Και στην Ελλάδα;

κατεβάστε το pdf εδώ

Το κείμενο του Harvey «το δικαίωμα στην πόλη» δημοσιεύτηκε το 2008 με τη μορφή που δημοσιεύεται μεταφρασμένο εδώ. Το 2008 είναι μια χρονιά που η τρέχουσα κρίση του καπιταλισμού έχει ήδη ξεσπάσει. Η κρίση στη σημερινή της μορφή, αλλά και σε παλαιότερες φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, είναι ο ένας άξονας πάνω στον οποίο κινείται ο Harvey στην απόπειρά του να ορίσει το δικαίωμα στην πόλη. Πιο συγκεκριμένα, η σχέση της απόσπασης υπεραξίας, της συσσώρευσης, και των συνεπακόλουθων καπιταλιστικών κρίσεων με το φαινόμενο της αστικοποίησης. Ο δεύτερος άξονας είναι η σχέση πόλης και ζωής ή αλλιώς το πώς οι μετασχηματισμοί του αστικού περιβάλλοντος, όπως αυτοί συμβαίνουν λόγω της καπιταλιστικής δυναμικής (όχι με απλά οικονομικούς όρους, αλλά και με όρους σχέσεων εξουσίας, ταξικής πάλης κλπ), μετασχηματίζουν τις συμπεριφορές, τον τρόπο ζωής, τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ο Harvey κινείται σε ψηλό επίπεδο αφαίρεσης όσον αφορά στις οικονομικές διαδικασίες που περιγράφει, προσγειώνεται όμως τακτικά για να δει από πιο κοντά πως αυτές μετασχηματίζουν τοπικά αστικά περιβάλλοντα, είτε πρόκειται για το Παρίσι των μέσων του 18ου αιώνα, για τα προάστια της Αμερικής τη δεκαετία του ’60, ή τις σημερινές παραγκουπόλεις στην Ασία και τη Λατινική Αμερική. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι ο σχηματισμός πόλεων συνδέεται ανέκαθεν με τη συγκέντρωση στο χώρο κάποιου υπερπροϊόντος, και περιγράφοντας περιληπτικά το μηχανισμό συσσώρευσης (υπερπροϊόντος/υπεραξίας) υπό τον καπιταλισμό, αρθρώνει θεωρητικά τη σχέση μεταξύ καπιταλισμού και αστικοποίησης. Αφού καπιταλισμός σημαίνει αυξανόμενη συσσώρευση, σημαίνει αυξανόμενη αστικοποίηση. Κάνοντας μια αναδρομή από το 1848 ως σήμερα σε βασικούς σταθμούς κρίσεων υπερσυσσώρευσης ισχυρίζεται ότι η αστικοποίηση έδωσε διέξοδο σε αυτές τις κρίσεις με δύο βασικούς μηχανισμούς. Ο πρώτος ήταν η διάνοιξη νέων πεδίων καπιταλιστικής αξιοποίησης, δηλαδή επένδυσης του συσσωρευμένου κεφαλαίου σε νέες αγορές (π.χ. την αγορά κατοικίας στα προάστια), και ο δεύτερος η δημιουργική καταστροφή, η επένδυση δηλαδή κεφαλαίου σε ήδη χτισμένες περιοχές (για παράδειγμα μέσω των αστικών αναπλάσεων), επισημαίνοντας τις «αλλαγές κλίμακας» των διαδικασιών – πρώτα τοπική, μετά εθνική, σήμερα παγκόσμια – και τα αντίστοιχα πεδία σύγκρουσης με αυτούς που τις υφίστανται.

Παράλληλα με αυτή την ιστορία τρέχει και η ιστορία της αναμόρφωσης του τρόπου ζωής και του τύπου ανθρώπου που επιβάλλουν αυτές οι αλλαγές της μορφής, της δομής και της λειτουργίας των πόλεων˙ μαζί και μια ιστορία της ταξικής πάλης, στα πλαίσια βέβαια που συζητιούνται εδώ.

Μέσω αυτής της πορείας ο Harvey καταλήγει να ορίσει το δικαίωμα στην πόλη ως εξής:

«…περισσότερο δημοκρατικός έλεγχος επί της παραγωγής και της χρήσης του πλεονάσματος. Από τη στιγμή που η αστική διαδικασία είναι ένα μείζον κανάλι χρήσης, τότε το δικαίωμα στην πόλη συγκροτείται από την εγκαθίδρυση δημοκρατικού ελέγχου στη χρησιμοποίηση των πλεονασμάτων μέσω της αστικοποίησης.»

και

«…σαν εργατικό σλόγκαν και σαν πολιτικό ιδανικό, ακριβώς επειδή εστιάζεται στο ποιος είναι αυτός που καθορίζει την εσώτερη σύνδεση που βρίσκεται σε ισχύ από αμνημονεύτων χρόνων, μεταξύ αστικοποίησης και παραγωγής και χρήσης του πλεονάσματος. Ο εκδημοκρατισμός του δικαιώματος στην πόλη και η οικοδόμηση ενός ευρέως κοινωνικού κινήματος που θα επιβάλλει τη θέλησή του είναι επιβεβλημένος, αν αυτοί που έχουν εξωθεί πρόκειται να επανακτήσουν τον έλεγχο της πόλης…»

Η σύνδεση του αγώνα για το δικαίωμα στην πόλη με τον αγώνα για την υπεραξία, νομίζουμε πως είναι και το πιο δυνατό και χρήσιμο σημείο της ανάλυσής του.

Εδώ δε θα επιχειρήσουμε μια κριτική στο κείμενό του, όχι γιατί θεωρούμε το κείμενο αλάνθαστο, υπάρχουν άλλωστε πολλά σημεία που μπορεί να θίξει κανείς. Όπως για παράδειγμα, μόνο υπαινικτικά γίνεται η σύνδεση μεταξύ του κοινωνικού ανταγωνισμού (με τις διάφορες μορφές που έχει πάρει στην ιστορία) και τις πολεοδομίας ως πρακτικής των κυρίαρχων τάξεων ενάντια στα ιστορικά ανταγωνιστικά υποκείμενα, αν εξαιρεθεί η περίπτωση της Κομμούνας˙ γενικά η έμφαση δίνεται στις «αντικειμενικές» οικονομικές διαδικασίες. Επίσης, ο Harvey φαίνεται να διατηρεί μια πίστη στη δυνατότητα αλλαγής μέσω της δημοκρατικότερης λειτουργίας του κράτους, πράγμα πολύ συζητήσιμο στις σημερινές συνθήκες κατάρρευσης αυτών των μηχανισμών κρατικής παρέμβασης. Ή ακόμα, η παράβλεψη από μέρους του της αξιολόγησης του πολέμου σαν του κατεξοχήν μηχανισμού δημιουργικής καταστροφής των πόλεων. Και πολλά άλλα…

Προτιμήσαμε να κάνουμε μια άλλη, νομίζουμε πιο χρήσιμη δουλειά, να δούμε πως εντάσσεται η ιστορία της ελληνικής αστικοποίησης στους μηχανισμούς που παρατίθενται. Να δώσουμε δηλαδή μια απάντηση στο ερώτημα: μα καλά, τι γινόταν στην Ελλάδα όταν όλα αυτά συνέβαιναν και συμβαίνουν στον κόσμο; Προφανώς εδώ δεν είναι δυνατό, αλλά ούτε και θεμιτό, να παρατεθεί μια πλήρης ιστορία της ελληνικής αστικοποίησης. Ξεκινώντας από τα χρονικά ορόσημα του Harvey, θα κάνουμε μια παράλληλη πορεία εντοπίζοντας συγκλίσεις και αποκλίσεις της ελληνικής περίπτωσης. Στο σημείο αυτό καλό θα ήταν να έχει διαβαστεί πρώτα το κείμενο του Harvey.

Πρώτος σταθμός: το 1853. Αυτή την εμβληματική χρονιά στη σύγχρονη αστική ιστορία, ο βαρόνος Haussmann εγκαινιάζει τον κύκλο των παρεμβάσεων στον αστικό χώρο, με την αναμόρφωση της πόλης του Παρισιού. Έχει προηγηθεί η οικονομική κρίση και η επανάσταση του 1848. Στα επόμενα 20 περίπου χρόνια, μέχρι την κρίση του 1868 και την Παρισινή Κομμούνα του 1871, η Δεύτερη Αυτοκρατορία τρέχει ένα πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές (σιδηρόδρομους, διώρυγες, λιμάνια) και αναμορφώνει το Παρίσι «καταστρέφοντας το δημιουργικά», στην προσπάθεια να ξεπεραστεί η κρίση υπερσυσσώρευσης και να καταπολεμηθεί η ανεργία.

Το ελληνικό κράτος, συμπλήρωνει το 1853 περίπου 25 χρόνια ζωής. Το κράτος βρίσκεται ακόμα σε διαδικασίες συγκρότησης και οι πόλεις σε διαδικασία σχηματισμού. Εκείνη τη χρονιά ο αστικός πληθυσμός της χώρας (στο τότε έδαφός της) είναι μόνο 14,7% με το 6,8% να βρίσκεται στην Αθήνα και τον Πειραιά. Παρόλα αυτά η πολεοδομική δουλειά που γίνεται από πλευράς του κράτους είναι εξαιρετικά σοβαρή, γεγονός που δείχνει τη σημασία που δίνει η αστική τάξη στην αναμόρφωση του χώρου ώστε αυτός να συμβαδίσει με τις ανάγκες της. Ήδη από την πρώτη χρονιά «ειρηνικής» λειτουργίας του, συστήνεται η πρώτη τεχνική υπηρεσία με στρατιωτική οργάνωση, το «Σώμα επί της οχυρωματοποιίας και αρχιτεκτονικών αξιωματικών» στο οποίο είναι μέλη μερικοί από τους έπειτα πολεοδόμους των ελληνικών πόλεων (Κλεάνθης, Σάουμπερτ κ.α.). Θα ακολουθήσει η ίδρυση κι άλλων αντίστοιχων υπηρεσιών και φυσικά η σύσταση της αντίστοιχης νομοθεσίας, καθώς το κράτος συγκροτείται στους μηχανισμούς του και εξοπλίζεται νομικά. Τη βοήθεια και την τεχνογνωσία θα τη δώσουν έμπειρα επιτελεία μηχανικών, αρχικά από τη Γαλλία, και με την έλευση του Όθωνα από τη Βαυαρία, τα οποία θα κουβαλούν και την αντίστοιχη αστική και εκσυγχρονιστική ιδεολογία, η οποία όπως είναι φυσικό ταυτίζεται με αυτή των ντόπιων αστών.

Ο ελληνικός χώρος αρχίζει σταδιακά να αστικοποιείται απέχοντας όμως από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές διαδικασίες. Ο σχεδιασμός για τις πόλεις κινείται πάνω σε δύο γραμμές, οι οποίες εν πολλοίς αποτυπώνουν στο χώρο την ιδεολογία της αστικής τάξης. Καταρχήν οι υφιστάμενες πόλεις δυτικοποιούνται, ξανασχεδιάζονται σύμφωνα με τα μορφολογικά πρότυπα του νεοκλασικισμού: συμμετρία, μνημειακότητα, επιβλητικότητα, ορθογωνικά και ιεραρχημένα οδικά δίκτυα. Γίνεται προσπάθεια καταστροφής του μεσαιωνικού ιστού, με διανοίξεις δρόμων κλπ., και εξαφάνισης των αρχιτεκτονικών στοιχείων που παραπέμπουν στην οθωμανική κυριαρχία. Οι ελληνικές πόλεις πρέπει να δείχνουν δυτικές, αντανακλώντας τη νέα δομή των κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες υφίστανται σε ένα βαθμό και σε έναν άλλον προωθούνται από το νεαρό κρατικό μηχανισμό που βρίσκεται στα χέρια της αστικής τάξης. Αντιφάσεις φυσικά υπάρχουν, μια και η υλοποίηση των σχεδίων πόλεων πολλές φορές σκοντάφτει στα συμφέροντα των γαιοκτημόνων. Η δεύτερη πρακτική, η οποία προστέθηκε στην προηγούμενη κατά την οθωνική περίοδο, είναι η αναβίωση αρχαίων πόλεων και η συμβολική αξιοποίηση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, με ένταξη στο σχεδιασμό ευρημάτων από την κλασσική αρχαιότητα. Κάπως έτσι εκπονούνται σχέδια για την Αθήνα, τη Σπάρτη, την Κόρινθο, τη Θήβα κ.α. Η αστική τάξη σχεδιάζει το χώρο και εκτός από τις πόλεις χτίζει και το μύθο που θα επενδύσουν την εθνική ιδεολογία, τη συνέχεια με την αρχαία Ελλάδα (βέβαια ο χριστιανισμός δεν λειτουργούσε ακόμα ως στοιχείο συγκρότησης της εθνικής ιδεολογίας).

Σε αυτό το στάδιο οι αστικές διαδικασίες δεν έχουν ομογενοποιηθεί παγκόσμια, όπως δεν έχει προχωρήσει και στον ίδιο βαθμό η συσσώρευση του κεφαλαίου. Όταν η Γαλλία αντιμετωπίζει την πρώτη της κρίση αναμορφώνοντας το Παρίσι, η ελληνική αστική τάξη εδραιώνει την κυριαρχία της στο χώρο σχεδιάζοντας τις πόλεις της.

Δεύτερος σταθμός: τα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ευρωπαϊκές και κυρίως οι αμερικάνικες πόλεις υφίστανται ραγδαίους μετασχηματισμούς. Μεγάλες εταιρείες επενδύσεων χτίζουν προάστια όπου στεγάζονται τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα με την επιδότηση της κυβέρνησης (δάνεια και φοροαπαλλαγές), οι κεντρικές μητροπολιτικές αναμορφώνονται και οι κάτοικοί τους εκδιώκονται, τεράστια προγράμματα κατασκευής αυτοκινητοδρόμων προωθούνται, με την κατοχή ενός ή δύο αυτοκινήτων και την αντίστοιχη κατανάλωση πετρελαίου να γίνονται απαραίτητα για κάθε οικογένεια. Ταυτόχρονα, ο τρόπος ζωής αλλάζει, ο καταναλωτισμός εκρήγνυται και δημιουργεί νέα κοινωνικά και πολιτικά τοπία. Ο κοινοτικός τρόπος δράσης και η υπεράσπιση συλλογικών δικαιωμάτων αντικαθίσταται από τη συντηρητικοποίηση και την υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας (αφού ευρεία στρώματα του πληθυσμού έχουν πλέον ιδιόκτητη κατοικία). Ο προαστιακός τρόπος ζωής, με όλα τα συμφραζόμενά του, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό το υπόβαθρο που οδηγεί στα κινήματα και τις εξεγέρσεις της δεκαετίας του ’60 στις δυτικές μητροπόλεις με αποκορύφωμα το ’68.

Στην Ελλάδα, η αστικοποίηση του πληθυσμού συνεχίζεται με πολύ γρηγορότερο ρυθμό από ότι σε προηγούμενες περιόδους. Έχει προηγηθεί ο διπλασιασμός της επικράτειας του ελληνικού κράτους και η άφιξη των προσφύγων το ’22, διαδικασίες σημαντικότατες για την αστική του εξέλιξη. Δε θα επεκταθούμε πάνω σε αυτές, αν και σχεδιάζουμε να επανέλθουμε…

Τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου στην Ελλάδα, ακολουθούν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’44 στην Αθήνα, και ο εμφύλιος πόλεμος. Η γεωγραφία του πληθυσμού της χώρας αλλάζει βίαια. Κάτοικοι των περιοχών που δραστηριοποιείται ο ΔΣΕ είτε εκδιώκονται κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, και οδηγούνται στις πόλεις ώστε να απογυμνωθεί ο χώρος δράσης των ανταρτών από την κοινωνική βάση που τον υποστήριζε, είτε φεύγουν αναγκαστικά ώστε να γλιτώσουν εξορίες και φυλακίσεις μετά την ήττα, είτε δεν τις γλιτώνουν… Στο τέλος του Εμφυλίου έχουν εκτοπιστεί από την ύπαιθρο περίπου 700 χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι έχουν καταφύγει στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στην Αθήνα. Από τις 700 χιλιάδες, οι 150 περίπου είναι παιδιά, 55 χιλιάδες από τα οποία εγκλείστηκαν στις «παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης. Από εκεί και πέρα, οι ελληνικές πόλεις αρχίζουν να παίρνουν τη μορφή που έχουν σήμερα. Η Αθήνα γιγαντώνεται. Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκει αναπτυξιακή διέξοδο στην οικοδομή αλλά με διαφορετικό τρόπο από ότι γινόταν στις δυτικές μητροπόλεις. Εδώ την οικονομική αυτή δραστηριότητα δεν την αναλάμβαναν μεγάλα κεφάλαια αλλά μικρά και όλη η διαδικασία γινόταν με έναν κοινωνικά διάχυτο τρόπο.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Έχουμε το τεράστιο πλήθος των «ανταρτόπληκτων» και άλλων πληθυσμών που κατακλύζουν την Αθήνα και τον Πειραιά αλλά και άλλες μεγάλες πόλεις. Το ’52, τις τελευταίες μέρες της κυβέρνησης Πλαστήρα, και λίγο πριν την κυβέρνηση Παπάγου δημοσιεύεται η «έκθεση Βαρβαρέσου» που δίνει τις γενικές κατευθύνσεις ανασυγκρότησης και ανάπτυξης της ελληνική οικονομίας. Η οικοδομή θεωρείται και πριμοδοτείται ως ο πιο δυναμικός και άμεσης απόδοσης τομέας δράσης του κεφαλαίου, χωρίς να χρειάζεται βοήθεια από το κράτος. Το ’55 θεσμοθετείται ο νέος Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός. Με δυο λόγια: αύξηση του συντελεστή δόμησης και αντιπαροχή.

Οι πιο εύποροι από τους νέους κάτοικους, ας πάρουμε την Αθήνα για παράδειγμα που υπέστη και τους μεγαλύτερους μετασχηματισμούς, εγκαθίστανται είτε στις περιφερειακές του κέντρου συνοικίες (Παγκράτι, Κυψέλη, Αμπελόκηποι και Πατήσια) σε διαμερίσματα νέων πολυκατοικιών, είτε σε μονοκατοικίες πυκνώνοντας τα παλιά γύρω χωριά που τώρα γίνονται προάστια. Στα στρώματα αυτά του πληθυσμού αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του και ο καταναλωτισμός, με προδιαγραφές, βέβαια, δεκαετίας ’50 και ’60, εισαγόμενα ψυγεία, πλυντήρια, πικ-απ κλπ. (όπως τα έχουμε χιλιοδεί στις ελληνικές ταινίες της εποχής). Η μεγάλη μάζα, όμως, κτίζει αυθαίρετα, εκτός σχεδίου πόλης, πάνω σε χωράφια που κατατεμαχίζονται και πωλούνται για οικόπεδα κυρίως στα δυτικά της Αθήνας. Ο ΓΟΚ προβλέπει πως η οικοδόμηση επιτρέπεται σε οικόπεδα μεγαλύτερα των 2 με 4 στρεμμάτων, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα εκμετάλλευσης αρθρώνεται γύρω από την ανάγκη για στέγαση του φτωχού κόσμου και ο περιορισμός αυτός δεν έχει πρακτικά καμία ισχύ. Το κύκλωμα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, χωροφυλάκων, τοπικών βουλευτών, εμπόρων οικοδομικών υλικών κλπ. καταφέρνει να εξασφαλίζει την ανοικοδόμηση σε μικρά οικόπεδα των 100-150 τετραγωνικών. Αυτοί που θα ζήσουν σε αυτές περιοχές, αγοράζουν με δόσεις τα οικόπεδα και με προσωπική κυρίως εργασία χτίζουν τα σπίτια τους και εξασφαλίζουν μια στέγη. Ολόκληρες περιοχές χτίζονται με αυτό τον τρόπο, για τις οποίες το κράτος έρχεται κατόπιν να «δώσει λύση» εντάσσοντάς τες στο Σχέδιο Πόλης, μεταφέροντας έτσι το πρόβλημα της αυθαίρετης δόμησης παραδίπλα, όπως θα έλεγε και ο Engels, στα όρια του εκάστοτε Σχεδίου. Η κρατική πολιτική της «μη παρέμβασης» στην οικονομία αποδεικνύεται «παρέμβαση με τα μπούνια», αφού μεγάλα τμήματα του κρατικού μηχανισμού, όπως είπαμε, εμπλέκονται ώστε να λειτουργεί ρολόι το όλο σύστημα. Τα παραπάνω ισχύουν, λίγο πολύ, για όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις.

Ταυτόχρονα, το κράτος παρεμβαίνει και τυπικά. Συντάσσονται οδηγίες για τα πολεοδομικά σχέδια και εκπονούνται νέα σχέδια για την Αθήνα από το κράτος, τη δημοτική αρχή και άλλους φορείς (π.χ. το γραφείο Δοξιάδη). Τα σχέδια αυτά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού αποτυπώνουν και την ιδεολογία της αστικής τάξης για τον τρόπο κυριαρχίας της επί του χώρου της πόλης, στην οποία είχε στριμωχτεί για τα καλά στα Δεκεμβριανά. Το μοτίβο των σχεδίων είναι κλασικό. Ίδρυση νέου Διοικητικού Κέντρου σε τόπο μακρινό από το σημερινό (στα Μέγαρα ή στον Κηφισό), για να έχουν τα νώτα φυλαγμένα, διανοίξεις δρόμων μέσα από συνοικίες (π.χ. του Ψυρρή που τόσο είχε δυσκολέψει τους Άγγλους στην κατάληψή του, αφού οι αντάρτες ανατίναζαν τα γωνιακά κτίρια για να φράξουν τα στενά δρομάκια και να μη μπορούν να διέρθουν τα άρματα μάχης του εχθρού), μπάζωμα ρεμάτων (που λειτουργούσαν ως φράγματα προστατεύοντας τις εργατικές συνοικίες, π.χ. την Καισαριανή από την επέλαση των στρατευμάτων) και μετατροπή τους σε φαρδείς δρόμους, πάντα με το πρόσχημα της καλύτερης κυκλοφορίας, με ΙΧ φυσικά. Κάποια από τα σχέδια υλοποιούνται, τα περισσότερα όχι, για οικονομικούς βέβαια λόγους, αφού το κύκλωμα εκμετάλλευσης της αστικής γης αντιδράει σθεναρά, δεν είναι διατεθειμένο να παραχωρήσει ούτε σπιθαμή γης και άλλωστε, είναι καλά ριζωμένο μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς. Από την άλλη, το ’55, ο Καραμανλής, ως Υπουργός Δημοσίων Έργων της κυβέρνησης Παπάγου ξηλώνει «πραξικοπηματικά», χωρίς καν τις τυπικές κρατικές εγκρίσεις το τραμ της Αθήνας, και το ’57 ως πρωθυπουργός, αυτό της Θεσσαλονίκης, ξεκινά ένα πρόγραμμα κατασκευής οδικών αξόνων και γενικά προωθεί με κάθε τρόπο την ιδιοκτησία και χρήση του ΙΧ. Η πριμοδότηση του ΙΧ και των οδικών μεταφορών είναι αντίστοιχη με αυτή που συμβαίνει στις υπόλοιπες δυτικές χώρες. Έτσι, οι ελληνικές πόλεις αναπτύσσονται κατά μήκος των εθνικών οδών Πάτρας – Αθήνας – Θεσσαλονίκης – Καβάλας, σε σχήμα S (γι’ αυτό η Ήπειρος και η Πελοπόννησος φαντάζουν στους από ‘δω terra incognita).

Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται για 20 χρόνια. Το ’68, εν μέσω χούντας, και αφού η οικοδομική αγορά φαίνεται να οδεύει προς κορεσμό, ύστερα από πιέσεις του κυκλώματος της οικοδομής που διψά για νέες αγορές, αυξάνονται οι συντελεστές δόμησης σε όλη τη χώρα περίπου κατά 30%. Αυτό σήμανε την καταστροφή μικρών πόλεων και οικισμών που γέμισαν με πολυκατοικίες, αλλά κυριότερα, την ριζική εμπορευματοποίηση της κατοικίας. Μην ξεχνάμε πως στις συνοικίες που εγκαταστάθηκαν οι νέοι κάτοικοι μετά τον εμφύλιο, είχαν χτίσει οι ίδιοι τα σπίτια τους. Το μεγάλο κεφάλαιο δεν ενεπλάκη στη νέα διαδικασία προαστιοποίησης (δεν χτίστηκαν προάστια από μεγάλες εταιρείες όπως στο εξωτερικό), πράγμα που έκανε το ίδιο κύκλωμα του μικρομεσαίου κεφαλαίου, με την εμπλοκή, όμως, πλέον και των μικροοικοπεδούχων που έδιναν αντιπαροχή τα σπίτια τους. Έτσι, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού βρέθηκαν να έχουν στην ιδιοκτησία τους 1-2 διαμερίσματα στις νέες πολυκατοικίες. Η ιδιοκτησία κατοικίας στην Ελλάδα, προωθήθηκε με αυτόν τον τρόπο και όχι με δάνεια και φοροαπαλλαγές όπως στην πλειοψηφία των περιπτώσεων του εξωτερικού, αποτελώντας βασικό μηχανισμό ενσωμάτωσης, όπως και στο παράδειγμα των ΗΠΑ. Η εμπλοκή αυτή μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού με το κύκλωμα της οικοδομής καθιστά ανύπαρκτες τις αντιδράσεις στην καταστροφή των πόλεων, γεγονός που άρχίζει να εκδηλώνεται αφού έχει γίνει το κακό.

Μετά και τις ανακατατάξεις του πληθυσμού εντός των πόλεων (αλλά και της βιομηχανίας που αναπτύσσεται στις δεκαετίες ’60 και ’70 μέσω ξένων επενδύσεων, με την αντίστοιχη αύξηση των βιομηχανικών εργατών), διαχωρίζονται οι πιο αστικές από τις πιο εργατικές συνοικίες. Οι πλουσιότεροι φεύγουν προς τα πιο υγιεινά προάστια, μετά τη συμφόρηση του κέντρου από τα ΙΧ, και οι εργάτες διαμένουν σε συνοικίες κοντά στις βιομηχανίες. Ο τρόπος ζωής είναι αντίστοιχος. Μπορεί να ειπωθεί πως «προαστιακή ζωή» με την έννοια που της άσκησαν κριτική τα κινήματα του ’60, διαβιούσαν μόνο τα μεσαία και μεγαλοαστικά στρώματα που ζούσαν στα πολύ αναβαθμισμένα προάστια – κηπουπόλεις. Το υπόλοιπο τεράστιο τμήμα του πληθυσμού, ζούσε σε συνθήκες που μοιάζανε με αυτές του κέντρου της πόλης, χωρίς όμως να έχουν τα πλεονεκτήματα της κεντρικότητας. Η κοινότητα, όμως της εργατικής συνοικίας με τα μικρά σπίτια και τη χρήση του δρόμου ως δημόσιου χώρου όπου βρίσκονταν τα μέλη της ίδιας τάξης είχε χαθεί. Ο μικροαστικός τρόπος ζωής και η αντίστοιχη πολιτική τοποθέτηση είναι προ των πυλών και τη δεκαετία του ’80 θα γίνει γεγονός για μεγάλα κομμάτια της πρώην εργατικής τάξης, που τη δεκαετία του ’70 ήταν ακόμα, αρκετά ατίθαση.

Κάνοντας τη σύγκριση, λοιπόν, με τις αντίστοιχες διαδικασίες στις δυτικές χώρες, βλέπουμε μια σχετική ενοποίησή τους, η οποία, όμως δεν είναι πλήρης και γίνεται με τρόπο που να αντιστοιχεί στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η προαστιοποίηση προχωρά και εδώ, μόνο που είναι τα μικρομεσαία κεφάλαια αυτά που αναλαμβάνουν δράση κάτω από ένα μοντέλο laissez-faire και η ιδιοκτησία κατοικίας λειτουργεί, όπως και στις ΗΠΑ, σαν μηχανισμός ενσωμάτωσης. Το κράτος σπρώχνει, όχι με δάνεια και φοροαπαλλαγές αλλά συντηρώντας και υποθάλποντας το όλο κύκλωμα της οικοδομής. Το αυτοκίνητο και οι αυτοκινητόδρομοι πριμοδοτούνται, αλλά πολλές φορές τα σχέδια για διανοίξεις σκοντάφτουν πάνω στα συμφέροντα της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας και έτσι διατηρείται η μορφή της συμπαγούς πόλης – η ανάπτυξη γίνεται λοιπόν καθ’ ύψος. Από την άλλη, εξεγέρσεις ενάντια στο νέο τρόπο ζωής και τη νέα πόλη δεν είχαμε στην Ελλάδα, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, και επιπλέον λόγω της χούντας. Τα χρόνια αυτά η κοινότητα διαλύεται και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού οδηγούνται στη μικροαστικοποίηση για να τα παραλάβει η δεκαετία του ’90, να τα απογειώσει, και να τα προσγειώσει (ανώμαλα) σήμερα.

Τι γίνεται, λοιπόν, σήμερα (ή τι γινόταν μέχρι να ξεσπάσει η τρέχουσα κρίση) στον κόσμο; Καταρχήν υπήρξε μια έκρηξη της ανοικοδόμησης σε πολλές «περιφερειακές» χώρες. Ολόκληρες πόλεις ουρανοξυστών στο Ντουμπάι, ακραία αστικοποίηση στην Κίνα, τεράστια project αυτοκινητοδρόμων φραγμάτων κλπ. Την αστικοποίηση με ουρανοξύστες, ακολουθεί η αστικοποίηση με παραγκουπόλεις, ακριβώς δίπλα (με κάποιο τοίχο ή αυτοκινητόδρομο ανάμεσα). Το κεφάλαιο βασισμένο στα ενυπόθηκα δάνεια (τα δάνεια για την αγορά κατοικίας) τα οποία πακετάριζε, ανακάτευε με άλλα χρηματοπιστωτικά καλούδια και αγοροπωλούσε σε όλο τον κόσμο, ξεσάλωσε για 20 χρόνια, για να οδηγήσει στο σκάσιμο της φούσκας και στην πυροδότηση της σημερινής κρίσης. Οι πόλεις με τη σειρά τους, κατακερματίζονται, διαιρούνται σε επικράτειες με πρωτόκολλα εισόδου και χρήσης, γίνονται πόλεις των περιτειχισμένων κοινοτήτων για τους πλούσιους, των γκέτο για τους φτωχούς, των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων χώρων οι οποίοι βρίσκονται υπό συνεχή επιτήρηση. Στα διάφορα lifestyle (ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και την «προσωπική» επιλογή του καθενός) προσφέρεται και ο αντίστοιχος χώρος κατανάλωσης (εμπορικά κέντρα, multiplex, μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, καταστήματα μόδας), ο τρόπος ζωής έχει αποικιοποιηθεί σχεδόν πλήρως από το εμπόρευμα και το θέαμα. Η συλλογική δράση υποχωρεί μπροστά στην πανούκλα του νεοφιλελευθερισμού και η ατομική ιδιοκτησία αναγορεύεται στην ανώτερη αξία, γεγονός που οδηγεί σε τοπικούς φασισμούς σε γειτονιές όπου οι ενώσεις ιδιοκτητών αναλαμβάνουν δράση. Παράλληλα, η «συσσώρευση μέσω της έξωσης», αποκτά μια τεράστια δυναμική, σε δύση και ανατολή, βορρά και νότο, όπου γη δυνητικά ψηλής αξίας, βρίσκεται εδώ και χρόνια κατειλημμένη, καταπατημένη, και όπως και να ‘χει χρησιμοποιείται από τους φτωχούς για να διαμένουν.

Στην Ελλάδα, παρακολουθούμε τις ίδιες διαδικασίες, ένδειξη ότι αυτές έχουν γίνει όντως παγκόσμιες. Όσον αφορά στην έκρηξη της ανοικοδόμησης, δεν είναι και λίγα τα έργα που έχουν υλοποιηθεί ούτε αμελητέος ο τρόπος με τον οποίο άλλαξαν το χώρο. Το «διαμάντι» αποτελεί το μεγα-project των Ολυμπιακών Αγώνων, το οποίο έχει ένα σημαντικό μερίδιό ευθύνης για τη σημερινή κρίση. Πέρα από αυτό, έχουμε την ανοικοδόμηση ενός ολοκαίνουργιου εθνικού οδικού δικτύου (φυσικά με ΣΔΙΤ, βλέπε πληρώνει-το-δημόσιο-κερδίζει-ο-ιδιώτης), την Αττική οδό, σχέδια για πολλές άλλες οδούς στην Αττική, για υποθαλάσσιες στη Θεσσαλονίκη και υλοποίηση περιφερειακών αξόνων σε πολλές πόλεις. Επίσης, χτίσιμο φραγμάτων, ολόκληρων πόλεων για τουρίστες (όπως στη Μεσσηνία), τεράστιων ξενοδοχειακών μονάδων και πολυτελών εξοχικών κατοικιών που όλως τυχαίως ξεφυτρώνουν σε εκτάσεις όλως τυχαίως καμένες ένα δυο καλοκαίρια νωρίτερα. Ταυτόχρονα, μεγάλα εμπορικά κέντρα (Malls, Πολιτείες κλπ.), μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων (σαν τα ΙΚΕΑ, τα Carrefour, τα Leroy Merlin), multiplex κινηματογράφοι (Village, Stair) στα προάστια, αλλά και σε μικρότερη κλίμακα
αλυσίδες McDonalds, Goody’s, καταστημάτων υψηλής μόδας και πιο «ευτελούς» (Zara, Bershka, H&M κλπ.), διαμορφώνουν τα σύγχρονα τοπία της κατανάλωσης. Όχι μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη˙ μια βόλτα να κάνει κανείς γύρω από τη Λάρισα για παράδειγμα θα καταλάβει το μέγεθος της διαδικασίας. Για να διαμορφωθούν οι ναοί και τα ξωκλήσια της κατανάλωσης παίρνει μπροστά και εδώ η μηχανή της συσσώρευσης μέσω της έξωσης. Οι αναπλάσεις και οι εξευγενισμοί σε κεντρικές και λιγότερο κεντρικές περιοχές είναι πλέον συνηθισμένη πρακτική εδώ και χρόνια: Μεταξουργείο, Πετράλωνα και ακόμη χειρότερα Λαδάδικα, Ψυρρή, Γκάζι. Οι πρώην κάτοικοι εκδιώκονται μέσω του οικονομικού μηχανισμού της ανόδου των τιμών των ακινήτων και αν πρόκειται για μετανάστες ή για τσιγγάνους τα γκλομπ αναλαμβάνουν τη δουλειά. Οι οικισμοί αυτών των πληθυσμιακών ομάδων αποτελούν και την ελληνική version των παραγκουπόλεων (μην ξεχνάμε τον οικισμό της Πάτρας ο οποίος γκρεμίστηκε και τελικά κάηκε με μια επιχείρηση των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας). Όταν δε διαμένουν σε παραγκουπόλεις και καταυλισμούς, το ευνοϊκό σενάριο για αυτούς είναι να είναι και να παραμείνει χαμηλής αξίας και υποβαθμισμένη η περιοχή τους και το δυσμενές να μένουν στο κέντρο της Αθήνας…

Οι πόλεις κατακερματίζονται σε επικράτειες, των οποίων τα σύνορα σηματοδοτεί, επικυρώνει και ελέγχει η παρουσία της αστυνομίας, «δημόσιας» και ιδιωτικής. Η οδός Ιπποκράτους είναι το πιο εύγλωττο παράδειγμα χωρίς να είναι το μοναδικό. Οι κοινότητες των πλουσίων, οι διάφορες Εκάλες και Πανοράματα, περιχαρακώνονται όλο και περισσότερο, αν και όχι τόσο ριζικά όσο γίνεται στις πόλεις των ΗΠΑ. Εδώ είναι η μάντρα της βίλας που σηματοδοτεί την οχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας και δεν υπάρχει καν η ψευδαίσθηση της κοινότητας που προσφέρουν τα διάφορα κινήματα της «νέας πολεοδομίας» στο εξωτερικό. Βέβαια, στο βαθμό που υπάρχουν συγκροτήματα πολυτελών κατοικιών, συμβαίνει και αυτό. Από την άλλη υπάρχουν οι περιοχές εγκατάστασης των πιο εξαθλιωμένων, οι οποίες καθορίζονται από το κράτος, είτε αυτό γίνεται επίσημα, είτε ανεπίσημα, και πολλές φορές η χωροθέτησή τους εξυπηρετεί στο σχεδιασμό του κύκλου υποβάθμιση – αγορά σε φτηνή τιμή – ανάπλαση/ανοικοδόμηση – πώληση σε ψηλή τιμή από τους εργολάβους και τις εταιρείες realestate. Και στη μέση των δύο αυτών άκρων, οι τεράστιες, αχανείς και σχεδόν αδιαφοροποίητες περιοχές της μικροαστικής κατοικίας, είτε όπως διαμορφώθηκε στα ‘60s και στα ‘70s, είτε όπως διαμορφώθηκε με τα προάστια των ‘90s.

Τα ‘90s είναι και η εποχή ραγδαίων μετασχηματισμών της ελληνικής κοινωνίας. Αντίστοιχα μετασχηματίζεται και η ζωή στις πόλεις. Τα ΜΜΕ (η ιδιωτική τηλεόραση, το ΚΛΙΚ, το ΝΙΤΡΟ, η ΕΣΠΡΕΣΣΟ…), η προέλαση του νεοφιλελευθερισμού, οι προσδοκίες κοινωνικής ανόδου, ο καταναλωτισμός με κάθε μέσο (δηλαδή με πιστωτικές κάρτες), τα διάφορα lifestyles, οι emo, οι trendy, οι εναλλακτικές, οι λαϊκοί κλπ., πάντα αποικιοποιημένα από το εμπόρευμα, όλα έχουν το μερίδιό τους στη δημιουργία της εξατομικευμένης κοινωνίας, όπου οι συλλογικοί αγώνες των προηγούμενων δεκαετιών δεν αποτελούν καν ανάμνηση για μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Για περίπου δυο δεκαετίες οι πληθυσμοί της προηγούμενης παραγράφου (εκτός βέβαια από τους πιο εξαθλιωμένους) διασκεδάζει και καταναλώνει στις περιοχές της προπροηγούμενης, με αυτή την αναψυχή και την επιδεικτική κατανάλωση μαζί και με την με κάθε τρόπο προσπάθεια για κοινωνική άνοδο (βλέπε πάτημα επί πτωμάτων) να έχουν γίνει οι κυρίαρχες αξίες. Συνέπεια της εξατομίκευσης και της λατρείας της ιδιοκτησίας είναι ο ρατσισμός που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί στους εντοπισμένους σε διάφορες γειτονιές φασισμούς, όπως παράδειγμα γίνεται με τη δράση των φασιστικών επιτροπών «αγανακτισμένων πολιτών» στον Αγ. Παντελεήμονα, ή «αγανακτισμένων εμπόρων» στην Ερμού.

Στην απέναντι πλευρά, όλη η παραπάνω κατάσταση, η έρημος της εξατομικευμένης κοινωνίας και της κατακερματισμένης και διαχωρισμένης πόλης που της αντιστοιχεί, δεν μπορεί παρά να προκαλεί αντιδράσεις. Στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ελλάδας, με τη μικροιδιοκτησία να έχει καθορίσει την αξιοποίηση και τη διαμόρφωση του χώρου της πόλης και να έχει οδηγήσει σε ριζική συρρίκνωση και έλλειψη δημόσιων χώρων, οι διεκδικήσεις των διαφόρων πρωτοβουλιών που εμφανίζονται να δρουν στην πόλη, συνήθως περιστρέφονται γύρω από αυτό ακριβώς το επίδικο. Πόσο μάλλον σήμερα που απειλούνται ακόμα και οι ελάχιστοι τέτοιοι χώροι από την εμπορευματική αξιοποίηση, το μεσαίο ή το μεγάλο κεφάλαιο τους διεκδικεί για να χτίσει parking, πολυκατοικίες, εμπορικά κέντρα. Να μην αφήσει, δηλαδή, σπιθαμή γης αναξιοποίητη. Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα. Μόνο για την Αθήνα μιλώντας: Πάρκο Ελληνικού, πλατείες στου Ζωγράφου, ολόκληρος ο Υμηττός, το παραλιακό μέτωπο της Αθήνας, τα λιπάσματα της Δραπετσώνας…

Με την κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη φαίνεται οι ρυθμοί ανοικοδόμησης να έχουν μειωθεί, έργα να έχουν παγώσει και projects να έχουν ακυρωθεί. Μη γελιόμαστε όμως. Είναι κατεξοχήν σε συνθήκες κρίσης που ψάχνει το κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί νέους χώρους να αποικιοποιήσει. Αν η λύση στην κρίση δεν έρθει από τα κάτω το κεφάλαιο θα επανέλθει δριμύτερο και βιαιότερο. Και η λύση στην κρίση δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από τον έλεγχο από τα κάτω της υπεραξίας και άρα και της χρήσης της στη διαμόρφωση της πόλης. Τα κινήματα της πόλης, αμυνόμενα στην εμπορευματική αξιοποίηση του δημόσιου χώρου, αυτό που κάνουν είναι να εμποδίζουν τον κύκλο του κεφαλαίου, την επέκτασή του και άρα δυσκολεύουν τη ζωή του και αυτό είναι που πρέπει να κάνουν. Στην ουσία να συνεισφέρουν στην κρίση του κεφαλαίου. Και μέσα από τη δράση τους να φτιάξουν δομές ζωής εναλλακτικές και αντιθετικές με το υπάρχον.

Ίσως το πεδίο της πόλης να είναι αυτό στο οποίο να μπορέσουν να συναντηθούν τα διάφορα ανταγωνιστικά στον καπιταλισμό υποκείμενα για να διεκδικήσουν μια καινούργια πόλη η οποία θα συνεπάγεται μια καινούργια ζωή, και το ανάποδο. Ο τόπος της πόλης είναι σίγουρα αυτός που θα φιλοξενήσει τη δράση τους. Η πόλη, όπως έδειξε και ο Harvey, είναι το πεδίο όπου πολώνεται τόσο ο ανταγωνισμός γύρω από την υπεραξία, όσο και γύρω από τη ίδια τη ζωή, με όλο τον πλούτο που θα μπορούσε να έχει και σήμερα δεν τον έχει. Δρώντας στην κατεύθυνση της διεκδίκησης μιας άλλης πόλης οξύνουμε τις αντιφάσεις του κεφαλαίου και παράλληλα διαμορφώνουμε το νέο τρόπο ζωής που ονειρευόμαστε. Γινόμαστε η εικόνα από το μέλλον που συγκρούεται με το παρόν, στο παρόν.

This entry was posted in Τεύχος 1 and tagged , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *