War (of) Games: Από τα Παιγνίδια Πολέμου, στον Πόλεμο των Παιγνιδιών

«Ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων»
«Ο Χρόνος είναι παιδί που παίζει με πεσσούς∙ και το παιδί είναι βασιλιάς»
Ηράκλειτος

Ο Πόλεμος δεν είναι παιγνίδι! Σε αυτό θα συμφωνούσαν όσοι τείνουν να ερμηνεύουν το παιγνίδι ως μια δραστηριότητα εξ’ ορισμού διασκεδαστική, ενώ τον πόλεμο ως μια αν μη τι άλλο δυσάρεστη συνθήκη αιματηρής βίας, τα κίνητρα και αποτελέσματα της οποίας αναγνωρίζονται γενικώς ως ηθικά κατακριτέα. Πέρα από αυτά, οι ουσιαστικότερες διαφορές μεταξύ πολέμου και (ανταγωνιστικού) παιγνιδιού θα μπορούσαν να συνοψιστούν στην εξής μία: στον πόλεμο, οι άνθρωποι πεθαίνουν πραγματικά∙ στο παιγνίδι όχι. Όμως, πόσο επαρκείς είναι αυτές οι απόψεις;

Όπως υποννοείται από τα εισαγωγικά αποφθέγματα, ήδη ο Ηράκλειτος, ο φιλόσοφος της αέναης μεταβλητότητας («Τα πάντα ρει»), προέβη σε έναν έμμεσο συσχετισμό πολέμου και παιγνιδιού, αναγνωρίζοντάς τα ως φαινόμενα εξίσου κομβικής -αν όχι μέγιστης- πολιτισμικής σημασίας, με αξιώσεις καθολικής οντολογικής πρωτοκαθεδρίας1. Αλλά και πέρα από το αφαιρετικό επίπεδο της φιλοσοφίας, η διαπίστωση πιο «πραγματολογικών» συσχετισμών μεταξύ πολέμου και παιγνιδιού δεν αποτελεί πρωτοτυπία. Ήδη, από τα διανοητικά – επιτραπέζια παιγνίδια συμβολικού πολέμου και τα διάφορα ανταγωνιστικά αθλήματα, μέχρι τα σύγχρονα ηλεκτρονικά παιγνίδια ‘‘δράσης’’, η πολεμική συνθήκη αποτελεί τη βάση του θεματικού περιεχομένου μιας πληθώρας παιγνιδιών, αν όχι της συντριπτικής πλειονότητάς τους.

Όπως επιβεβαιώνει ο αμερικανός συγγραφέας Jonathon Keats, «τα παιχνίδια πολέμου είναι τόσο αρχέγονα όσο είναι ο Πόλεμος και το Παιχνίδι γενικά. Μερικά από τα πιο αρχαϊκά παιχνίδια από την Κίνα και την Ελλάδα, όπως το Weiqi και η Πεττεία, διαμόρφωναν την πραγματική τακτική κίνηση των στρατιωτών. Το κλασικό σκάκι, το απόλυτο παιχνίδι στρατηγικής, συνιστά άμεσο πρόδρομο των ψηφιακών προσομοιώσεων Ψυχρού Πολέμου του αμερικανικού Πενταγώνου». Στην ίδια γραμμή, ο ιστορικός και φιλόσοφος Manuel Delanda υποστηρίζει πως «τα παιγνίδια πολέμου πρέπει να μελετηθούν ως βασικό τμήμα της ιστορίας της στρατηγικής στρατιωτικής σκέψης, ως τμήμα των ιστορικών διαδικασιών μέσα από τις οποίες οι στρατοί αποκτούσαν έναν ‘‘θεσμικό εγκέφαλο’’ και την τελευταία μετάλλαξή του: τη μοντέρνα ‘‘δεξαμενή σκέψης’’».

Αναμφισβήτητα λοιπόν, η φράση ‘‘Παιγνίδια Πολέμου’’ (εννοιολογική υπαγωγή του πολέμου στο παιγνίδι) αποτελεί ένα διαχρονικό εκφραστικό στερεότυπο για την αναφορά σε δραστηριότητες που συνδέονται, μεταφορικά και κυριολεκτικά, με πραγματικές καταστάσεις τόσο στρατιωτικών όσο και ευρύτερων πολιτικο-οικονομικών συγκρούσεων. Ωστόσο, η ίδια η στερεοτυπική χρήση αυτής της συσχέτισης συμβάλλει, συχνά ασυνείδητα, στην απόδοση μιας γενικευτικής και απλουστευτικής σημασίας σε δύο έννοιες που διέπονται από εκτεταμένη ποικιλοτροπία και πολυπλοκότητα. Με αυτά τα δεδομένα, το θέμα του παρόντος κειμένου επιχειρεί μια εμβάθυνση στις πολλαπλές πτυχές των σχέσεων μεταξύ Πολέμου και Παιγνιδιού, με τρόπο που να αναδεικνύει την ευρύτητα, τη συνθετότητα αλλά και τις συχνές αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τη συνθεώρησή τους. Προς αυτή την κατεύθυνση, κρίνεται σκόπιμη η ανάδειξη της πολιτικής σημασίας του εννοιολογικού σχήματος που προβάλλει στον τίτλο, το οποίο προτρέπει σε μια διαρκή ‘διαλεκτική’ μεταξύ των δύο αντίστροφων εννοιολογικών υπαγωγών: του πολέμου στο παιγνίδι, αλλά και του παιγνιδιού στον πόλεμο.

Υπό ένα τέτοιο πρίσμα, στην αρχική ενότητα – η οποία έχει χαρακτήρα συνοδευτικού παραθέματος για προαιρετική ανάγνωση – επιχειρείται μια σύντομη παρουσίαση ορισμένων διαφορετικών (ασύμβατων ή και αντιτιθέμενων) θεωρητικών προσεγγίσεων σχετικών με την έννοια και τις λειτουργίες του παιγνιδιού (σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες του πολέμου). Στη συνέχεια, ακολουθεί το κύριο τμήμα του κειμένου, στο οποίο επιχειρείται μια συγκριτική παρουσίαση ορισμένων από τους βασικότερους τύπους συσχετισμού μεταξύ πολέμου και παιγνιδιού. Η παρουσίαση βασίζεται σε μια συμβατικά χρονολογική παράθεση των κυριότερων ‘σταθμών’ στην ιστορική εξέλιξη των παιγνιδιών πολέμου, με τρόπο που σκιαγραφεί τη σημασία της αντίστροφης αναφοράς σε έναν ‘‘πόλεμο παιγνιδιών’’. Το κείμενο ολοκληρώνεται με τη σύνοψη παρατηρήσεων και συμπερασματικών θέσεων, οι οποίες αποκτούν έναν προτασιακό χαρακτήρα, καθώς προτρέπουν στη συγκρότηση μιας (νέας;) πολιτικής/πολεμικής στρατηγικής, βασισμένης στην παιγνιώδη δημιουργικότητα.

This entry was posted in Uncategorized, Τεύχος 7 and tagged , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *