Ενάντια στη λήθη – Μεταξουργείο

κατεβάστε το pdf εδώ

«Ιστορικό δεν είναι μόνο το σπίτι όπου γεννήθηκε ένας σπουδαίος ποιητής, αλλά και τα κτίρια –τα σπίτια- που μπορούν, συνολικά θεωρούμενα, να μας διδάξουν για κάποια συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας του πολιτισμού, θεωρούμενης και αυτής ως συνολικής εθνικής ιστορίας.» (Ζήβας 1997)

H εθνική πολιτιστική κληρονομιά άλλοτε επιστρατεύτηκε για τη δημιουργία και την καθιέρωση της εθνικής ταυτότητας. Τα αρχαιοελληνικά κατάλοιπα αποτέλεσαν το τεκμήριο της καταγωγής όλων των κατοίκων του γεωγραφικού χώρου που καταλάμβανε το νεοσύστατο νεοελληνικό κράτος, ενώ αργότερα, τα βυζαντινά μνημεία χρησιμοποιήθηκαν ως αναφορά στις ρίζες της εθνικής θρησκείας.

Σήμερα, η «εθνική» πολιτιστική κληρονομιά, φυσικά το κομμάτι αυτής που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του τουρισμού, επιστρατεύεται στην αποτελεσματική προώθηση της χώρας και των αγαθών που βρίσκονται σε αφθονία στην επικράτεια της: ήλιος, θάλασσα, φαγητό και μνημεία. Δηλωτικό αυτής της πρόθεσης είναι η μετονομασία του –κατά παράδοση-[1] Υπουργείου Πολιτισμού, σε Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, εκφράζοντας σαφώς την παράδοση της διαχείρισης του πολιτισμού στα χέρια του τουρισμού και της εμπορικής εκμετάλλευσης.

Η πολιτιστική κληρονομιά παρ’ όλ’ αυτά δεν είναι μόνο η επίσημη –εθνική και κατά κόρον προβαλλόμενη εκδοχή της, αλλά και ένα πλήθος μνημείων, αναγνωρισμένων από τη νομοθεσία ή και όχι, που φέρουν τις συλλογικές μνήμες διάφορων κοινωνικών, φυλετικών και θρησκευτικών ομάδων της χώρας.

Οι μνήμες μπορούν να αποσιωπηθούν, να διαστρεβλωθούν σκόπιμα, να επικαλυφθούν από την ενιαία γραμμή της εθνικής μνήμης. Όσο όμως υφίστανται τα υλικά κατάλοιπα που φέρουν τη συλλογική μνήμη, αρκεί να εντοπίζονται και να διαφυλάσσεται η διατήρησή τους από τα «κάτω», πέρα από την κεντρική πολιτική διαχείρισης της μνήμης.

Η μνήμη είναι πεδίο διεκδίκησης καθώς μπορεί να αναδειχθεί σε εργαλείο χειραγώγησης. Μπορεί να λειτουργήσει διδακτικά και συνεκτικά, αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά της μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά εργαλεία διεκδίκησης και αντίστασης.

Όπως η έλλειψη παρελθοντικού χρόνου στο λόγο θα δυσκόλευε τον αυτοπροσδιορισμό ενός ατόμου βάσει των εμπειριών και των βιωμάτων του, έτσι η έλλειψη υλικής μνήμης, έχοντας και το ρόλο της αφήγησης, θα δυσκόλευε τον προσδιορισμό των συλλογικών βιωμάτων και θα αποστερούσε από τον πολιτισμό σημεία κοινωνικής αναφοράς.

Στο παράδειγμα της οδού Ιάσωνος στο Μεταξουργείο φαίνεται το πώς σήμερα η επίσημη πολιτική σε συνεργασία με το ιδιωτικό κεφάλαιο θυσιάζει το ιστορικό αστικό τοπίο και το κτιριακό του απόθεμα, ώστε να εκμεταλλευτεί την υπεραξία της γης, ειδικά όταν οι συλλογικές μνήμες που φέρει ο τόπος δεν εξυπηρετούν είτε οικονομικούς, είτε ιδεολογικούς σκοπούς.

Μεταξουργείο

Η περιοχή του Μεταξουργείου βρίσκεται κοντά στο οικονομικό και ιστορικό κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα στο δυτικό του όριο. Ως όριά της θεωρούνται σήμερα η οδός Πειραιώς, η Ιερά οδός, η οδός Κωνσταντινουπόλεως, η οδός Δηλιγιάννη,  η Πλατεία Καραϊσκάκη και τέλος η οδός Δελιγιώργη. Λόγω της κεντρικής θέσης της, η περιοχή του Μεταξουργείου διατρέχεται από σημαντικές οδικές αρτηρίες της πόλης όπως είναι η οδός Λένορμαν και η λεωφόρος Αχιλλέως. Η ονομασία της προέρχεται από το εργοστάσιο μεταξουργίας που λειτούργησε στην περιοχή την περίοδο 1854-1875 (Μπίρης Κ. 2005).

Η περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Μεταξουργείο, στην αρχαιότητα δεν αποτελούσε τμήμα του αστικού ιστού, αλλά το όριο της πόλης.  Πιο συγκεκριμένα, ήταν μια αγροτική περιοχή εκτός  των τειχών η οποία όμως βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση και σχέση με την πόλη – κράτος της Αθήνας. Ο Κεραμεικός αναφέρεται ως ο τόπος όπου σύχναζαν εταίρες, όπου συνάπτονταν δάνεια και γίνονταν πωλήσεις κρασιού. Παράλληλα σχετιζόταν άμεσα με μεταφορικές – συγκοινωνιακές λειτουργίες της πόλης καθώς στα νότιά της βρισκόταν το Δίπυλο, το οποίο αποτελούσε βασικό σημείο εισόδου σε αυτήν. Από εκεί περνούσε η Ιερά Οδός, που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα, ενώ εκτός των τειχών της πόλης, ήταν το νεκροταφείο. Στην περιοχή αυτή μάλιστα βρισκόταν το δημόσιο σήμα, δηλαδή ο δημόσιος ταφικός περίβολος των πολιτών που τιμούνταν με δημόσια κηδεία. Περιλαμβάνονται δηλαδή σε αυτή την περιοχή-όριο οι χρήσεις που δε «χωρούσαν» στο άστυ.

Όσον αφορά στα χρόνια του μεσαίωνα και στην περίοδο της τουρκοκρατίας, δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία σχετικά με την περιοχή. Σε γειτονικές περιοχές, όπως σε αυτή που σήμερα βρίσκεται η περιοχή του Ψυρρή, αρχίζουν την περίοδο αυτή να εγκαθίστανται γύφτοι σιδεράδες και αναπτύσσονται παραγωγικές δραστηριότητες (Αγριαντώνη – Χατζηιωάννου 1995).

Τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του νέου ελληνικού κράτους, η περιοχή ήταν γνωστή με το όνομα Χεζολίθαρο ή Χρισμένο λιθάρι (Μπίρης Κ. 2005). Συνέχιζε να είναι μια αγροτική περιοχή εκτός αστικού ιστού όπως ήταν και στην αρχαιότητα, μέχρι την εγκατάσταση της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων που οδήγησαν στο μετασχηματισμό της περιοχής αποτέλεσαν τα δύο αρχικά σχέδια πόλης. Το σχέδιο των Σταμάτη Κλεάνθη και Eduard Schaubert το 1833 χωροθετούσε τα ανάκτορα στη σημερινή περιοχή της πλατείας Ομονοίας. Ένα χρόνο αργότερα ο Leo von Klenze, προτείνει τη θέση των ανακτόρων κοντά στον Κεραμεικό και το αρχαίο Δίπυλο (Αγριαντώνη – Χατζηιωάννου 1995).

Άμεση συνέπεια των προτάσεων αυτών ήταν η περιοχή του Χεζολίθαρου να αρχίσει να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον από πλευράς αγοράς γης, αφού θα αποτελούσε μέρος του διοικητικού κέντρου της πόλεως. Αρκετοί εύποροι ομογενείς αλλά και ξένοι αρχίζουν να αγοράζουν εκτάσεις με σκοπό την ανέγερση πολυτελών αστικών κατοικιών, με άμεσο στόχο τη γειτνίαση της αστικής τάξης με τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Η πορεία εξέλιξης της περιοχής σε αστική ζώνη κατοικίας διακόπτεται όταν το 1836 θεμελιώνονται τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος. Άμεση συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν να παγώσει το ενδιαφέρον για αγορά γης στην περιοχή, αν και ορισμένες εύπορες κατοικίες αποπερατώνονται (Αγριαντώνη – Χατζηιωάννου 1995).

Σταδιακά τη δεκαετία του 1850, η περιοχή μετατρέπεται σε ζώνη παραγωγικών λειτουργιών, με τη λειτουργία του μεταξουργείου, του εργοστασίου φωταερίου στο Γκάζι και με τα εργαστήρια επαγγελματικής εκπαίδευσης του ορφανοτροφείου Χατζηκώστα, που αποτέλεσαν τις πρώτες βιομηχανικές μονάδες στην περιοχή. Οι όποιες κατοικίες στην περιοχή είναι πια εργατικές. Η νοηματοδότηση, δηλαδή της περιοχής υφίσταται σχετικό μετασχηματισμό για τους χρήστες της, καθώς η (μεγαλο)αστική χρήση δίνει τη θέση της προς αξιοποίηση για την εργατική και χαμηλότερης οικονομικής ισχύος τάξη, ενώ η περιοχή συνεχίζει να βρίσκεται στις παρυφές της πόλης.

Στη δεκαετία 1875 – 1885 το Μεταξουργείο αποκτά σταδιακά οικιστικό χαρακτήρα, καθώς με την άνοδο του πληθυσμού και τη δημιουργούμενη ανάγκη στέγασης του, οδηγείται η πόλη της Αθήνας σε εξάπλωση προς τα δυτικά. Έτσι η περιοχή φιλοξενεί την εργατική τάξη.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η συνοικία του Μεταξουργείου έχει διαμορφώσει πλέον τα βασικά γνωρίσματα της φυσιογνωμίας της, «που η κατοπινή εξέλιξη, στην ίδια πάντοτε κατεύθυνση, επρόκειτο να ενισχύσει: μια λαϊκή-μικροαστική συνοικία με μικτές χρήσεις (κατοικία, εμπόριο και παραγωγή) διάχυτες στον ιστό της» (Αγριαντώνη – Χατζηιωάννου 1995).

Κατά το μεσοπόλεμο, συγκεκριμένα από το 1930 και έπειτα, και παρά την επιστροφή κάποιων αστών στην περιοχή, η λαϊκή κατοικία παραμένει κυρίαρχη. Η δημιουργία των σιδηροδρομικών σταθμών καθιστά την περιοχή είσοδο στην πόλη ενώ η Ομόνοια γίνεται εμπορικό και πνευματικό κέντρο της πρωτεύουσας. Ειδικότερα στην περιοχή του Μεταξουργείου παρατηρείται εγκατάσταση πολλών θεάτρων. Η φυσιογνωμία της γειτονιάς παγιώνεται, ενώ ο χώρος καθίσταται πλέον πόλος έλξης όχι μόνο για τα λαϊκά στρώματα, αλλά και για τη διασκέδαση των αστών.

Την περίοδο 1950 – 1970, την ιστορία της Αθήνας χαρακτηρίζει το φαινόμενο της αντιπαροχής το οποίο έχει σαν αποτέλεσμα τη «γιγάντωση της οικοδομικής δραστηριότητας στην πόλη» (Σαρηγιάννης 2000). Στην περιοχή του Μεταξουργείου το φαινόμενο της αντιπαροχής εφαρμόζεται περιορισμένα λόγω των στενών δρόμων, των μικρών οικοπέδων, αλλά και την πιθανότητα εύρεσης αρχαιολογικών καταλοίπων. Κατά συνέπεια το κτηριακό απόθεμα ανανεώνεται σε μικρό βαθμό και  οι παλιές πλέον κατοικίες αδυνατούν να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες των ενοίκων και τον αυξανόμενο πληθυσμό.

Γίνεται επομένως φανερό πως η περιοχή μεταπολεμικά αρχίζει να υποβαθμίζεται. Στην κατάσταση αυτή συμβάλλει και η διάνοιξη νέων οδικών αρτηριών, οι οποίες επιβαρύνουν πρόσθετα το συγκοινωνιακό δίκτυο της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διάνοιξη των λεωφόρων Λένορμαν και Αχιλλέως, με την τελευταία να εξελίσσεται σε κύρια πύλη εισόδου εξόδου της πόλης από τα δυτικά. Παράλληλα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 στην περιοχή αρχίζουν να συσσωρεύονται οίκοι ανοχής (περισσότεροι από 60) (Χατζιώτης 1999). Το πιθανότερο είναι αυτό να οφείλεται στην ύπαρξη πολλών παλιών και εγκαταλελειμμένων κτηρίων γεγονός που ευνόησε τη μετεγκατάστασή τους από άλλες περιοχές, όπως η Τρούμπα στον Πειραιά.

Την δεκαετία του ’80 στην περιοχή μετεγκαθίστανται μουσουλμάνοι της Θράκης ενώ και την επόμενη δεκαετία το Μεταξουργείο θα αποτελέσει περιοχή κατοίκησης για ένα μεγάλο ποσοστό του έντονου μεταναστευτικού ρεύματος που χαρακτήρισε την περίοδο αυτή.

Την ίδια δεκαετία όμως ξεκινούν και τα μεγάλα έργα ανάπλασης του ιστορικού κέντρου της Αθήνας. Δημιουργείται μια νέα αγορά γης σ’ αυτό, ενώ μακροπρόθεσμα οι επεμβάσεις αυτές έχουν επιπτώσεις και σε γειτονικές περιοχές όπως σε αυτή του Ψυρρή. Παράλληλα παρατηρείται η εισροή νέων χρήσεων στις περιοχές αυτές, που αφορούν κυρίως στη διασκέδαση, όπως είναι θέατρα, εστιατόρια και νυχτερινά κέντρα. Όσον αφορά στην περιοχή του Μεταξουργείου, οι αναπλάσεις περιορίστηκαν σε πεζοδρομήσεις οδών και μελέτες ανάδειξης της άμεσης περιοχής του εργοστασίου[2].

 Σταδιακά μέχρι το 1990, συγκεντρώνονται οι λεγόμενες «μη αποδεκτές» λειτουργίες: πραγματοποιείται εμπορία προσώπων (trafficking), εμπορία ναρκωτικών, εγκατάσταση εσωτερικών και εξωτερικών μεταναστών. Εν ολίγοις η περιοχή αποτελεί καταφύγιο για τους κατοίκους της και ταυτόχρονα «άλλος» τόπος ή «ετεροτοπία», (Foucault 1967) για την κυρίαρχη αστική κοινωνία. Αυτή η εικόνα του χώρου σε συνδυασμό με την εγκατάσταση οχλουσών δραστηριοτήτων και χρήσεων επιτείνει και επισπεύδει τη διαδικασία υποτίμησης των αξιών γης. Έτσι παρατηρείται η σταδιακή διαφοροποίηση στη νοηματοδότηση και στις  προσλαμβάνουσες στο χώρο, με την εγκατάλειψη και την ώθηση προς την υπανάπτυξη, κατάσταση που είναι μάλιστα «μια πολιτική συνειδητά ηθελημένη, προκειμένου να γίνει ζώνη κατοικίας υψηλών εισοδημάτων και άλλων ‘ευγενών’ χρήσεων» στο μέλλον (Βαταβάλη 2004).

Προς την ίδια κατεύθυνση και μάλιστα με εντεινόμενα τα ήδη παρατηρούμενα φαινόμενα, εξελίσσεται το Μεταξουργείο από το 1990  μέχρι και σήμερα. Συγκεκριμένα, εξαιτίας της εφαρμογής σχεδίων “εξευγενισμού” (gentrification) στις γειτονικές περιοχές, ασκούνται πιέσεις στο Μεταξουργείο με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη συνεχή συσσώρευση «παραβατικών» δράσεων και «περιθωριακών» στοιχείων στην περιοχή.

Παράλληλα -αλλά όχι παράδοξα- ωστόσο, εισβάλλουν και  εμπορευματικές χρήσεις που προσδίδουν στην περιοχή “νέο” χαρακτήρα και ελκύουν μεσοαστούς και αστούς. Κατασκευάζεται δηλαδή ταυτόχρονα η αύξηση των αξιών της γης και η δημιουργία επενδυτικών ευκαιριών, ενώ το νέο αυτό ρεύμα χρηστών του χώρου συχνά έχει σαν αποτέλεσμα την εκδίωξη των παλαιών κατοίκων.

Η επιφαινόμενη προσπάθεια ανάπλασης συντελεί ουσιαστικά στην όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ μόνιμων και περιοδικών κατοίκων, ενώ από περιοχή παραγωγής και κατοικίας, το Μεταξουργείο  μετατρέπεται σε περιοχή κατανάλωσης και διασκέδασης.

οδός Ιάσωνος

Η οδός Ιάσωνος αποτελεί οδική αρτηρία του Μεταξουργείου που ξεκινάει από τη λεωφόρο Αχιλλέως και καταλήγει στην οδό Κεραμεικού. Πρόκειται για έναν πεζόδρομο με παλιά κτήρια χαμηλού ύψους. Τα περισσότερα χρονολογούνται από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και είναι χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα. Διατηρούνται σε πολύ κακή κατάσταση καθώς τα περισσότερα παραμένουν εγκαταλελειμμένα εδώ και πολλά χρόνια. Πολλά έχουν καταρρεύσει στο εσωτερικό και το μόνο που παραμένει είναι η πρόσοψή τους, ενώ ορισμένα έχουν υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις στα χαρακτηριστικά των προσόψεών.

Οι κατοικίες ακολουθούν τα μορφολογικά και τυπολογικά χαρακτηριστικά της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, εκφρασμένα όμως σε μικρότερη, πιο ταπεινή κλίμακα.[3] Η ανώνυμη αυτή λαϊκή αρχιτεκτονική  συνταιριάζει τη λιτότητα αλλά και τη ματαιοδοξία της μικροαστικής τάξης, την αγωνία για ευρωστία της εργατικής τάξης.

Υπάρχουν εξίσου ορισμένα δείγματα μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής επηρεασμένης από το μοντέρνο κίνημα. Δείγματα νεώτερης αρχιτεκτονικής έχουμε ελάχιστα, και πρόκειται κυρίως για πολυκατοικίες προηγούμενων δεκαετιών.

Η οδός Ιάσωνος ακολουθεί την χρονική πορεία εξέλιξης της περιοχής του Μεταξουργείου, αποτελώντας μέρος του ιστού της.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, με μια σειρά κηρύξεων, 30 συνολικά κτήρια της οδού Ιάσωνος χαρακτηρίζονται διατηρητέα από το Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΥΠΕΧΩΔΕ). Ο χαρακτηρισμός αφορούσε στο σύνολο των κατοικιών, αφού ως οικιστικό σύνολο μαρτυρούν τον χαρακτήρα της ευρύτερης περιοχής και μια ιστορική περίοδο σταθμό, στη νεότερη εξέλιξή της πόλης, την εκβιομηχάνισή της και την αλλαγή της κατοίκησης σ’ αυτή.[4].

Τη δεκαετία του ’90 η οδός Ιάσωνος πεζοδρομείται διαμορφώνοντας οριστικά τη σημερινή της εικόνα. Πριν τη πεζοδρόμηση της οδού, σε αυτή λειτουργούσαν μόνο 2 οίκοι ανοχής, ενώ έπειτα η λειτουργία τέτοιων χώρων πολλαπλασιάστηκε. Η προσπάθεια για ανάδειξη της ιστορικότητας της περιοχής, συνέβαλε στη συσσώρευση περισσότερων «νεοκλασικών της ανοχής», αν και το γεγονός μπορεί να είναι και καθαρά συμπτωματικό καθώς την ίδια δεκαετία αυξήθηκε γενικότερα το φαινόμενο του trafficking. Πρέπει να σημειωθεί η απαγόρευση με νομοθετική ρύθμιση του 1999, της εγκατάστασης οίκων ανοχής σε κτήρια που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα[5]. Παρ’ όλ’ αυτά, στην περιοχή λειτουργούν οίκοι ανοχής σε πολλά διατηρητέα κτήρια, καθιστώντας την οδό Ιάσωνος, όπως και άλλες στο Μεταξουργείο, συνώνυμη της «οδού των οίκων ανοχής» .

“Η Ιάσωνος έχει φτηνό σεξ, είναι η πιο πυκνοκατοικημένη γειτονιά σε μπουρδέλα. Τα αγόρια πηδάνε και μετά κατουράνε, χαρίζοντας στον δρόμο μια υπέροχη εσάνς παρακμής συνεπικουρούμενης από τον ντεμί φωτισμό. Ξεχνώντας την μπίχλα της ντεκαντάνς, σηκώνουμε κεφάλι, και παρατηρούμε ένα αριστουργηματικό συνεχές διμέτωπο νεοκλασσικής αρχιτεκτονικής. […] Είναι μεγάλο άδικο το παρόν της. ..Κι η Ιάσωνος πρέπει να σωθεί!”[6]

Η θέση του συνόλου των σπιτιών της Ιάσωνος στο κέντρο της μητρόπολης, ανάγει τον προβληματισμό στη μνήμη της πόλης: πού διαγράφεται, πώς διαβάζεται και τι μας διδάσκει για την εξέλιξή της. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο μνημείο – σύμβολο που εξυπηρετεί στη διαμόρφωση της ενιαίας εθνικής μνήμης, ούτε και πραγματώνονται εκεί επίσημες τελέσεις μνήμης. Αντίθετα, η ενεργής κατοίκησή τους από τις αρχές του 20ου αιώνα έως και σήμερα, τα καθιστά ενεργούς τόπους μνήμης που συνεχίζουν να διαμορφώνουν τη στρωματογραφία, αν όχι σε επίπεδο χωρικό, καθώς έχουν μεταλλαχθεί ελάχιστα, σίγουρα στο επίπεδο της συλλογικής μνήμης της ζωής σ’ αυτή την πόλη.

συλλογική μνήμη

Η συλλογική μνήμη αν την διερευνήσουμε ως προς τη λειτουργία της είναι κοινωνική, διαχωριζομένη στα τρία επίπεδα που αναγνωρίζουμε ότι αναπτύσσονται οι κοινωνικές λειτουργίες, στο προσωπικό, το διαπροσωπικό και το υπερπροσωπικό. Αντίστοιχα η κοινωνική μνήμη είναι προσωπική, διαπροσωπική και υπερπροσωπική (κρατική)όταν αναφερόμαστε στα υποκείμενα που τη φέρουν και προσπαθούν να την διατηρήσουν (Κωτσάκης από Ευθυμίου 2008).

Η μνήμη είναι η διαδικασία ανάκλησης εμπειριών και αφηγήσεων, ανθρώπων και τόπων, που χαρακτηρίζονται από το χρόνο πραγματοποίησής τους. Αποτελεί ταυτόχρονα μάθηση, τόσο στο επίπεδο της φυσιολογίας της μνήμης (Μπενβενίστε, Παραδέλλης 1999), όσο και σαν αποτέλεσμα πνευματικής διεργασίας και αξιοποίησης των προσλαμβανουσών από την ανάμνηση μηνυμάτων.

Η προσωπική μνήμη βασίζεται σε ένα πλέγμα προσωπικών εμπειριών, που όμως κατά κύριο λόγο δεν έχουν βιωθεί από μεμονωμένα άτομα, αλλά από κοινωνικά υποκείμενα, στο πλαίσιο της δράσης τους στον κοινωνικό χώρο. Ο Halbwachs διατυπώνει ότι οι ατομικές μνήμες είναι διαφορετικές οπτικές του ίδιου γεγονότος (Halbwachs 1950). Η συλλογική μνήμη δηλαδή, συγκροτείται στην πραγματικότητα από την εναπόθεση της προσωπικής μνήμης των μελών μιας ομάδας. Η ταυτόχρονη βίωση του ίδιου γεγονότος από περισσότερα του ενός κοινωνικά υποκείμενα, καθιστά τη μνήμη διαπροσωπική.

Πιστεύουμε ότι ανασύρουμε το παρελθόν πιο ολοκληρωμένα γιατί δεν το εκπροσωπούμε πλέον μόνοι, αλλά βλέπουμε ότι είδαμε και άλλοτε μέσα από τα μάτια και κάποιου άλλου (Halbwachs 1950).

Το μεγάλο δοχείο της συλλογικής μνήμης μιας κοινωνικής ομάδας είναι ένα σύμπλεγμα προσωπικών και διαπροσωπικών αναμνήσεων, που είτε έχουν βιωθεί είτε αναπαράγονται και μεταδίδονται στο πέρασμα του χρόνου, επιδιώκοντας τη διατήρηση και τη διάσωση της ιδιαίτερης αυτής κληρονομιάς.

Η ακουστικά ή οπτικά μεταδιδόμενη εμπειρία και η πρόσληψη αφηγήσεων παρελθοντικών γεγονότων, εμπλουτίζει την προσωπική μνήμη και καθιστά τον λήπτη του μηνύματος συμμέτοχο στην ιστορία, από τη στιγμή που η κριτική αποθήκευση της μνήμης ανάγει τον «μύστη» σε εν δυνάμει κοινωνό της συλλογικής μνήμης της ομάδας.

Οι συλλογικές μνήμες διαμορφώνονται στη διαδικασία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης (Σταυρίδης 2006), είτε εκδηλώνονται σε επίσημες τελέσεις μνήμης, είτε ενεργοποιούνται και ανανεώνονται στις καθημερινές πρακτικές της κατοίκησης. Η συλλογική μνήμη τελικά είναι κοινωνικές σχέσεις που πραγματώνονται στο παρόν, εδραιωμένες σε σχέσεις του παρελθόντος, σε μια κοινή θεώρηση και ανάκληση των εμπειριών και των αφηγήσεων.

Η πόλη είναι συλλογική ανθρώπινη κατασκευή, έργο των ανθρώπινων χεριών και από τη φύση της διαχρονική, ταλαντευόμενη ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον (Πορτάλιου, ΟΥΤΟΠΙΑ τ. 23). Αποτελείται από το φυσικό και κτισμένο περιβάλλον, φτιαγμένο για να φιλοξενεί την ανθρώπινη δραστηριότητα και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σ’ αυτό, σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής ζωής. Η παραγωγή του χώρου της πόλης καθορίζεται εν μέρει από την εξουσία και από την άλλη πλευρά, από τις κοινωνικές αντιστάσεις που αναπτύσσονται απέναντι από αυτήν. Ο χρόνος αποτυπώνεται στο χώρο με τη μορφή των υλικών καταλοίπων που αναδεικνύουν τη σύγκρουση των σχέσεων στην πόλη, καθώς και την ταυτότητα των αντικρουόμενων δυνάμεων. Η μητρόπολη, ορισμένη από το πλήθος των ετεροτήτων που δρουν σ’ αυτή, αποτελείται από ένα πλήθος ταυτοτήτων και πολιτισμών που έχει εδραιωθεί στο χώρο, πέρα από την «ιστορική πόλη» που αντιπροσωπεύει και προβάλλει μια «καθαρή» και μονόπλευρη, θα λέγαμε εθνική κληρονομιά.

Η κληρονομιά δεν είναι ένα πράγμα και δεν υπάρχει από μόνης της – ούτε υποδηλώνει μια κίνηση ή ένα εγχείρημα. Καλύτερα, η κληρονομιά είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το παρελθόν- μια «διαλεκτική κατασκευή» με υλικές επιπτώσεις. Σαν ανθρώπινη συνθήκη, είναι πανταχού παρούσα, υφασμένη μέσα από τις δυναμικές κάθε κοινωνίας και βαθιά συνδεδεμένη με την κατασκευή της ταυτότητας τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο (Harvey 2008).Ωστόσο, οι συλλογικές μνήμες δεν εντοπίζονται στα προβαλλόμενα σύμβολα της ελεγχόμενης – επίσημης πολιτιστικής κληρονομιάς και της κατευθυνόμενης μνήμης, στην ιδεολογικοποίηση του παρελθόντος που το εθνικό κράτος έχει ανάγκη για να σχεδιάσει και να μεθοδεύσει την πορεία του (Πορτάλιου, ΟΥΤΟΠΙΑ τ. 23). Η συλλογική μνήμη αναπτύσσεται στην πρακτική της κατοίκησης. Ο βιωμένος χώρος, ο τόπος, γίνεται πεδίο δράσεων και δημιουργίας σχέσεων, ικανός μέσα από την αλληλεπίδραση των υλικών στοιχείων του και των κοινωνικών δυναμικών που αναπτύσσονται σ’ αυτόν, να μεταδώσει τη μνήμη που φέρει, ενώ πάνω του εγγράφονται νέες ιστορίες, υφαίνεται η συλλογική μνήμη του μέλλοντος. Ο χώρος, η υλική αυτή πραγματικότητα που διαρκεί στο χρόνο, στηρίζει και διαιωνίζει τη μνήμη των μελών μιας κοινότητας, αποτελεί ένα ακόμη πλαίσιο κοινωνικής αναφοράς(Halbwachs 1950).

Ο John Ruskin διατυπώνει σχετικά με την Αρχιτεκτονική: Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή, να λατρέψουμε χωρίς αυτή, αλλά δε μπορούμε να θυμόμαστε χωρίς αυτή. (Ruskin1849)

Η μνήμη λοιπόν κατοικεί στην αρχιτεκτονική και αν σε αυτή συμπεριλάβουμε το χώρο της πόλης συνολικά, το σχέδιο πόλης, τις πλατείες, τους δρόμους, τα δημόσια κτίρια, τα μνημεία, ακόμα και τις κατοικίες με ορισμένη τυπολογία και ιστορία, θα παρατηρήσουμε ότι το παρόν βιώνεται σε άμεση σχέση με το παρελθόν και οι σχέσεις που ορίζουν την εξέλιξη του χρόνου διαμορφώνονται μέσα από την αλληλεπίδραση ανθρώπων και υλικού περιβάλλοντος, με την επίθεση νέων ιστοριών και εμπειριών, πάνω στο διαρκώς μετασχηματιζόμενο «μνημείο της πόλης» (Σταυρίδης 2008).

μετασχηματισμός του χώρου και μνήμη

η περίπτωση του Μεταξουργείου

Η έλευση του νέου ελληνικού κράτους βρήκε την Αθήνα σε κατάσταση ερειπίου «Μπαίνοντας στην Πολιτεία, μπήκαμε σ’ έναν αξεδιάλυτο λαβύρινθο από στενά σοκάκια γεμάτα από γκρεμισμένα ντουβάρια, σπασμένα κεραμίδια, ανάκατα με πέτρες και κομμάτια από μάρμαρα […] Μέσα σε μικρά παλιοκάλυβα, ερείπια ερειπίων, βρώμικα και φρικτά καταφύγια, βρίσκονταν στοιβαγμένες χωριάτικες οικογένειες» (Πολεοδομία και δημόσια τάξη- Αθήνα οχυρωμένη πόλη 1977). [7]

Όμως, η νέα εξουσία που έφτασε και η νέα κοινωνία που διαμορφωνόταν, έπρεπε να ορίσουν τον τρόπο ανάπτυξης της πρωτεύουσας και να στεγάσουν τη νέα ταξική πραγματικότητα. [8] Με τη χρήση των εργαλείων της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, επιδιώχθηκε η μνημειοποίηση του ήδη φορτισμένου ιστορικά τόπου και η ιδεολογικοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της αρχαιότητας, αγνοώντας περισσότερα από 2.000 χρόνια ενδιάμεσης κατοίκησης και πολιτισμού.[9]

Ταυτόχρονα, η ανάδυση της αστικής τάξης κατά τα πρότυπα της Ευρώπης, και η όλο και αυξανόμενη προσέλευση εργατικού δυναμικού που θα έστηνε από το μηδέν το νέο αστικό κράτος δημιούργησαν την Αθήνα χωρισμένη σε αριστοκρατικές – αστικές και λαϊκές – εργατικές γειτονιές. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική των αρχοντικών σπιτιών και των δημοσίων κτιρίων που συγκεντρώνεται στο νέο- πολεοδομημένο κέντρο της πόλης στρέφει την πλάτη στη λαϊκή και σεμνή αλλά με το όραμα της ευτυχίας, αρχιτεκτονική των υπόλοιπων γειτονιών, μαζί και τους κατοίκους τους (Λεοντίδου 1989).

Το Μεταξουργείο είναι μια από αυτές και έκτοτε μέχρι και σήμερα εγκαθίστανται εκεί εσωτερικοί και εξωτερικοί μετανάστες που αναζητούν στην πρωτεύουσα εργασία. Η σύνθεση των κατοίκων  και οι χρήσεις γης έχουν αλλάξει και μαζί, έχει αλλάξει πολλές φορές και η ταυτότητα της περιοχής από τα μέσα του 19ου αιώνα. Σταθερός παρονομαστής έχει παραμείνει η κατοίκηση από την εργατική τάξη, η αναζήτηση του ονείρου ενός ‘καλύτερου’ μέλλοντος από τους μετανάστες και μέχρι πρόσφατα, η αδιαφορία του αστικού κράτους για τη συνοικία και τις συνθήκες διαβίωσης εκεί. Ταυτόχρονα, η Αθήνα αναπτύσσεται από το κύκλωμα της κερδοσκοπίας πάνω στη γη, όπως και η οικονομία της χώρας (Lefebvre 1967).

Στα τέλη του 20ου αιώνα το όραμα του κράτους για επιβεβαίωση της εθνικής κυριαρχίας και η αστική τάξη φορτωμένη με πλεόνασμα κεφαλαίου στρέφουν το ενδιαφέρον τους στις μέχρι τότε «υποβαθμισμένες» περιοχές της Αθήνας. Η «ανεκμετάλλευτη γη» και οι σχεδόν μηδενικές αντιστάσεις, λόγω ανομοιογένειας και απουσίας οργάνωσης, που θα μπορούσαν να προβάλλουν οι κάτοικοι των περιοχών του Ψυρρή, του Κεραμεικού και του Γκαζιού, τα ισχυρά συμφέροντα των μεγαλοεπενδυτών της real-estate και της βιομηχανίας της διασκέδασης, η διάθεση εκκαθάρισης της μιαρής, για την αστική «καθαρότητα», εργατικής τάξης, Ελλήνων και μεταναστών, καθώς και των μειονοτικών ομάδων των περιοχών αυτών, τις ανέδειξε σε κερδοφόρα πεδία ανάπτυξης, υποσχόμενα όλο και μεγαλύτερα κέρδη για το μέλλον.

Η «αναβάθμιση» συνδυάζεται με αλλαγές χρήσεων γης, που επιφέρουν αύξηση στην αξία της γης, πράγμα που οδηγεί σε μετακινήσεις πληθυσμών μέσα στην ίδια πόλη (Βάσιλα 2009). Ένα από τα εργαλεία της εκδίωξης είναι η εσκεμμένη ερημοποίηση, μέσα από αποθαρρυντικές ρυθμίσεις για τη συντήρηση των παλιών ιδιοκτησιών. Παλιοί κάτοικοι έχουν σταδιακά εγκαταλείψει την περιοχή, αναζητώντας διέξοδο από την υποβάθμιση της περιοχής κατοικίας τους,[10] νέοι άποροι μετανάστες στεγάζονται στα ερείπια των εγκαταλελειμμένων κτιρίων και η ζώνη ανάγεται σε εστία παραβατικότητας και «υπο-κουλτούρας».

Οι αξίες της κατανάλωσης και όχι της παραγωγής καθορίζουν πλέον τις αποφάσεις για τις χρήσεις της γης (Μαντουβάλου 2000) και κατά συνέπεια τη διατήρηση ή όχι των υλικών καταλοίπων που φέρουν τις συλλογικές μνήμες.

Τα αντικείμενα του αστικού σχεδιασμού είναι σήμερα τα «μεγάλα έργα» και η ένταξή τους στην πόλη, οι αναπλάσεις, οι επαναχρήσεις κτιρίων και περιοχών, η πλήρωση των αστικών κενών, η ανάπτυξη κτηρίων και περιοχών κατάλληλων να υποδεχθούν τις λειτουργίες της «νέας οικονομίας» (χώροι ανάπτυξης/προβολής των νέων τεχνολογιών), της «πολιτιστικής στροφής» (κτίρια αθλητικών θεαμάτων και πολιτιστικών/εμπορικών δραστηριοτήτων) και των νέων οικονομικών λειτουργιών real estate (τράπεζες, ασφάλειες, κ.α.) (Lefebvre 1967). Η διατύπωση αυτή θα λέγαμε ότι για την ελληνική πραγματικότητα, αποτελεί και σήμερα τον κανόνα, έναν κανόνα που δοκιμάζει την αντοχή του, εν μέσω κρίσης του οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Η συνέχιση της τήρησής του, προβλέπεται ακόμα πιο επιθετική και ακραία, καθώς συρρικνώνονται τα δικαιώματα των κυριαρχούμενων και ακόμα περισσότερη νομιμοποιημένη εξουσία συγκεντρώνεται στους κυρίαρχους, με σκοπό τη διαχείριση του κεφαλαίου σε ακόμα πιο περιορισμένο κύκλο.Ο μηχανισμός που επιστρατεύεται και πάλι είναι η εκκαθάριση του κέντρου της πόλης, μέσα από στρατηγικές εξυγιάνσεων και αναπλάσεων, όπου θίγονται αναπόφευκτα τα πιο ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού και τελικά επιδιώκεται η αξιοποίησή του ως αστικό πεδίο επενδύσεων.[11]

Η πρόθεση για ανάκτηση του ελέγχου του χώρου στο Μεταξουργείου συμπίπτει με την ισοπέδωση της συλλογικής μνήμης της γειτονιάς, τόσο λόγω της ασύμβατης επανά-χρησης των ιστορικών κελύφων όσο και λόγω της εγκατάλειψής τους. Εν τω μεταξύ, η ανάπτυξη της νέας ταυτότητας της περιοχής λόγω της εγκατάστασης ενός πλήθους πολιτισμικών χαρακτηριστικών, αποτελεί «ξένο σώμα» για την αστική ιδεολογία, μία άγνωστη κοινωνική σύνθεση, «επικίνδυνη» όσο και δελεαστική εμπορικά.

Η έξωση των παλιών χρήσεων και των παλιών κατοίκων, ακυρώνει τη μνήμη του Μεταξουργείου και ταυτόχρονα η ταυτότητα της περιοχής γίνεται προϊόν προς πώληση. Η ποιότητα της αστικής ζωής έχει γίνει εμπόρευμα για αυτούς που έχουν χρήματα, όπως έγινε και η ίδια η πόλη σε ένα κόσμο όπου ο καταναλωτισμός, ο τουρισμός, οι βιομηχανίες που βασίζονται στην κουλτούρα και τη γνώση έγιναν μείζονες όψεις της αστικής πολιτικής οικονομίας (Harvey 2008). Η προσέλκυση της μεσοαστικής και αστικής τάξης για διασκέδαση και κατοικία και η εμπορευματοποιημένη πολιτιστική παραγωγή διώχνει τους μέχρι τώρα κατοίκους, αυξάνοντας τις αξίες γης ενώ σαν αποτέλεσμα αλλάζει και η πολιτισμική σύνθεση της περιοχής.

Στο Μεταξουργείο, η εμπορευματική και ελεγχόμενη ψυχαγωγία συναντάει το ζενίθ της στους πολλούς νόμιμους και παράνομους οίκους ανοχής, με διάφορες κλίμακες χρηματικής διάθεσης του «προϊόντος», που εκπληρώνουν την επιθυμία για διαπροσωπική σωματική επαφή. Η διαφθορά του πολιτικού συστήματος και η υποστήριξη του από το οργανωμένο έγκλημα, σε συνδυασμό με το κύμα μετανάστευσης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, δημιούργησε άμεσα την έξαρση στην πρακτική του τραφικινγκ, της εμπορίας προσώπων. Η βοήθεια εισόδου στη χώρα με την υπόσχεση της ευημερίας και του ανώτερου βιωτικού επιπέδου αποτέλεσε τη βάση της δημιουργίας ενός μεγάλου – πολυφυλετικού, δουλικού πληθυσμού εκδιδομένων προσώπων.

Η εμπορευματοποίηση και το «ανικανοποίητο» των αναγκών της κυρίαρχης τάξης, ταυτόχρονα με την άρνηση της να ενσωματώσει τις νέες κοινωνικές ομάδες, κάτι που θα διεύρυνε τις σχέσεις σε κάθε επίπεδο, τροφοδοτεί την επί πληρωμή ικανοποίηση των σωματικών αναγκών.  Έτσι, αυτού του είδους η ανταλλάξιμη διασκέδαση αναδεικνύεται σε κερδοφόρο πεδίο και άρχισε να στεγάζεται σε περιοχές με μικρές αξίες ακινήτων, στην περίπτωσή μας στο Μεταξουργείο, σε αχρησιμοποίητα χαρακτηρισμένα μνημεία.

Η νέα χρήση επιβάλλεται της ιστορικότητας των σπιτιών και ακυρώνει τη συλλογική μνήμη της λαϊκής συνοικίας, της οποίας την ύπαρξη μπορεί να μαρτυρήσει πλέον μόνο η αρχιτεκτονική της περιόδου. Τα μετατρέπει σε πεδία άσκησης σωματικής και πνευματικής εξουσίας εις βάρος των εκδιδομένων γυναικών και παύουν να είναι ενεργά πεδία δράσεων και σύναψης κοινωνικών σχέσεων, που μέσα από την τέλεση τους μεταδίδεται και διαφυλάσσεται η διατήρηση της συλλογικής μνήμης.

Η οδός Ιάσωνος είναι μία από τις πολλές οδούς – οίκους ανοχής που ευδοκιμούν στην περιοχή. Τα κελύφη των κηρυγμένων μνημείων που στεγάζουν αυτή τη λειτουργία δεν έχουν την ευκαιρία, όντας «αποκλεισμένη ζώνη», να μεταδώσουν τη μνήμη των προγενέστερων ιστορικών περιόδων. Η ασύμβατη επανάχρηση και η εγκατάλειψη των κτιρίων αποτρέπει τους κατοίκους πρωτίστως και τους επισκέπτες της γειτονιάς έπειτα, να βιώσουν δίπλα και μέσα στα κατάλοιπα της ιστορίας, ώστε μέσα από την οικειοποίηση τους να διατηρήσουν και επανασημασιοδοτήσουν τη συλλογική μνήμη.

Στην οδό Ιάσωνος έχει δημιουργηθεί μια ετεροτοπία προσβάσιμη από λίγους, από αυτούς που την επισκέπτονται συγκεκριμένα για να απολαύσουν τον αγοραίο έρωτα. Όχι μόνο σε τελετουργικές περιστάσεις αλλά και στις συνθήκες της καθημερινής ζωής το κατοικημένο με μνήμες τοπίο αποτελεί ένα ενεργό εκπαιδευτικό σύστημα: μαθαίνει στα μέλη της κοινότητας ότι είναι άξιο να μείνει στη συλλογική μνήμη από το παρελθόν. Έμμεσα, η καθημερινή οργάνωση των κινήσεων ορίζεται από τούτο το πλέγμα χώρων (Σταυρίδης 2010). Η οδός Ιάσωνος χρησιμοποιείται σαν «τελετουργική» περίσταση από τους επισκέπτες της, χωρίς καμία πρόθεση ανάκλησης προγενέστερων αναμνήσεων, εκτός από τις ανάλογες εμπειρίες που ο τακτικός ή πιο σπάνιος επισκέπτης έχει βιώσει εκεί.

Ταυτόχρονα, πάνω από μια 20ετία τώρα, πλάθεται η νέα συλλογική μνήμη της πόλης για το Μεταξουργείο. Αποτελεί έναν υποβαθισμένο θύλακο αποκλεισμού στο κέντρο της πόλης, κατασκευασμένο και ελεγχόμενο, ώστε να δέχεται την ετερότητα, τη διαφορετική καταγωγή και την ταυτότητα που με την ύπαρξη της απειλεί την ταυτότητα της κυρίαρχης αστικότητας. Ως τέτοια καταγράφεται η σύγχρονη μνήμη της συνοικίας, ως μνήμη μιας ζώνης παραβατικότητας, πορνείας, μεταναστών, ναρκωτικών και καταστολής. Όμως, τα ίχνη του χρόνου αποτυπωμένα στην υλική διάσταση της γειτονιάς, παραμένουν αμετάβλητα και μαρτυρούν το χρόνο που πέρασε από τον τόπο. Οι λαϊκές συνοικίες εωσότου φανούν επικερδείς για το κεφάλαιο παραμένουν τόποι «άβατα» πλην όμως εδώ κυρίως υπάρχουν κατατεθειμένες σταθερά οι αψευδείς μαρτυρίες της διαχρονικότητας της πόλης (Πορτάλιου, ΟΥΤΟΠΙΑ τ. 23), του τρόπου που δημιουργήθηκε και των ανθρώπων που τη δημιούργησαν.

Η υπέρθεση διαφορετικών δράσεων στον ίδιο τόπο συγκεντρώνει το χρόνο στο ίδιο σημείο και δημιουργεί την ιστορία του τόπου. Ο κάθε χρόνος αφήνει το σημάδι του στον τόπο, είτε ως ίχνος φανερό, είτε ως ανάμνηση μιας εμπειρίας (Σταυρίδης 2008). Στην οδό Ιάσωνος τα ίχνη του χρόνου διαβάζονται παράλληλα, συγκρίνονται και αποκαλύπτουν τη συνέχεια του τόπου, την ασυνέχεια του χρόνου και την εξέλιξή του αστικού τοπίου βάσει κοινωνικών και οικονομικών μεταλλαγών.

Η οδός Ιάσωνος, όπως και όλο το Μεταξουργείο, συνυπάρχει με «αποστειρωμένες» περιοχές «αξιοπρεπούς» διαβίωσης (Βάσιλα 2009), όπου γίνεται κάθε προσπάθεια να απαλειφθεί η διαχρονικότητα και η μνήμη της εξέλιξης της πόλης, θαμμένη κάτω από φανταχτερούς χώρους διασκέδασης και στιγμιαίας ευτυχίας, πλαστής όσο και η υλική πραγματικότητα που την πλαισιώνει. Η επιτυχής κατάληψη της γειτονιάς από τους νέο – επενδυτές και τους «καλλιτέχνες» θα απογυμνώσει σταδιακά και αυτόν τον ενεργό θύλακο μνήμης της πόλης, ενώ σήμερα αναδεικνύεται επίκαιρο το αίτημα της ανασύστασης της συλλογικής μνήμης σε καιρούς που η φρενιτιώδης κατανάλωση του παρόντος τείνει να αποτελεί το μοναδικό ορίζοντα της εμπειρίας Σταυρίδης 2006).

Πρόσφατα (Νοέμβρης 2010), δημοσιεύθηκε ότι «Επενδύσεις 100 εκατ. ευρώ για αναπλάσεις σε παλαιά κτίρια και κοινόχρηστους χώρους της περιοχής του Κεραμικού και του Μεταξουργείου σχεδιάζει η εταιρία Ανάπτυξης Ακινήτων Oliaros» [12]. Το ιδιωτικό κεφάλαιο με τη μορφή της αγοράς ακινήτων σε συνεργασία με το κράτος, την ΕΛ.ΑΣ. και το Δήμο Αθηναίων, με στόχο την επαναφορά της «ασφάλειας» της γειτονιάς, σχεδιάζουν την ανάπλαση της γειτονιάς, εκδιώκοντας το μωσαϊκό των τωρινών κατοίκων μετατρέποντας την σε περιοχή κατοικίας υψηλών εισοδηματικών στρωμάτων.[13] Η ΚΜ ΠΡΟΤΥΠΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ «αστική μη κερδοσκοπική εταιρία», που κινητοποιείται από την εταιρεία Ανάπτυξης Ακινήτων Oliaros προτείνει στην πολιτεία τον τρόπο σχεδιασμού και τους στόχους για την αναπτυξιακή πολιτική της γειτονιάς, με επωνυμία ΚΜ Properties, ανάμεσα στους οποίους και τα εξής: κίνητρα για την εκσυγχρονισμό του κτιριακού αποθέματος, προκειμένου στην εξυπηρέτηση των αναγκών του σύγχρονου πολίτη και της κοινωνίας και σχέδιο για την Ασφάλεια στην Πόλη και την λήψη πολιτικών αποφάσεων για τη διαχείριση των παραβατικών ομάδων στο κέντρο[14]. Σε συνδυασμό με την ανάδυση της ακροδεξιάς στο δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας, είναι καταφανής ο κίνδυνος ολικής αναμόρφωσης του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού, με τη βοήθεια της κρατικής και παρακρατικής δράσης.

Η μεταχείριση, παρ’ όλ’ αυτά, του ιστορικού κτιριακού αποθέματος δε μπορεί να προσποιηθεί ότι τα κοινωνικά υποκείμενα του τόπου είναι απόντα και δε συμμετέχουν στη διαμόρφωση του αστικού χώρου όπου κατοικούν και δραστηριοποιούνται. Αποτελούν στην πραγματικότητα ενεργούς συντελεστές και διαμορφώνουν την κατοίκηση τους στην καθημερινή διαβίωση. Στο Μεταξουργείο η παραγωγή του χώρου και η οικειοποίηση του από τους κατοίκους ορίζεται από τον έλεγχο της εξουσίας, τόσο ως προς τις δραστηριότητες των κατοίκων, όσο και όσον αφορά στην παρείσφρηση τρίτων φυσικών προσώπων. Αναδεικνύεται έτσι σε σύγκρουση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που κατοικούν εκεί με την άρχουσα τάξη, είτε αυτή εκφράζεται πρακτικά, είτε καλλιεργείται και εφαρμόζεται στην καθημερινή δραστηριότητα στην περιοχή.

Ο σχεδιασμός  του χώρου της πόλης μέχρι στιγμής επιτείνει τα όρια και αναπαράγει τον αποκλεισμό τόσο σε σχέση με τις όμορες περιοχές, όσο και εντός των ορίων του Μεταξουργείου. Είναι επίσης σαφές ότι η κυρίαρχη εξουσία ορίζει την παραβατικότητα και τα όρια της νομιμότητας εντός της περιοχής, είτε άτυπα επιτρέποντας (και ενισχύοντας) τη διακίνηση ναρκωτικών στη γειτονιά, είτε επιτρέποντας την εγκατάσταση οίκων ανοχής σε διατηρητέα κτίσματα αντίθετα με το νόμο του κράτους, είτε εφαρμόζοντας άκριτη καταστολή για τη δίωξη των μεταναστών.[15]

Η αντιμετώπιση του συνόλου των σπιτιών της οδού Ιάσωνος και αντίστοιχων ιστορικών συνόλων, πρέπει να στρέφεται σε έναν σχεδιασμό αντίθετο με τον κυρίαρχο τρόπο κατανομής, που είναι η αγορά. Με διαφορετικά κριτήρια από αυτά της εμπορικής εκμετάλλευσης και της υπερ-παραγωγής του χώρου, αλλά αυτά της εκπλήρωσης των αναγκών των κατοίκων στη δημόσια και στην ιδιωτική σφαίρα της κατοίκησης. Μια τέτοια διεκδίκηση του δικαιώματος στην πόλη μπορεί να επιτευχθεί από τη βάση της κοινότητας, των μεταναστευτικών ομάδων των παλιών κατοίκων και των απασχολούμενων στην περιοχή. Τα δικαιώματα και οι ανάγκες στο χώρο των «αποκάτω» έρχονται σε αντίθεση με τις αξίες της κυρίαρχης τάξης, που είναι κυρίως οικονομικές και στην περίπτωση του Μεταξουργείου και «εθνικές», οπότε θα λέγαμε ότι ο χώρος και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι διαρκώς υπό αμφισβήτηση. Όμως, όπως αναφέρει η Λεοντίδου μπορούν να αναδυθούν κυριαρχούμενοι τρόποι κατανομής της γης, που μπορούν να διαχωριστούν ως εξής: α) Κρατική ή κοινωνική παροχή, όπου η γή και η κατοικία κατανέμονται «εκ των άνω», είτε πατερναλιστικά, για λειτουργικούς ή για οικονομικούς (καπιταλιστικούς) λόγους, είτε έπειτα από ταξική σύγκρουση, οπότε τα μεταρρυθμιστικά κινήματα σκοπεύουν στην ενσωμάτωση των λαϊκών στρωμάτων και την απάλυνση των συγκρούσεων και β) λαϊκή κατανομή του οικιστικού χώρου, που πηγάζει «εκ των κάτω», από διάφορες αυτόνομες λαϊκές διεκδικητικές ομάδες και κινήματα, όπως οι συνεταιρισμοί, οι επιτροπές καταλήψεων γης ή διάφορα άλλα συλλογικά όργανα. Οι ατομικές καταλήψεις γης ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, στην περίπτωση που η αλληλοβοήθεια υποκαθιστά τη συλλογικότητα (Λεοντίδου 1989).

Τα κοινωνικά κινήματα πόλης με ιδιαίτερα ανεπτυγμένα αντανακλαστικά στην Αθήνα (Πορτάλιου 2009), στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις, είναι προσανατολισμένα στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτικών ομάδων, στην ποιότητα της καθημερινής ζωής, στη διεκδίκηση ελεύθερου συλλογικού χώρου και αναδεικνύουν το διακύβευμα του χώρου στην υπεράσπιση του δικαιώματος στην αστική ζωή ταρακουνώντας τις κυρίαρχες αξίες, κανόνες και νόμους που θέλει να επιβάλλει το καπιταλιστικό πολιτικό σύστημα ως μοναδικές και καθολικές (Βάσιλα 2009).

Στο Μεταξουργείο οι προσπάθειες για συντονισμό της γειτονιάς σε συλλογικότητα διεκδίκησης έρχονται αντιμέτωπες με την κρατική καταστολή και το ιδιωτικό συμφέρον. Η κατάληψη στη Μυλλέρου και Γερμανικού τμήματος του παλιού μεταξουργείου που λειτουργούσε ως αυτοδιαχειριζόμενος κοινωνικός χώρος με χρήση του ως στέγης και ανοιχτών επιμορφωτικών εργαστηρίων, μετά από ένα χρόνο λειτουργίας (2006-2007) εκκενώθηκε από τις δυνάμεις καταστολής.[16] Η «πολιτιστική αναγέννηση» της περιοχής, αρχής γενομένης με την αποκατάσταση – ανάπλαση του παλιού εργοστασίου, δεν επέτρεπε τη δράση των κατοίκων κα πόσο μάλλον τη συσπείρωση τους για έναν κοινό σκοπό. Έκτοτε, οι κινήσεις των πολιτών στην περιοχή είναι αποσπασματικές, ανοίγονται κυρίως στα ηλεκτρονικά κοινωνικά δίκτυα, προέρχονται από πρωτοβουλίες όπως αυτές της Ανοιχτής Πόλης, και του Δικτύου Νομαδικής Αρχιτεκτονικής και καταφέρνουν σε ένα βαθμό να προσελκύσουν ένα κομμάτι των κατοίκων και να βάλουν τις βάσεις για τη διεκδίκηση του δικαιώματος στο χώρο. [17] Μένει η κινητοποίηση των κατοίκων, η ευρεία ενημέρωση και η ενεργοποίηση των μηχανισμών ενός κινήματος πόλης, ώστε η δράση σε συλλογικό επίπεδο να δημιουργήσει ένα ενεργό μέτωπο απέναντι στην κρατική καταστολή και στα ιδιωτικά συμφέροντα.

Ο εκδημοκρατισμός της κατοίκησης στην περίπτωση του Μεταξουργείο θα πρέπει να εστιάζει στην αντιμετώπιση των ουσιαστικών προβλημάτων της διαβίωσης των τοπικών κοινωνικών ομάδων. Η κακή κατάσταση διατήρησης του κτιριακού αποθέματος, η αύξηση των αξιών γης και κατά συνέπεια η αύξηση του φόρου ακίνητης περιουσίας και των ενοικίων επιτείνει το πρόβλημα της στέγασης των μεταναστών και των προσφύγων που συρρέουν στη γειτονιά. Ο ιδιαίτερα πυκνοδομημένος αστικός ιστός και η έλλειψη ελεύθερων δημόσιων χώρων, η έλλειψη δημόσιων – κοινωφελών λειτουργιών και η έντονη εμπορευματοποίηση κοινωνικής ζωής έχουν σαν αποτέλεσμα το τη δυσκολία και το δισταγμό οικειοποίησης του τόπου από τις διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες που ζουν εκεί.

η τακτική ενσώματη παρουσία και οι πρακτικές των κοινωνικών ομάδων στους καθημερινούς δημόσιους χώρους δημιουργούν χώρο γι’ αυτές στην πόλη (Βαίου – Καλαντίδης 2009).

Η έλλειψη δημόσιων χώρων συνεύρεσης καθιστά δύσκολη την επίτευξη επικοινωνίας μεταξύ των κατοίκων του Μεταξουργείου. Το δίκτυο των πεζοδρόμων δεν προσφέρεται για τις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου των πολλών λόγω των χρήσεων που φιλοξενούν, ενώ η νέα πλατεία Αυδή φιλοξενεί ένα μικρό μέρος της κοινότητας.

Εφόσον ο δημόσιος ελεύθερος χώρος δεν προσφέρει κέρδη στους διαχειριστές στου αστικού χώρου μπαίνει τελευταίος στις προτεραιότητες των «αναπλάσεων» και συνήθως εξαγοράζεται για εμπορική χρήση.[18] Ο ενεργός δημόσιος χώρος δίνει την ευκαιρία για επίτευξη σχέσεων και καλλιέργεια κοινωνικών αντιστάσεων. Τα κοινωνικά υποκείμενα, μέσα από τη συμμετοχή, το διάλογο και την ανταλλαγή εμπειριών στον ελεύθερο χώρο, γίνονται συλλογικά υποκείμενα ώστε δρουν και διεκδικούν τα δικαιώματα τους στη ζωή και την  ελευθερία. Οι αξίες της κυρίαρχης αστικής τάξης[19] δε συμβαδίζουν με κάτι τέτοιο, οπότε σε συνεργασία με τον κρατικό μηχανισμό αποστερούν από την αστική ζωή το δικαίωμα στον ελεύθερο χώρο.

Στη βάση της διεκδίκησης του χώρου στη γειτονιά μπορεί να είναι η οικειοποίηση των αστικών κενών, είτε πρόκειται για άδεια οικόπεδα χωρίς χρήση είτε για οικόπεδα μπαζών και σκουπιδιών εν μέσω ερειπίων. Μετατρεπόμενα σε κοινωφελής χώρους, όπως παιδικές χαρές, χώρους υπαίθριων προβολών και συναντήσεων θα είναι δυνατόν να διαφυλαχθεί ταυτόχρονα η καθαριότητα και η βίωση της γειτονιάς από τους κατοίκους της.

Μπορούν να διεκδικηθούν τα  εγκαταλειμμένα διατηρητέα οικήματα ώστε να στεγάζουν τη γειτονιά, να φιλοξενούν δράσεις και να παραχωρούνται για χρήσεις κοινοτικού χαρακτήρα και για κοινωφελείς σκοπούς. Τα παραδείγματα μέχρι στιγμής, με απεύθυνση στη γειτονιά αλλά και στην πόλη, είναι λίγα αλλά μπορούν να θεωρηθούν επιτυχείς οικειοποιήσεις βάσει της συλλογικής δράσης.[20] Η έλλειψη κατοικίας και οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης μεγάλης μερίδας των μεταναστών μπορεί να αντιμετωπιστεί με την οικειοποίηση των χωρίς χρήση οικημάτων, κάτι που θα έλυνε ταυτόχρονα το πρόβλημα της ερημοποίησης και θα ενδυνάμωνε τη χρήση της κατοικίας στην περιοχή.

Στόχος του πειράματος της οικειοποίησης του τόπου άμεσα, από τη βάση της κοινωνίας, με συλλογικές και συμμετοχικές διαδικασίες, είναι η απόκτηση πεδίων δημιουργίας σχέσεων και η μείωση του χάσματος επικοινωνίας μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που κατοικούν στη γειτονιά. Η απόκτηση εν δυνάμει κοινωνικών χώρων εκτός των εμπορικών, διευρύνουν το φάσμα της κοινωνικότητας και κάνει τη διαφορετικότητα κύριο χαρακτηριστικό των σχέσεων και όχι ανασταλτικό παράγοντα στην επίτευξή τους. Στην περίπτωση της οδού Ιάσωνος και του Μεταξουργείου η άρση των χωρικών φραγμών συνεπάγεται την «έξωση» του φόβου, την ελευθερία κίνησης και δράσης στη γειτονιά. Κατά συνέπεια, αναιρούνται οι κοινωνικοί φραγμοί και η πολυπολιτισμικότητα μπορεί να αναδειχθεί ως εγγενές χαρακτηριστικό της πόλης.

Η πραγμάτωση των σχέσεων σε άμεση συνάρτηση, εντός και στον περιβάλλοντα χώρο των μνημείων της γειτονιάς, η οικειοποίησή τους και η ένταξη στην καθημερινότητα και στη ζωή των κατοίκων, αναδεικνύει το ρόλο τους ως φορέων συλλογικής μνήμης που βρίσκει χώρο τέλεσης, διαδίδεται και επανασημασιοδοτείται με νέα βιώματα. Το αποτέλεσμα θα είναι η ανάδειξη της διαχρονικής εργατικής-λαϊκής ταυτότητας της γειτονιάς, μέσα από την ενεργοποίηση της και την πραγμάτωση του πολιτισμού από τη βάση. Τα κυριαρχούμενα πολιτισμικά πρότυπα είναι, εξ’ άλλου, είτε αναδυόμενα, δηλ. δημιουργήματα μιας νέας κοινωνικής τάξης που αποκρυσταλλώνεται συνειδητοποιώντας τον εαυτό της και τα συμφέροντά της, είτε υπολειμματικά, απομεινάρια παλιότερων κοινωνικών σχηματισμών και ταξικών διαρθρώσεων. Και στις δυό περιπτώσεις μπορούν ταυτόχρονα να είναι είτε εναλλακτικά είτε αντιθετικά (Λεοντίδου 1989).

Ο σχεδιασμός του αστικού χώρου πρέπει να είναι η έκφραση της ανθρώπινης δράσης, της τοπικότητας και της ταυτότητας, η συνάντηση μέσα από την καθημερινή πρακτική (Μπαλαούρα 2008).

Η Ελλάδα που κατασκευάστηκε πάνω σε ένα πολυπολιτισμικό ανθρώπινο δυναμικό, κατάφερε αρχικά να εκδιώξει το μωσαϊκό των πολιτισμών που διαβιούσαν στο έδαφος της, σταδιακά να εξομαλύνει τις κατά τόπους διαφορές και να τις υπάγει κάτω από έναν κυρίαρχο αρχαιοκεντρικό και ελληνοκεντρικό πολιτισμό.

Τα μνημεία της νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς που δεν εξυπηρετούν στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, παραμένουν ανενεργά, αν και είναι πολύτιμα κτιριακά αποθέματα. Η λογική της οικοδομικής έξαρσης είναι περισσότερο επικερδής και η αναζήτηση χώρου για επένδυση του πλεονάζοντος κεφαλαίου μπορεί να απαλλοτριώσει και τις συλλογικές μνήμες, μαζί και τη συλλογικότητα της βάσης της κοινωνίας.

1. Το  Υπουργείο Πολιτισμού ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1971, ενώ μέχρι τότε υπαγόταν στο Υπουργείο Παιδείας.

2. Το κτήριο του μεταξουργείου έπειτα από εργασίες αποκατάστασης και ειδικής διαμόρφωσης του εσωτερικού του θα στεγάσει τη νέα Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας από τον Ιούλιο του 2010. Βλ. Λυμπεροπούλου Κ., «Η μεταμόρφωση του Μεταξουργείου», ΤΟ ΒΗΜΑ online, 13-06-2010, www.tovima.g

3. η τυπολογία των περισσοτέρων αφορά σε κτήρια μορφής Γ, με μία πρόσοψη στο δρόμο, πλάγια δίοδο προς την εσωτερική αυλή και μια πτέρυγα προς την μεριά της μεσοτοιχίας. Από σχόλιο του Ε. Μπίρη, όπως αυτό καταγράφηκε στα πρακτικά (1/27-3-2008)συνεδρίασης του Κεντρικού Συμβουλίου Νεοτέρων Μνημείων και του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

4.  Τα διατηρητέα κτήρια της οδού Ιάσωνος θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «κτήρια συνοδείας» (Μπούρας 1982)

5.  ΝΟΜΟΣ 2734, άρθρο 3, ΦΕΚ 161, τ. Α, 5- 8- 1999.

6. Η περιγραφή δημοσιεύθηκε στο http://athensville.blogspot.com/2009/09/blog-post_03.html , στις 8/9/2009. Αν και το συγκεκριμένο blog δε μας βρίσκει σύμφωνους ως προς τις θέσεις και τις προθέσεις του, η περιγραφή της οδού Ιάσωνος είναι άκρως ρεαλιστική.

7. Lamartine, Souvenirs, pensees et paysages, pendent un voyage en Orient, 1832-1833, σ. 144, από Πολεοδομία και δημόσια τάξη- Αθήνα οχυρωμένη πόλη, αναδημοσίευση διάλεξης στο Πολυτεχνείο, Μάρτης 1977, από τη λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα, 06/2002

8. Σχετικά με τη συγγένεια της αθηναϊκής πολεοδομικής συγκρότησης με εκείνη των αποικιοκρατούμενων πόλεων, βλ. Λεοντίδου 1989

9.  Εκτεταμένες ανασκαφές με στόχο την αποκάλυψη των υπολειμμάτων της κλασσικής εποχής με γκρέμισμα ολόκληρων συνοικιών γι’ αυτό το σκοπό, όπως μέρος του Θησείου και της Πλάκας, γκρέμισμα οθωμανικών και βυζαντινών μνημείων σε όλη την Αθήνα.

10. Η μέθοδος του filtering (κατά τον David Ley) δηλ. της υποβάθμισης μιας περιοχής και της μείωσης των αξιών γης, πριν την εφαρμογή του gentrification

11. Πρόγραμμα Αθήνα – Αττική 2014, Υ.ΠΕ.Κ.Α, Βελτίωση της εικόνας και της λειτουργίας της πόλης, περιοχή πλατείας Θεάτρου

12. Πολλές πληροφορίες σχετικά με τη δράση της αγοράς ακινήτων: http://www.kmprotypigeitonia.org/

http://www.danos.gr/uploads/File/ATHENS%20RESIDENTIAL%20AGGELIES/Metaxourgeio%20_katoikies.pdf

http://www.euro2day.gr/news/economy/124/articles/612124/Article.aspx

http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1222776

https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1211735

13. αναδιανομή κατοίκων στην περιοχή http://todayfocus.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3603:2010-10-13-10-42-52&catid=201:city-focus&Itemid=1201

14.  http://www.oliarosblog.com/data/files/Presentation_Protypi_Dimos_270710_finaligt.pdf

15. Πογκρόμ στο κέντρο της πόλης, δίωξη της «παραοικονομιάς», «καθαρισμός» οικημάτων από τους κατοίκους τους. Δες άρθρα: http://aderfixanion.blogspot.com/2010/03/blog-post_559.html , http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=535966http://edromos.gr

16. Σύμφωνα με το μεταξικό νόμο 1539/1938 περί «κατάληψης δημοσίων κτημάτων». http://indy.gr/newswire/ekkenthike-i-katalipsi-mylleroy-kai-kerameikoy

17. Π.χ. πολυπολιτισμική καρναβαλική γιορτή στις 07/02/2010 οργανωμένη από πρωτοβουλία κατοίκων του Μεταξουργείου, http://metaxourgeio.wordpress.com /, http://anoihtipoli.blogspot.com/2007/09/project.html

http://networknomadicarchitecture.blogspot.com/

18. χαρακτηριστικό παράδειγμα στην Αθήνα,  αποτελεί η κατάληψη του πεζοδρόμου από τραπεζοκαθίσματα στο Θησείο, στο νέο περίπατο της Αθήνας.

19. Ανταλλακτική αξία έναντι της αξίας χρήσης,( Lefebvre 1967)

20. 1. Η πρόσφατη οικειοποίηση του εγκαταλειμμένου νεοκλασικού 12ου Δημοτικού σχολείου Θεσσαλονίκης με σκοπό τη μετατροπή του σε χώρο εναλλακτικής εκπαίδευσης και αυτομόρφωσης http://www.babylonia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1375%3A—12—&catid=95%3Aautodiaxeirizomenoi&lang=el )2. Η κατάληψη του εγκαταλειμμένου εργοστασίου Φάμπρικα Υφανέτ, από το 2004, ώστε να είναι χώρος ανοιχτός και κοινωνικός, που επιθυμεί την αλληλεπίδραση και τον εμπλουτισμό του με ιδέες και ανθρώπους. Χώρος που επιθυμεί να διαχύσει τις όποιες κατακτήσεις του και να ανοίξει μια κοινωνική προοπτική γι’ αυτές.( http://www.yfanet.net/about) 3. Το πάρκο στα Εξάρχεια http://parkingparko.blogspot.com/ 4. Το αστικό πείραμα «Η Θεσσαλονίκη αλλιώς» 5 και 6 Ιουνίου 2010, στα πλαίσια του οποίου  με χρησιμοποιήθηκαν εγκαταλειμμένα αρχοντικά σπίτια στο κέντρο της πόλης για μουσικές και άλλες εκδηλώσεις (http://www.parallaximag.gr/thessaloniki.html ). Και άλλες πολλές επιτροπές κατοίκων και δράσεων στην Αθήνα. (Πορτάλιου 2009)

ενδεικτική βιβλιογραφία

Αγριαντώνη Χ. – Χατζηιωάννου Μ. Χ., Το Μεταξουργείο της Αθήνας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 1995.

Βάσιλα Α., Η Αθήνα ως μητρόπολη- Τάσεις μετασχηματισμού, εμπορευματοποίηση της πόλης, ανακατατάξεις σε κοινωνικό και πολεοδομικό ιστό, μεταπτυχιακή εργασία στο μάθημα Μεταλλαγές ιδεών για την πόλη, 2009

Βαταβάλη Φ., Η οδός Κεραμεικού στο Μεταξουργείο, Διπλωματική εργασία στο Ε.Μ.Π. (Θέματα Αστικού Σχεδιασμού),  2004

Ευθυμίου Μ., Τόπος, τοπίο, μνήμη, ερευνητική διπλωματική εργασία τμ. Αρχιτεκτόνων μηχανικών Α.Π.Θ., Μάρτιος 2008

Ζήβας Δ., Ιστορική πόλη και σύγχρονη ζωή, Η πόλη και τα μνημεία, Libro, Αθήνα, 1997

Καλλέα Σ., Μουριζάκη Κ., Αρχείο διπλωματικής εργασίας «Αστικές εγκαταστάσεις στο Μεταξουργείο», αρχιτεκτονική σχολή Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, 2007-2009

Μετασχηματισμοί του χώρου, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις, επιμ. Σπυριδάκης Μ., εκδ. νήσος, 2009

Μνήμη και εμπειρία του χώρου, επιμ. Σταυρίδης Στ., εκδ. Αλεξάνδρεια, 2006

Μπενβενίστε Ρ., Παραδέλλης Θ. (επιμ.) Διαδρομές και τόποι της μνήμης, Αθήνα,Αλεξάνδρεια, 1999

Μπίρης Κ. Η., Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών, Γενική Διεύθυνση αρχαιοτήτων και αναστηλώσεως, Αθήνα, 2005, α’ έκδοση 1971.

Μπούρας Χ., Πρόχειρες σημειώσεις του μαθήματος «Αποκαταστάσεις των Μνημείων ΙΙ», Αθήνα, 1982.

Παπαγεωργίου – Βενέτας Α., Ο Αθηναϊκός Περίπατος και το Ιστορικό Τοπίο των Αθηνών, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2004.

Πορτάλιου Ε., Η αποξένωση από το χώρο της πόλης και η κρίση της συλλογικής μνήμης, περιοδικό ΟΥΤΟΠΙΑ τ. 23

Πολεοδομία και δημόσια τάξη- Αθήνα οχυρωμένη πόλη, αναδημοσίευση διάλεξης στο Πολυτεχνείο, Μάρτης 1977, από τη λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα, 06/2002

Σαρηγιάννης Γ. Μ., Αθήνα 1830 – 2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές, Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα, 2000.

Σταυρίδης Στ., Μετέωροι χώροι της ετερότητας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2010

Χατζιώτης Κ., Γειτονιές της παλιάς Αθήνας. Το Μεταξουργείο Κολωνός Ακαδημία Πλάτωνος, Δήμος Αθηναίων: πολιτισμικός οργανισμός, Αθήνα, 1999.

Halbwachs M., The Collective Memory, 1950

Harvey D., The right to the city, 2008

Harvey D., The History of Heritage, for The Ashgate research companion to Heritage and Identity, ed. Graham B. and Howard P., 2008

Lefebvre H., Δικαίωμα στην Πόλη – χώρος και πολιτική, εκδ. Κουκίδα, 2006

Ruskin J., The seven lamps of Architecture, The lamp of Memory, 1849


 

 

This entry was posted in Τεύχος 1 and tagged , , . Bookmark the permalink.

1 Response to Ενάντια στη λήθη – Μεταξουργείο

  1. Μάριος Νικ. Δεστέφανος says:

    Γεννήθηκα και διαμένω στα όρια της περιοχής Μεταξουργείου (οδός Οδυσσέως), με αποτέλεσμα να γνωρίζω από πρώτο χέρι τη μοίρα μιας εκτός των τειχών (ενδιαφέροντος) η οποία με τη σειρά της, εντάσσεται εκτός των τειχών (ενδιαφέροντος) της Πόλης.
    Συμφωνώ και συγχαίρω τον/την συγγραφέα του ανωτέρω άρθρου, στον βαθμό που αυτό, αγγίζει μεγάλο μέρος της πραγματικότητας. Για όσα δεν αναφέρονται σ’αυτό, επιφυλάσσομαι για άλλη ευκαρία. Επιθυμώ εν τούτοις να επισημάνω τα εξής:
    1. Η τακτοποίηση αστέγων και μεταναστών σε ακατοίκητα σπίτια δεν είναι προτεραιότητα. Η ανάγκη να παραμείνουν οι παλαιοί κάτοικοι που φεύγουν μαζικά, είναι προτεραιότητα.
    2. Η ευρύτερη περιοχή αποτελεί «πέρασμα» για ομάδες ή μεμονωμένα παραβατικά άτομα που μετακινούνται από και προς τις περιοχές «εργασίας» τους, που όμως δεν διστάζουν στο διάβα τους να «κορφολογήσουν» την περιοχή.
    3. Η περιοχή είναι βαρύτατα επιβαρυμένη από μεγάλες κυκλοφορίες οχημάτων (άξονας Αχιλλέως), πολλές διελεύσεις λεωφορειακών γραμμών και πολλά οχήματα τροφοδοσίας μεγάλων Ξενοδοχείων. Στο τελευταίο να προστεθεί και ο μεγάλος αριθμός μεταφοράς τουριστών.
    4. Το τελευταίο διάστημα, η περιοχή στα όρια του Μεταξουργείου έχει μετατραπεί σε ΚΤΕΛ προς βαλκανικές χώρες με αποτέλεσμα να έχει υποστεί τεράστιο πλήγμα ο οικιστικός χαρακτήρας των οικοδομικών τετραγώνων που συνορεύουν με τα όρια αυτά. Ρύπανση καυσαερίου, ηχορύπανση, ανεξέλεγκτες συναθροίσεις πάσης φύσεως ατόμων (βλέπε πύλη εισόδου-εξόδου), συναθροίσεις παραβατικών με σκοπό το πλιάτσικο ταξιδιωτών και συνεπώς τουριστών αλλά και κατοίκων.
    Πιστεύοντας πως, αυτό που αναβαθμίζει ή υποβαθμίζει μια περιοχή είναι η χρήση της και επιπροσθέτως πως, τα σύνορα μιας περιοχής πρέπει να προστατεύονται ως σύνορα, θα σας παρακαλούσα να λάβετε το σχόλιό μου, σοβαρά υπ’όψιν στην ούτως ή άλλως σοβαρή και τεκμηριωμένη προσέγγισή σας.
    Μεταξουργείο δεν είναι μόνο η Πλατεία Αυδή και οι χώροι πολιτιστικών εκδηλώσεων.
    Μεταξουργείο είναι και οι εσχατιές της περιοχής, στις οποίες μερικοί, πασχίζουμε να κρατήσουμε τους υπολοίπους απ’τη φυγή, πράγμα δύσκολο αν σου κάτσει ένα ΚΤΕΛ κάτω απ’το σπίτι σου.
    Με εκτίμηση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *