Mια μέρα στη ζωή μιας Olympia

κατεβάστε το pdf εδώ

Ξύπνησα το πρωί και το κεφάλι μου έλεγε να σπάσει. Τέρμα πια, δεν ξαναπίνω ποτέ!! Πρέπει να ακούσω επιτέλους τους «ειδικούς» που λένε ότι οι γυναίκες δεν αντέχουν το ποτό «όπως οι άντρες» και να μιμηθώ τις κοπέλες που περνάνε ολόκληρο το βράδυ πιπιλώντας το ένα και μοναδικό χρωματιστό ποτό τους. Εγώ βέβαια κοροϊδεύω, αλλά αυτές ξέρουν τί κάνουν. Δεν αφήνουν το βιός τους στο μπαρ, δεν ξυπνάνε το άλλο πρωί με το κεφάλι καζάνι και σε καμία περίπτωση δε μοιάζουν με «εργάτη στο διάλειμμα από την οικοδομή».

Τελοσπάντων, εγώ και το ποτό τελειώσαμε. Με αυτόν τον αφορισμό και με τη διάθεση που σου δίνουν οι μεγάλες αποφάσεις σύρθηκα από το κρεβάτι προς την τουαλέτα. Η φάτσα μου στον καθρέφτη δεν ήταν και το πιο απολαυστικό θέαμα. Ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό η γιαγιά μου που πάντα έλεγε -και εφάρμοζε- ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να γελάνε ανεξέλεγκτα γιατί κάνουν ρυτίδες. Πράγματι η γιαγιά μου ακόμα και σήμερα, στα 85 της και με τα πρώτα σημάδια της άνοιας, γελά με το πρόσωπο ανέκφραστο σα να έχει πάθει ψύξη. Μάλιστα. Ξεχνά τί έφαγε σήμερα και τί δουλειά κάνει η εγγονή της, αλλά ποτέ δεν ξεχνά πώς να διατηρεί τη νεανική της φρεσκάδα. Αυτή είναι μάλλον η σωματική μνήμη που λένε.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά είχα πλέον στη διάθεσή μου μόνο πέντε λεπτά. Πέντε λεπτά;; Και πώς να προλάβω να αποφασίσω!! Δεδομένο πρώτο: πρέπει να φαίνομαι καλή γιατί πάω για δουλειά. Δεδομένο δεύτερο: έχει αφύσικη ζέστη. Πρέπει λοιπόν να βάλω κάτι αεράτο αλλά όχι και πολύ αποκαλυπτικό, κάτι δροσερό αλλά που να κρύβει τις σωματικές ατέλειες… Ουφφ! Και καθώς σκεφτόμουν όλες τις παραμέτρους αυτού του δυσεπίλυτου προβλήματος της κβαντικής φυσικής, συνειδητοποιώ ότι στέκομαι μπροστά στη μπαλκονόπορτα με τα εσώρουχα. Ωραία. Έδωσα στον κύριο Παντελή και την κυρία Άννα ένα πρωινό θέαμα, εναλλακτικό προς το πρωινάδικα. Και όλα αυτά καλά, αρκεί να μη με πήρε μάτι ο γνωστός-άγνωστος ανώμαλος της γειτονιάς, που κανείς δε γνωρίζει ποιός είναι, αλλά όλοι ξέρουν ότι βρίσκεται κρυμμένος απέναντι να κοιτάει κάθε φορά που η εκάστοτε κοπέλα βρεθεί στο παράθυρο άπρεπα ντυμένη.

Φόρεσα στα γρήγορα μια φούστα μέχρι το γόνατο και μια μπλούζα που έδειχνε λίγο παραπάνω στήθος απ’ ότι θα ήθελα κι έφυγα. Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι η αγωνία μου για τα ρούχα που θα φορούσα ήταν ολότελα ανούσια, καθώς το ντεκολτέ μου ήταν το μόνο πράγμα που έδειχνε να κεντρίζει το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού. Τελικά η ουσία δεν είναι να κρύβεις αυτά που δε θέλεις να φανούν, αλλά να επιδεικνύεις αυτά που θέλεις (ή μάλλον θέλουν). Πράγματι, όλες οι κοπέλες στο λεωφορείο είναι ντυμένες με βάση τον κανόνα «δείξε τα δυνατά σου σημεία». Γύρω μου ντεκολτέ, ξώπλατα, κολλητά, μίνι. Και ενώ περιέφεραν με καμάρι τα «προσόντα» τους κερδίζοντας το έπαθλο των αντρικών βλεμμάτων, ταυτόχρονα τραβούσαν αμήχανα τα υφάσματα που τις κάλυπταν για να τα κρύψουν. Μάταιο. Ίσως την επόμενη φορά θα το ξανασκεφτείς πριν το βάλεις, αντί να κάνεις άσκοπες διορθωτικές κινήσεις κατόπιν εορτής, σκέφτομαι καθώς τραβάω μανιωδώς το μπλουζάκι μου.

Κατέβηκα από το λεωφορείο και συγκεντρώθηκα στην ανεύρεση του μαγαζιού όπου μου είχε πει ο τύπος να συναντηθούμε για να συζητήσουμε για την υποτιθέμενη δουλειά. Δεν είμαι σίγουρη, αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι κανένας άντρας που ψάχνει δουλειά δε συναντιέται με το επίδοξο αφεντικό του σε καφετέριες. Εκεί συναντιέσαι όταν θες να βγάλεις γκόμενα, όχι υπάλληλο. Δεν έχω αποκλείσει ακόμα την ιδέα ότι σε κάτι τέτοιο αποσκοπεί και ο εν λόγω κύριος, αλλά αποφασίζω να του δώσω αυτήν την ευκαιρία, κυρίως γιατί έχω ανάγκη τη δουλειά. Συμβιβάζομαι λοιπόν με τη θέση μου: μικρότεροι μισθοί από τους άντρες, μικρότερες πιθανότητες για βελτίωση της θέσης, ΑΛΛΑ ευτυχώς επαγγελματικά ραντεβού σε χώρους διασκέδασης, όπου ο εργοδότης μπορεί να σε τσεκάρει με την ησυχία του. Όμορφα. Αλλά έπρεπε να το είχα σκεφτεί ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα όταν είδα ότι στην αγγελία ζητούσε «νέα αρχιτεκτόνισσα»…

Και πάνω που αναλογιζόμουν αν ακόμα εντάσσομαι στην κατηγορία των «νέων» του επαγγέλματός μου, πήρε το μάτι μου την αφίσα. Τί την πήρε το μάτι μου δηλαδή, που η εν λόγω καταχώρηση έβγαζε μάτι! Ένα ακέφαλο αλλά πλούσιο μπούστο, ενδεδυμένο με εύθραυστες και αρκούντως αποκαλυπτικές δαντέλες, μου υποσχόταν ότι αν τιμούσα τους στηθόδεσμους της εταιρίας της οποίας τα συμφέροντα εξυπηρετούσε θα κατάφερνα να «τον ξεκολλήσω από τη μπάλα». Μάλιστα. Η ευχή μου έγινε λοιπόν πραγματικότητα! Επιτέλους βρήκα στο σουτιέν αυτό έναν πιστό και ικανό σύμμαχο στον αγώνα εκποίησης του σώματός μου με αντίτιμο την αποκόλληση του συντρόφου μου από τη σατανική μπάλα!

Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι δεν είναι μόνο αυτή η αφίσα που με δελέαζε να γίνω «σωστή γυναίκα», αλλά σχεδόν όλο το έντυπο υλικό που με περιστοίχιζε. Πώς να γίνω καλή νοικοκυρά, πώς να κάνω επίπεδη κοιλιά, πώς να αφαιρέσω την ανεπιθύμητη ή και όλη την τριχοφυΐα μου, πώς να του κάνω τον τέλειο καφέ… Γενικά πώς να γίνω όπως με θέλει εκείνος. Μα ποιός είναι πια αυτός ο τύπος; Ο φίλος μου; Ο πατέρας μου; Ο «αφεντικός» που με περιμένει στο καφέ; Μια χαρά την έχει. Όποιος κι αν είναι. Κι αν ακόμα δεν έχει κάποια γυναίκα στη ζωή του μπορεί να βρει. Να πάει παραδείγματος χάριν μια εκδρομή με κάποια παράταξη του πανεπιστημίου. Εξάλλου, όπως προπαγανδίζουν οι αφίσες τους, στους εξωτικούς προορισμούς όπου μπορεί να φτάσει και να γίνει κοινωνός της φαντασίωσης, έναντι ελάχιστου συγκριτικά με τα οφέλη αντιτίμου, θα πάθει «βουνόπλακα», θα γίνει «βουνοθύελλα», κ.ο.κ. Ωστόσο, θέλει προσοχή, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι «τρίχα από Μ…ύκονο καράβι σέρνει»…

Κι αν ο κύριος δε θέλει να τον σύρει σαν καράβι η Μ…ύκονος κάποιας κυρίας που δεν υπέκυψε στο δέλεαρ των προϊόντων αποτρίχωσης της αφίσας στην προηγούμενη γωνία, τότε μπορεί να αναζητήσει τις απολαύσεις του σε χώρους όπου η υποταγή πωλείται και αγοράζεται. Σε επιλεγμένους, αλλά γνωστούς τοις πάσει, δρόμους της πόλης μπορεί να βρει γυναίκες σχεδόν γυμνές, πολύ όμορφες, κυρίως μικρής ηλικίας ή και ανήλικες, και πάνω απ’ όλα υπάκουες και έτοιμες να κάνουν οτιδήποτε τους ζητηθεί με αντίτιμο την επιβίωσή τους. Έστριψα τη γωνία και τις είδα μπροστά μου να χώνουν στα ανοιχτά παράθυρα των αυτοκινήτων όποιο μέλος του κορμιού τους θεωρούν ότι μπορεί να κλείσει τη συμφωνία. Δεν έχουν καμία ντροπή, κανένα δισταγμό, έχουν μόνο ανάγκη.

Οι φωνές γύρω μου είχαν αρχίσει να γίνονται επιτακτικές. Μου πήρε όμως κάποια ώρα να καταλάβω ότι απευθύνονταν σ’ έμενα. Ε, βέβαια. Για να βρίσκομαι εδώ έχω προφανώς κάτι να πουλήσω. Και με στατιστική βεβαιότητα πρόκειται για το σώμα μου. Καμιά γυναίκα που σέβεται την υπόληψή της δεν περνά από εδώ. Ο δρόμος αυτός είναι ένα ράφι του σούπερ-μάρκετ. Όποιος βρεθεί πάνω του είναι εμπόρευμα και όποιος περνά εν δυνάμει καταναλωτής. Έριξα ένα άγριο βλέμμα προς το μέρος των επίδοξων αγοραστών μου, ελπίζοντας να τους σκοτώσω με αυτό ή τουλάχιστον να τους παγώσω σε ακινησία για μια αιωνιότητα, κι έστριψα επειγόντως αλλά με επίπλαστη ψυχραιμία στην πρώτη γωνία.

Ουφ! Επιστροφή στην πραγματικότητα…
Παντού γύρω μου βιτρίνες. Προϊόντα κάθε χρήσης, χρώματος και υλικού. Από αντικείμενο προς κατανάλωση έγινα και πάλι καταναλώτρια. Ή μήπως…
Μέσα στις προθήκες βλέπω κυρίως γυναίκες. Πλαστικές, ψεύτικες, χυμένες και διαμορφωμένες μέσα σε καλούπια. Πέντε λεπτά αργότερα και αφού είδα τουλάχιστον δέκα άντρες να γυρνάνε να δουν τα οπίσθια της κοπέλας που τους προσπερνούσε κάθε φορά, με πλήρη επίγνωση ότι τους είδα και σε μία περίπτωση με ένα πονηρό και συνένοχο χαμόγελο, έφτασα στο προσυμφωνημένο καφέ.

Δε μου πήρε πολλή ώρα για να καταλάβω ότι η συζήτηση με τον κύριο που μου προσέφερε τη δουλειά ήταν παντελώς ανούσια. Ο εν λόγω αφεντικός –ή μάλλον συνεργάτης– φιλοδοξούσε να με προσλάβει προκειμένου να του κάνω τις μικροδουλειές έναντι μικρομισθού και πάνω απ’ όλα να του «ομορφαίνω το γραφείο με την παρουσία μου», όπως ακριβώς είπε ο ίδιος! Ενοχλημένη, αλλά και με έντονη τη διάθεση να γελάσω στα μούτρα του, αποσύρθηκα προς την τουαλέτα στην οποία μετα βίας χωρούσες να κατουρησεις αν δεν ήσουν άντρας σε όρθια στάση. Σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο για άντρες εσύ καλείσαι να επιβιώσεις πουλώντας τη θηλυκότητα σου. Επιστρέφοντας, κοίταξα γύρω μου τις κοπέλες που έτρεχαν πάνω-κάτω κάνοντας τη δουλειά τους –προσφέροντας στους πελάτες τον καφέ τους και την παρουσία τους (ομορφαίνοντας το χώρο)– για ένα πενιχρό μεροκάματο και λίγα πουρμπουάρ στην τσέπη, εξαρτώμενα πάντα από την καλή διαγωγή τους. Κάνουμε την ίδια δουλειά, για τα ίδια στοιχειώδη αντίτιμα. Η πρόσληψή μας βασίζεται στο φύλο μας και όχι στην επαγγελματική μας ιδιότητα, επομένως δεν έχει σημασία ποιά είναι αυτή. Θα μπορούσαμε με χαρακτηριστική ευκολία να αλλάξουμε πόστο χωρίς να το καταλάβει κανείς, αρκεί να μη χάσουμε τη θηλυκότητά μας.

Δεν ξανακάθισα. Κοίταξα στα μάτια τον ευυπόληπτο κύριο που μου προσέφερε τη «δουλειά» και του δήλωσα ότι δεν είμαι αυτό που ψάχνει. Το ύφος μου ήταν βλοσυρό, αλλά επινίκιο. Καθώς αποχωρούσα, δεν μπόρεσα παρά να σκάσω ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Η «συνάδελφος» είχε περιλούσει «κατά λάθος» το «αφεντικό» με ολόκληρο το περιεχόμενο του δίσκου της! Μου χαμογέλασε και έκανε με το χέρι της το σήμα της νίκης. Οι μικρές νίκες…

Η οδύσσειά μου στην πόλη είχε ξαναξεκινήσει. Ήξερα όμως ότι δεν ήμουν μόνη.

This entry was posted in Τεύχος 1 and tagged , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *