editorial #3

Το τρίτο μας τεύχος βγαίνει σε μια περίοδο που εκ πρώτης όψης φαίνεται να επικρατεί ένα μούδιασμα και μια σχετική αδράνεια των «από κάτω», τουλάχιστον όσον αφορά την κεντρική έκφραση κάποιου κινήματος είτε στους χώρους εργασίας, είτε στην ίδια την πόλη συνολικά. Εξάλλου, η πρόσφατη συγκυβέρνηση δικομματισμού και νεοφασιστικού ΛΑΟΣ, υπό την ηγεσία ενός τραπεζίτη, αποτελώντας ένα είδος κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος, αποσκοπούσε και σε αυτό ακριβώς το πράγμα. Την εμπέδωση ενός ιδιότυπου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης υπό τον μανδύα της εθνικής συναίνεσης.

Ο όρος «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» κυρίως υπονοεί την ένταση των όρων άσκησης μιας επιθετικής και κατασταλτικής πολιτικής. Με τη διάχυση των δυνάμεων καταστολής στα κεντρικά σημεία της πόλης, την αύξηση των επιχειρήσεων «σκούπα», την εγκατάσταση μέσων επιτήρησης, τον αποκλεισμό δημόσιων χώρων και την δημιουργία κόκκινων ζωνών, παρεμβάσεων δηλαδή, που αλλάζουν ριζικά την πόλη. Από την άλλη όμως ο όρος «έκτακτη ανάγκη» περιγράφει στην κυριολεξία μια καθημερινή κοινωνική κατάσταση για πολλούς κατοίκους των πόλεων που αποβάλλονται από τους πιο θεμελιώδεις για την κοινωνική ζωή ιδιωτικούς χώρους. Ο δημόσιος χώρος αλλάζει επειδή παράλληλα αλλάζει και ο ιδιωτικός. Πυκνώνουν όλο και περισσότερο στην πόλη άστεγοι και ρακοσυλλέκτες, άνθρωποι που αποβάλλονται όχι μόνο από τον χώρο εργασίας αλλά και από τον χώρο κατοικίας τους. Και τους οποίους το κράτος συνεχίζει να καταδιώκει σαν συνέχεια της κανιβαλιστικής πρακτικής του αστισμού (όπως στην περίπτωση της εκδίωξης των ντόπιων και μεταναστών αστέγων από την κατάληψη στέγης «Επιβίωση» στην Θεσσαλονίκη).

Ωστόσο, αν ο απροκάλυπτος συνασπισμός των αστικών δυνάμεων αποτελεί σήμερα μια δεδομένη συνθήκη, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά την συναίνεση και την υποταγή των πληττώμενων κοινωνικών ομάδων, παρά τις όποιες κορώνες και τα ιδεολογήματα περί εθνικής ενότητας κλπ. Κάτι τέτοιο δείχνουν και οι κοινωνικές αντιστάσεις και οι διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε διάφορους χώρους της πόλης. Ο ηρωικός αγώνας των απεργών εργατών της Χαλυβουργίας, των εργαζομένων στο ALTER αλλά και άλλων αντίστοιχων εργατικών κινητοποιήσεων δεν αποτελούν απλώς φωτεινές περιπτώσεις σε ένα γενικά μαύρο πολιτικό σκηνικό. Η απήχηση που είχαν αυτοί οι αγώνες αλλά, κυρίως, η έμπρακτη στήριξη και αλληλεγγύη που εκφράστηκε από τους υπόλοιπους εργαζομένους και αγωνιστές, δείχνουν την σταδιακή ανάπτυξη μιας πιο συγκροτημένης συλλογικής ταξικής κουλτούρας των εργαζομένων. Ταυτόχρονα το ξεπήδημα πυρήνων επίμονου και πολυήμερου αγώνα σε χώρους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο ένα εργοστάσιο στην Ελευσίνα με έναν τηλεοπτικό σταθμό στο Περιστέρι, αναδεικνύει πτυχές της σύνθεσης της εργατικής τάξης σήμερα. Η αναγνώριση των κοινών συμφερόντων οδήγησε και σε μια παναττική απεργία, οργανωμένη εν πολλοίς, από τη βάση αυτών των πυρήνων αντίστασης. Η συνύπαρξη στο μητροπολιτικό πεδίο, σαφώς έπαιξε το ρόλο της.

Και στον αστικό χώρο όμως, τα παραδείγματα κινητοποιήσεων των κατοίκων είναι αρκετά. Η πάλη ενάντια στα «χαράτσια» -ενάντια στον εκβιασμό για διακοπή της παροχής ρεύματος- οργανωμένη συνήθως ανά γειτονιά ή στην επαρχία ανά πόλεις και νομούς, η συγκρότηση επιτροπών ανέργων επίσης ανά τόπους, η οργάνωση συλλογικών
κουζινών σε στέκια και κοινωνικά κέντρα, τα ανταλλακτικά παζάρια σε πλατείες, τα δωρεάν φροντιστήρια σε υποβαθμισμένες περιοχές κλπ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα ανάπτυξης κοινωνικών δικτύων αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης. Σίγουρα τέτοια εγχειρήματα απέχουν αρκετά από το να καλύψουν με συνέπεια και στην κλίμακα που απαιτείται τις διευρυμένες και έκτακτες κοινωνικές ανάγκες, βλέπουμε όμως μια σταδιακή, σιωπηρή αλλά επίμονη, διασπορά και μαζικοποίηση τους.

Κάπου ανάμεσα στους ζοφερούς σχεδιασμούς και πολιτικές των «από πάνω» και στις εναγώνιες προσπάθειες των «από κάτω» να συγκροτήσουν κάτι που θα τους αντιπαρατεθεί, κινείται και η θεματολογία αυτού του τεύχους. Εξετάζουμε από τη μια το κίνημα της πλατείας Συντάγματος και τις ταραχές του Λονδίνου ως δύο τελείως διαφορετικές, από πολλές απόψεις, αντιδράσεις στην πραγματικότητα και καθημερινότητα που έχουν διαμορφωθεί και συνεχίζουν να διαμορφώνονται από την επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου. Προφανώς και οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να περικλείσουν τον πλούτο των αγώνων που δίνονται παγκοσμίως από τις τάξεις των καταπιεσμένων. Αλλά είναι κατά την άποψή μας τα δύο πιο τρανταχτά γεγονότα του εξαμήνου που πέρασε στις δυτικές μητροπόλεις. Δείχνουν δύο κοινωνικές τάσεις οι οποίες θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν και μάλλον θα πρέπει να συντεθούν σε ένα ανώτερο επίπεδο.

Από την άλλη εξετάζουμε τη θωράκιση της εξουσίας απέναντι σε οποιαδήποτε αντίδραση των «από κάτω», τελικά, τον αποκλεισμό τους από το δημόσιο χώρο. Αιχμή της θωράκισης αυτής αποτελεί η στρατιωτικοποίηση της καταστολής απέναντι σε μεγάλης κλίμακας κινητοποιήσεις και εξεγέρσεις η οποία επιστρέφει, σαν μπούμερανγκ, στον κόσμο που την γέννησε, τον πρώτο κόσμο, αφού έπνιξε και πνίγει στο αίμα τους εξαθλιωμένους όλου του πλανήτη, για να στοχεύσει στην καρδιά των μητροπόλεων και των πληθυσμών τους.

Θεωρώντας, πάντως, πώς η συγκυρία που διανύουμε μοιάζει περισσότερο με την σιωπή πριν την καταιγίδα, ελπίζουμε το φθινόπωρο να μην είναι ξερό. Τα πρωτοβρόχια έχουν ήδη αρχίσει, ο κάμπος όμως θέλει πολύ νερό και η άνοιξη είναι μακριά.

This entry was posted in Τεύχος 3 and tagged . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *