Διαδικασίες ανοικοδόμησης μετά από πόλεμο: Ιράκ, Αφγανιστάν και Παλαιστίνη

Ζούμε μια παγκόσμια κατάσταση πολέμου, μια κατάσταση εξαίρεσης που τείνει να γίνει κανόνας και ατέρμονη συνθήκη. Αιώνες τώρα, ο πόλεμος αποτελεί ένα επεκτατικό και συνεχώς «ανολοκλήρωτο» φαινόμενο, το οποίο σήμερα μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μια μόνιμη κοινωνική σχέση. Παραδοσιακά, ο πόλεμος νοείται ως μια ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των κυρίαρχων πολιτικών οντοτήτων η οποία σαν στόχο έχει την κυριαρχία της μιας μοναδικής δύναμης σε κάθε επικράτεια. Ταυτόχρονα, κάθε τοπικός πόλεμος είναι μέρος ενός μεγάλου αστερισμού πολέμων, που συνδέεται τόσο με άλλες πολεμικές ζώνες όσο και με μη εμπόλεμες περιοχές.

Ο πόλεμος λειτουργεί ως η κατάσταση που η εθνικιστική κοσμοθεωρία μπορεί να ανατροφοδοτηθεί με όλα εκείνα τα εμπειρικά δεδομένα που θα επικυρώσουν τις οντολογικές έννοιες με τις οποίες δομεί και αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Μια πολεμική σύρραξη μπορεί να αποτελέσει την πράξη επιβεβαίωσης της θεωρητικής κατασκευής που προκύπτει από το εθνικιστικό φαντασιακό της εκάστοτε κοινωνίας. Είναι η πρακτική δοκιμασία λειτουργίας των ιδεολογικών εργαλείων που δημιουργήθηκαν από την ανάγκη αποτύπωσης των υπαρκτών επιθυμιών και των ταξικών συμφερόντων.

Τα όρια λοιπόν μεταξύ πολέμου και πολίτικης γίνονται ολοένα και πιο θολά. Ο Carl Clausewitz σημειώνει ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Παρότι αναγνωρίζει το γεγονός ότι οι έννοιες αυτές αφορούν σε δυο διαφορετικές σφαίρες, προσπαθεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον όποιο έρχονται σε επαφή. Ως πολιτική, εννοεί τις πολιτικές συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στα κράτη, και ως πόλεμο το ύστατο όπλο που διαθέτει και απειλεί να χρησιμοποιήσει στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του το κράτος. Άλλες απόψεις νεώτερων θεωρητικών, αμφισβητούν αυτή τη θεώρηση και υπερασπίζονται την άποψη ότι ο πόλεμος αποτελεί πρωταρχική οργανωτική αρχή της κοινωνίας, και ότι η πολιτική είναι πλέον ένα από τα μέσα του πολέμου ή μια από τις εκφάνσεις ή τις εκδοχές του. Όποια από τις δύο θεωρήσεις και αν ληφθεί ως πιο έγκυρη, σίγουρα ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια μήτρα σχέσεων εξουσίας και τεχνικών κυριαρχίας, είτε υπάρχει αιματοχυσία είτε όχι. Διακρατικός ή εμφύλιος, υποβάλλει σε ανελέητη δοκιμασία κοινωνικές θεωρίες και ιδεολογικά σχήματα, ενώ συντρίβει την πολυμορφία της ζωής και την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα σε όλες τις εκδοχές της- υλικές και άυλες.

Ετυμολογικά η λέξη πόλεμος σημαίνει: ή το πόλεις μειούν, δηλαδή μείωση ή ελάττωση της πόλης ή το πόλεις ολλύειν –όλεμος με την έννοια της εξολόθρευσης, του αφανισμού της πόλης. Η έννοια του πολέμου δείχνει λοιπόν να είναι αρκετά αλληλένδετη με αυτή της πόλης. Εντοπίζοντας σε αυτό το άρθρο μια δυναμική σχέση μεταξύ πόλης-πολέμου-πολιτικής δοκιμάζουμε να τη μελετήσουμε μέσα από τρία παραδείγματα πολέμων, του Ιράκ, του Αφγανιστάν και της Παλαιστίνης. Αναρωτιόμαστε ποιοι είναι αυτοι που χρηματοδοτούν και συντονίζουν την ανοικοδόμηση και τι σχέση έχουν με αυτούς που χρηματοδότησαν και συντόνισαν τον πόλεμο.

Είναι γεγονός ότι μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου πάνω από 300 πόλεμοι έχουν διεξαχθεί σε όλο τον κόσμο καταστρέφοντας εκατομμύρια ζωές, ολόκληρες περιοχές και πόλεις. «Τις τελευταίες δεκαετίες, δεν υπήρξε καμία μέρα χωρίς πόλεμο και κάποιο νησί σε πλήρη ηρεμία». Ο πόλεμος συνήθως νοείται ως μια μη ομαλή κατάσταση και όχι ως μια σχεδιασμένη καταστροφή. Αντίστοιχα ρόλος των εθνικών κυβερνήσεων υποτίθεται ότι είναι η αποφυγή τους. Παρόλα αυτά, τόσο κράτη που βρίσκονται σε ανάπτυξη όσο και άλλα που είναι σε κρίση, εμπλέκονται σε πολέμους μεταξύ κρατών ή και διακρατικών συμμαχιών.

Ο κάθε πόλεμος έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά τα οποία τον διαχωρίζουν και τον κατηγοριοποιούν . Αυτά μπορεί να είναι: το πεδίο εξέλιξης του πολέμου, η φύση του (πχ. ψυχρός πόλεμος), οι εμπλεκόμενοι, η γεωγραφική ζώνη, ο εμπλεκόμενος πληθυσμός, η ταχύτητα της επίθεσης (ξαφνική, απρόσμενη, τρομοκρατία, σταδιακή), η διάρκεια του πολέμου συνεπώς και η επαναληψιμότητα. Και τέλος, η μέθοδος επίθεσης (συμβατικά όπλα, χημικά και βιολογικά όπλα και πυρηνικά όπλα). Φυσικά, σημαντικό ρόλο παίζει και η κοινωνική ετοιμότητα.

Πολλοί από τους πόλεμους που έχουν διεξαχθεί έπειτα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ξεκινούν με κίνητρο την ικανοποίηση των στόχων κυρίως στρατιωτικών δυνάμεων και ακόμη περισσότερο με στόχο τη στήριξη της πολεμικής βιομηχανίας. Η ισραηλινή εφημερίδα ειδήσεων «Yediot Aharonot» (14η Μαΐου 1982) αναφέρει ότι τρεις εβδομάδες πριν από την ισραηλινή εισβολή στο Λίβανο, όταν ο Rafael «Raful» Eitan ρωτήθηκε γιατί οι ισραηλινές δυνάμεις πρέπει να επιτεθούν στο Λίβανο, απάντησε: «Αφού έχει κατασκευαστεί μια εξαιρετική συσκευή με την επένδυση δισεκατομμυρίων δολαρίων, θα πρέπει να γίνει και χρήση της». Η ζημιά που επιφέρει κάθε πόλεμος διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση και το μέγεθος της προσδιορίζεται από τα χαρακτηριστικά του πολέμου. Και όσο και αν κάποιοι πόλεμοι μπορεί να φαίνονται παρόμοιοι στις επιπτώσεις που εμφάνισαν, οι φαινομενικά μικρές ανομοιότητες που παρουσίασαν μεταξύ των μαχών και των επιθέσεων που συνέβησαν εντός του ίδιου πολέμου μπορεί να επιφέρουν τρομακτικά διαφορετικές επιπτώσεις. Αδιαμφισβήτητο, όμως, είναι το γεγονός ότι όλα τα παραδείγματα πολέμων έχουν ως πρώτες και άμεσες επιπτώσεις: τον χαμό ανθρώπων, την διάχυτη δυστυχία, την κοινωνική και υλική καταστροφή.

This entry was posted in Τεύχος 7 and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *