carries on this term but writes from a more objective position, and does not, for example, indulge in O ’Neill’s obnoxious habit of deciding whether feminists were “ normal” or not (p. 142). The term “ domestic feminism” was introduced by Daniel Scott Smith in “ Family Limitation, Sexual Control, and Domestic Feminism in Victorian America,” Clio’s Consciousness Raised: New Perspectives on the History of Women, ed. Mary Hartman and Lois W. Banner (New York: Harper Colophon Books, 1974), 119-136. Smith pointed to very real gains made by women within the family, especially “sexual control of the husband by the wife” (p. 123) arguing, “ … domestic feminism viewed woman as a person in the context of relationships with others. By defining the family as a community, this ideology allowed women to engage in something of a critique of male, materialistic, market society and simultaneously proceed to seize power within the family” (p. 132). This “domestic feminism” he sharply distinguished from the “public feminism” of Stanton and Gilman (p. 131). Stanton, however, was a leading advocate of “voluntary motherhood” and Gilman of socialized domestic work.

[5] Αναφέρει η Frances Willard στο βιβλίο της Sheila Rothman, Woman’s Proper Place: A History of Changing Ideals and Practices, 1870 to the Present (New York: Basic Books, 1978), 67

[6] Ida Husted Harper, The Life and Work of Susan B. Anthony, 2 vols. (Indianapolis: Bowen Merrill, 1899), I, 134

[7]Aileen S. Kraditor, Up from the Pedestal, Selected Writings in the History of American Feminism (Chicago: Quadrangle, 1968), 8

[8] Aileen S. Kraditor, The Ideas of the Woman Suffrage Movement, 1890-1920 (1965; Garden City, New York: Doubleday-Anchor, 1971), 5

[9] Degler, “ Introduction” xix, Kraditor, Ideas, 99

[10]For a discussion of Myrdal’s work with Sven Markelius, see Sven Markelius, “Kollektivhuset som bostadsform,” Form Svenska Slojdforeningens Tidskrijl Areang 31 (1935), 101-128; Lily Braun debated these issues with Clara Zetkin in the Social Democratic party in Germany and was criticized for her heretical thinking about the “one kitchen house,” discussed in her Frauenarbeit und Hauswirtschajl, Berlin, 1901. Engels’s position appears in The Origin of the Family, Private Property, and the Stale (1884; Moscow: Progress Publishers, 1977), 74; Lenin’s in The Emancipation of Women (New York: International Publishers, 1975), 69. For a critical review of some past and current debates on women’s work, see Ellen Malos, “Housework and the Politics of Women’s Liberation,” Socialist Review 37 (January-February 1978). 41-71, and M. J an e Slaughter, “Socialism and Feminism,” Marxist Perspectives, 1 (Fall 1979). Also useful is the section entitled “Just a Housewife” in Gerda Lemer, The Female Experience: An American Documentary (Indianapolis: Bobbs-Merrill Co., 1977), 108-147

[11] Friedrich Engels, The Origin of the Family, Private Property, and the State (1884; Moscow: Progress Publishers, 1977), 74

[12] C. B. Purdom, The Garden City (London: J . M. Dent, 1913), 98

[13] Sam Bass Warner, Jr., The Urban Wilderness: A History of the American City (New York: Harper and Row, 1972); The Private City: Philadelphia in Three Periods of Its Growth (Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 1968); Streetcar Suburbs: The Process of Growth in Boston, 1870-1900 (New York: Atheneum, 1971). David M. Gordon, “Capitalist Development and the History of American Cities,” in William K. Tabb and Larry Sawyers, eds., Marxism and the Metropolis: New Perspectives in Urban Political Economy (New York: Oxford University Press, 1978), 25-63

[14] Frederick Law Olmsted, Public Parks and the Enlargement of Towns, λόγος που εκφωνήθηκε στο  American Social Science Association (Cambridge, Mass., Riverside Press, 1870), 7-9

[15] Susan T. Kleinberg, “Technology and Women’s Work: The Lives of Working Class Women in Pittsburgh, 1870-1900,” Labor History, 17 (Winter1976), 58-72

[16] August Bebel, author of Woman Under Socialism, tr. Daniel De Leon (1883; New York: Schocken, 1971), was, with Engels, the most popular of the theorists in Europe

[17] Siegfried Giedion, Mechanization Takes Command: A Contribution to Anonymous History (1948; New York: Norton, 1969), describes the “mechanization of the household” as a process resulting from numerous inventions, all freeing women from drudgery. He mentions that large-scale domestic technology preceded small devices but assumes that women preferred the small-scale devices to be used at home. Other writers, notably Kleinberg, “Technology and Women’s Work” ; Susan May Strasser, “Never Done: The Ideology and Technology of Household Work, 1850-1930,” Ph.D. dissertation, State University of New York, Stony Brook, 1977; and Ruth Schwartz Cowan, “The ‘Industrial Revolution’ in the Home: Household Technology and Social Change in the 20th Century,” Technology and Culture, 17 (January 1976), 1-23, discuss the slow diffusion of various inventions. Both Strasser and Cowan have books in progress which should define women’s experience of domestic technology much more exactly. See Heidi Hartmann, “Capitalism and Women’s Work in the Home, 1800-1930,” unpublished Ph.D. dissertation, Department of Economics, New School for Social Research, 1975, for a detailed study of laundry technology, as well as an analysis of the household. There are also two rather brief surveys, William D. Andrews and Deborah C. Andrews, “Technology and the Housewife in Nineteenth Century America,” Women’s Studies, 2 (1974), 309-328, and Anthony N. B. Garvan, “Effects of Technology on Domestic Life, 1830-1880,” in Technology in Western Civilization, I, ed. Melvin Kranzberg and Carroll Pursell, Jr. (New York: Oxford University Press, 1967), 546-559.

[18] Nancy F. Cott, The Bonds o f Womanhood: “Woman’s Sphere» in New England, 1780-1835 (New Haven: Yale University Press, 1977), 98. On “woman’s sphere” as inseparable from the rest of the society, see also the excellent analyses by Kathryn Kish Sklar, Catharine Beecher, A Study in American Domesticity (New Haven: Yale Un iversity Press, 1973), and Leonore Davidoff, “The Separation of Home and Work? Landladies and Lodgers in Nineteenth and Twentieth Century England,” in Sandra Burman, ed., Women’s Work: Historical, Legal, and Political Perspectives (London: Croom Helm, 1979); and Leonore Davidoff, “The Rationalization of Housework,” in D. Barker and S. Allen, eds., Dependence and Exploitation in Work and Marriage (London: Longman, 1976).

[19] Αναφέρεται στο Cott, The Bonds of Womanhood, p. 68

[20] Strasser, “Never Done,” 72-73

[21] Voltairine de Cleyre, λόγος που εκφωνήθηκε σε εκκλησία του Bradford στην Αγγλία, δημοσιεύτηκε στο The Adult: The Journal of Sex 1 (January 1898), 6; Helen Campbell, Household Economics: A Course of Lectures in the School of Economics at the University of Wisconsin (New York and London: G. P. Putnam’s Sons, 1896), 59

[22] Gilman, The Home, 84

[23] Peirce, «Cooperative Housekeeping II” Atlantic Monthly 22 (December 1868), 684

[24] Marie A. Brown, “The Pecuniary Independence of Wives,» The Revolution 3 (June 10, 1869), 355

[25] Zona Gale, “Shall the Kitchen in O u r Home Go?” Ladies’ Home Journal 36 (March 1919), 35ff; Ada May Krecker, “The Passing of the Family,” Mother Earth 7 (October 1912), 260-261

[26] domestic economists στο πρωτότυπο

[27] David M. Katzman, Seven Days A Week, Women and Domestic Service in Industrializing America (New York: Oxford, 1978). Για τις οικιακές βοηθούς δείτε επίσης, Theresa M. McBride, The Domestic Revolution: The Modernization of Household Service in England and France 1820-1920 (New York: Holmes and Meier, 1976), και Susan Strasser, “Mistress and Maid,” Marxist Perspectives, 4 (Winter 1978), 52-67

[28] One of the most perceptive discussions of domestic labor appears in Rachel Campbell, The Prodigal Daughter (Grass Valley, Calif.: published by the author, 1885). This is a pamphlet on prostitution

[29] corporate city στο πρωτότυπο

[30] Gordon, “Capitalist Development,” 49-55

[31] Industrial Housing Associates, Good Homes Make Contented Workers (Philadelphia: Industrial Housing Associates, 1919); Barbara Ehrenreich and Deirdre English, For Her Own Good: 150 Years of the Experts’ Advice to Women (Garden City: Doubleday, 1978), 134; Richard Walker, “Suburbanization in Passage,” unpublished draft paper, University of California, Berkeley, Department of Geography, 1977; Stuart Ewen, Captains of Consciousness: Advertising and the Social Roots of the Consumer Culture (New York: McGraw-Hill, 1976)

[32] Two recent books by architectural historians trace the history of single-family dwellings and underscore their symbolic importance: Gwendolyn Wright, Moralism and the Model Home: Domestic Architecture and Cultural Conflict in Chicago, 1873-1913 (Chicago: University of Chicago Press, 1980), and David Handlin, The American Home: Architecture and Society 1815-1915 (Boston: Little Brown, 1979). Wright’s book deals with the single-family home and its supporters very effectively but she tends to ignore the numerous collective options posed in the same era by such figures as Frances Willard or Henry Hudson Holly. Handlin surveys U.S. housing, but without much knowledge of the substantial literature on women’s history, he constructs a male oriented view of the home as cultural artifact. He does deal with cooperative housekeeping, although he disconnects it from its communitarian socialist roots and incorrectly states that Melusina Peirce’s Cambridge Cooperative Housekeeping Society was the most ambitious experiment ever mounted (p. 297)

[33] For an example of Red-baiting, see the 1926 address by the president of the National Association of Manufacturers, Jo h n Edgerton, reprinted in Judith Papachristou, Women Together, A History in Documents of the Women’s Movement in the United States (New York: Knopf, 1976), 201, which echoes the moralism of Rose Terry Cooke, “ Is Housekeeping a Failure?” North American Review (February 1889), 249

[34] Ruth Schwartz Cowan has reported that a West Coast utility company sold small electric appliances very cheaply to subscribers in order to increase the demand for electricity at midday when lights were not necessary. She has also noted that in the 1920s General Electric’s most economical refrigerator was abandoned in favor of one which had a lower initial cost but used more electricity, in order to increase demand for municipal electrical generating equipment sold by the same company. Both examples were discussed in a presentation she gave the MIT Seminar on Technology and Culture, November

[35] On advertising see Ewen, Captains of Consciousness, and Ruth Schwartz Cowan, “Two Washes in the Morning and a Bridge Party at Night: The American Housewife Between the Wars,” Women’s Studies, 3 (1976), 147-172.

[36] Survey of AFL-CIO Members’ Housing 1975 (Washington, D.C.; AFL-CIO, 1975), 16

[37] Betty Friedan, The Feminine Mystique (1963; New York: W. W. Norton, 1974), calls the home “a comfortable concentration camp,” p. 307; Peter Filene, Him/Her/Self: Sex Roles in Modem America (New York: Harcourt Brace Jovanovich, 1974), speaks of the “domestic mystique,” p. 194, suggesting that men are victims too

[38] Joan n Vanek, “Time Spent In Housework,” Scientific American (November 1974), 116-120; Ehrenreich and English call this the “manufacture of housework,” p. 127. Also see Ann Oakley, Woman’s Work: The Housewife, Past and Present (New York: Pantheon, 1975), p. 7, for time studies

[39] Batya Weinbaum, Amy Bridges, “The Other Side of the Paycheck,” Capitalist Patriarchy and the Case for Socialist Feminism, ed. Zillah R. Eisenstein (New York: Monthly Review Press, 1979), 199

[40] Meredith Tax, Woman and Her Mind: The Story of Daily Life, quoted in Eli Zaretsky, Capitalism, The Family and Personal Life (New York: Harper Colophon Boob, 1976), 74

[41] Marilyn French, The Woman’s Room (New York: Jove Boob, 1978)

[42] Anne S. Kasper, “Women Victimized by Valium,” New Directions for Women 8 (Winter 1979-1980), 7

[43] Lawrence Goodwyn, The Populist Movement: A Short History of the Agrarian Revolt in America (Oxford: Oxford University Press, 1978), xiv-xv

This entry was posted in Τεύχος 6 and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *