Constant – Νέα Βαβυλώνα. Μια νομαδική πόλη

nea_babylona_page1_image1

κατεβάστε το pdf εδώ

Είμαστε τα ζωντανά σύμβολα ενός κόσμου χωρίς σύνορα, ενός κόσμου ελευθερίας, χωρίς όπλα, όπου ο καθένας θα μπορούσε να ταξιδεύσει χωρίς άδεια ή εμπόδιο από τις στέπες της κεντρικής Ασίας ως τις ακτές του Ατλαντικού, από τα υψίπεδα της Νότιας Αφρικής ως τα δάση της Φιλανδίας.

Vaida Voivod ΙΙΙ, Πρόεδρος της Παγκόσμιας Κοινότητας των Τσιγγάνων
(απόσπασμα από μια συνέντευξη δημοσιευμένη στο Algemeen Handelsblad, Άμστερνταμ, 18 Μάη 1963)

Οι τσιγγάνοι που σταματούσαν για λίγο στη μικρή πόλη Άλμπα του Πιεμόντε συνήθιζαν πολλές φορές το χρόνο να κατασκηνώνουν κάτω από το στέγαστρο που, μια φορά τη βδομάδα, το Σάββατο, στέγαζε την αγορά εκτρεφόμενων ζώων. Άναβαν τις φωτιές τους, κρεμούσαν τις σκηνές τους από τις κολώνες για να προστατευθούν και να απομονωθούν, αυτοσχεδίαζαν καταφύγια με κούτες και μαδέρια που άφηναν πίσω τους οι έμποροι. Η ανάγκη να καθαρίζεται η αγορά κάθε φορά που περνούσαν οι Τσιγγάνοι οδήγησε το δημοτικό συμβούλιο στο να τους απαγορεύσει την πρόσβαση. Σαν ανταπόδοση, τους παραχωρήθηκε ένα μικρό λιβάδι στις όχθες του Tamaro, του μικρού ποταμιού που διασχίζει την πόλη: το πιο μίζερο κομμάτι γης! Εκεί πήγα να τους δω το Δεκέμβριο του 1956, παρέα με τον ζωγράφο Pinot Gallizio, τον ιδιοκτήτη αυτού του ανώμαλου, λασπώδους, έρημου εδάφους, ο οποίος τους το είχε δώσει. Είχαν κλείσει το χώρο ανάμεσα σε μερικά τροχόσπιτα με μαδέρια και μπιτόνια βενζίνης, είχαν δημιουργήσει ένα θύλακα, μια «Τσιγγάνικη Πόλη».

Αυτή ήταν η μέρα που συνέλαβα το σχέδιο για μια μόνιμη κατασκήνωση για τους τσιγγάνους της Άλμπα και αυτό το project ήταν η αρχή για τη σειρά μακετών της Νέας Βαβυλώνας. Μιας Νέας Βαβυλώνας όπου, κάτω από μία στέγη, με τη βοήθεια κινούμενων στοιχείων, χτίζεται μια συλλογική κατοικία˙ μια προσωρινή, συνεχώς επανασχεδιαζόμενη περιοχή διαβίωσης˙ μια κατασκήνωση για νομάδες σε πλανητική κλίμακα.

Ορισμοί

Κοινωνία της χρησιμότητας[1]

Ο όρος αναφέρεται σε όλες τις γνωστές μορφές κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του σύγχρονου καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού Κράτους. Διατρανώνει μια θεμελιακή αλήθεια, την ίδια για όλες αυτές τις μορφές κοινοτικής ζωής, παλιές και νέες, δηλαδή την εκμετάλλευση της ανθρώπινης ικανότητας για εργασία. Η «χρησιμότητα» είναι το βασικό κριτήριο για την αξιολόγηση του ανθρώπου και της δραστηριότητάς του. Ο δημιουργικός άνθρωπος, ο Homo Ludens, μπορεί να αξιώσει τα δικαιώματά του σε σπάνιες περιπτώσεις.

Το αντίθετο της κοινωνίας της χρησιμότητας είναι η παιχνιδίστικη (ludic) κοινωνία, στην οποία η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, απελευθερωμένη μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγικής εργασίας, είναι τουλάχιστον σε θέση να αναπτύξει τη δημιουργικότητά της. Οι όροι «ταξική κοινωνία» και «αταξική κοινωνία» δεν εκφράζουν, ή το κάνουν μερικώς, αυτή τη διαμάχη. Αλλά είναι σαφές πως μια ludic κοινωνία μπορεί να είναι μόνο μια αταξική κοινωνία. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι εγγύηση για την ελευθερία ή τη δημιουργικότητα, η οποία είναι η πραγματοποίηση της ελευθερίας. Η ελευθερία δεν εξαρτάται μόνο από την κοινωνική δομή, αλλά και από την παραγωγικότητα˙ και η αύξηση της παραγωγικότητας εξαρτάται από την τεχνολογία. Η ludic κοινωνία είναι με αυτή την έννοια μια καινούργια σύλληψη.

Homo Ludens

Όρος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Johan Huizinga σε ένα βιβλίο με αυτό τον τίτλο, που υποτιτλίζεται: «μια μελέτη για το στοιχείο του παιχνιδιού στον πολιτισμό».[2] Στον πρόλογό του ο Huizinga μιλάει για τον άνθρωπο που παίζει με μετρήσιμους ακόμα όρους. «Στην πορεία του χρόνου καταλήξαμε να αναγνωρίσουμε πως δεν είμαστε τελικά τόσο λογικοί όσο μας φαντάσθηκε ο 18ος αιώνας με τη λατρεία του για το Λόγο και την αφελή του αισιοδοξία˙ ως εκ τούτου η νεότερη συνήθεια κλίνει να ορίζει το είδος μας ως Homo Faber: Άνθρωπο Κατασκευαστή. Αλλά μολονότι το faber ενδέχεται να μην είναι τόσο αμφίβολο όσο το sapiens, είναι, ως χαρακτηριστική ονομασία της ανθρώπινης ύπαρξης, ακόμη πιο ακατάλληλη, όταν βλέπουμε πως πολλά ζώα είναι και αυτά κατασκευαστές. Υπάρχει, ωστόσο, μια Τρίτη λειτουργία, εφαρμόσιμη τόσο στην ανθρώπινη ζωή όσο και στη ζωή των ζώων και εξ ίσου σπουδαία όσο το λογίζεσθαι και το κατασκευάζειν – δηλαδή το παίζειν. Νομίζω πως μετά τον Homo Faber, και στο ίδιο επίπεδο με τον Homo Sapiens, ο Homo Ludens, ο Παίζων Άνθρωπος, αξίζει μια θέση στην ονοματολογία μας».[3]

Αυτή η σύνεση στη χρήση του όρου μπορεί ίσως να εξηγηθεί από τη μικρή σημασία που δίνει η κοινωνία της χρησιμότητας στο παιχνίδι. Ο Homo Ludens υπήρξε πάντα μόνο μια σπανίως εκφρασμένη τροπικότητα του Homo Sapiens, μια κατάσταση που σε αντίθεση με την κατάσταση του Homo Faber, περνάει σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητη. Ο Huizinga για τον οποίο το παιχνίδι είναι μια φυγή από την «αληθινή» ζωή, δεν αποστασιοποιείται στην ερμηνεία του από τα πρότυπα της κοινωνίας της χρησιμότητας. Και στην ιστορική του ανάλυση του θέματος, τοποθετεί, αρκετά σωστά, τον Homo Ludens στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας, και πιο συγκεκριμένα στην αργόσχολη ευκατάστατη τάξη και όχι τις εργαζόμενες μάζες. Ωστόσο, διαχωρίζοντας την ικανότητα της εργασίας από την παραγωγή, ο αυτοματισμός άνοιξε το δρόμο για μια μαζική αύξηση του αριθμού των Homo Ludens. Παρ’ όλα αυτά, ο Huizinga είχε την ικανότητα να αναδείξει τον λανθάνοντα Homo Ludens μέσα στον καθένα από εμάς. Η απελευθέρωση του ανθρώπινου παιχνιδίστικου δυναμικού συνδέεται άμεσα με την απελευθέρωσή του ως κοινωνικού όντος.

Κοινωνικός χώρος

Οι κοινωνιολόγοι επεκτείνουν αυτή την έννοια στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και δεσμών που καθορίζουν την ελευθερία κίνησης του ανθρώπου στην κοινωνία και επίσης, και πάνω από όλα, τα όριά της. Δεν συμμεριζόμαστε αυτή τη συμβολική ερμηνεία. Για εμάς, ο κοινωνικός χώρος είναι όντως ο υλικός χώρος των συναντήσεων, των επαφών μεταξύ υπάρξεων. Η χωρικότητα είναι κοινωνική. Στη Νέα Βαβυλώνα, ο κοινωνικός χώρος είναι κοινωνική χωρικότητα. Ο χώρος ως ψυχική διάσταση (αφηρημένος χώρος) δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον χώρο της δράσης (υλικός χώρος). Ο διαχωρισμός τους δικαιολογείται μόνο σε μια κοινωνία της χρησιμότητας με ακινητοποιημένες κοινωνικές σχέσεις, όπου ο υλικός χώρος έχει αναγκαία έναν αντι-κοινωνικό χαρακτήρα.

Νέα Βαβυλώνα: Περίγραμμα ενός πολιτισμού

Το κοινωνικό μοντέλο

Το ζήτημα της γνώσης του πώς θα ζούσε κάποιος σε μια κοινωνία που δε γνωρίζει ούτε πείνα, ούτε εκμετάλλευση, ούτε εργασία, σε μια κοινωνία όπου ο καθένας, χωρίς εξαίρεση, θα μπορούσε να δώσει την απόλυτη πρωτοβουλία στη δημιουργικότητά του -αυτό το βασανιστικό ,θεμελιώδες ζήτημα ξυπνά μέσα μας την εικόνα ενός περιβάλλοντος ριζικά διαφορετικού από οποιοδήποτε μέχρι στιγμής γνωστό, από οποιοδήποτε έχει πραγματοποιηθεί στο πεδίο της αρχιτεκτονικής ή της πολεοδομίας. Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει κάποιο προηγούμενο να μας προσφέρει σαν παράδειγμα, επειδή οι μάζες δεν υπήρξαν ποτέ ελεύθερες, που σημαίνει, ελεύθερα δημιουργικές. Όσο για τη δημιουργικότητα, τι σήμαινε μέχρι στιγμής εκτός από το προϊόν ενός ανθρώπου;

Παρ’ όλα αυτά ας υποθέσουμε πως όλη η μη δημιουργική εργασία μπορεί να αυτοματοποιηθεί πλήρως˙ ότι η παραγωγικότητα αυξάνει έως ότου ο κόσμος δεν γνωρίζει πλέον την έλλειψη˙ ότι η γη και τα μέσα παραγωγής κοινωνικοποιούνται και σαν αποτέλεσμα, η παγκόσμια παραγωγή ορθολογικοποιείται˙ ότι, σαν συνέπεια αυτού, η μειοψηφία παύει να ασκεί την εξουσία της στην πλειοψηφία˙ ας υποθέσουμε, με άλλα λόγια, ότι το μαρξιστικό βασίλειο της ελευθερίας είναι πραγματοποιήσιμο. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα μπορούσαμε πλέον να ρωτάμε την ίδια ερώτηση χωρίς αμέσως να προσπαθήσουμε να την απαντήσουμε και να φανταστούμε, μολονότι με τον πιο σχηματικό τρόπο, ένα κοινωνικό μοντέλο όπου η ιδέα της ελευθερίας θα γινόταν η αληθινή εφαρμογή της ελευθερίας στην πράξη – μιας «ελευθερίας» που για εμάς δεν είναι η επιλογή ανάμεσα σε πολλές εναλλακτικές αλλά η βέλτιστη ανάπτυξη των δημιουργικών ικανοτήτων του κάθε ανθρώπου˙ επειδή δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ελευθερία χωρίς δημιουργικότητα.

Αν τοποθετήσουμε όλες τις γνωστές μορφές κοινωνίας κάτω από έναν κοινό παρονομαστή, τη «χρησιμοθηρία», το μοντέλο που πρέπει να επινοηθεί είναι αυτό της ludic κοινωνίας – με τον όρο αυτό να καθορίζει τις δραστηριότητες, που απαλλαγμένες από όλη τη χρησιμότητα όπως επίσης και απ’ όλη τη λειτουργικότητα, είναι καθαρά προϊόντα της δημιουργικής φαντασίας. Τώρα, είναι που ο άνθρωπος σαν δημιουργός, και μόνο σαν δημιουργός, μπορεί να εκπληρώσει και να κατακτήσει το ανώτερο υπαρξιακό του επίπεδο.

Για να φανταστούμε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δημιουργήσει τη ζωή του, να της δώσει σχήμα σύμφωνα με τις βαθύτερες φιλοδοξίες του, δεν θα καταφύγουμε σε μορφές και εικόνες αυτής της μακράς περιόδου της ιστορίας στην οποία ο άνθρωπος έπρεπε να θυσιάσει το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργικής του ενέργειας σε έναν ακατάπαυστο αγώνα για την επιβίωση. Το δικό μας κοινωνικό μοντέλο θα είναι, όντως, θεμελιακά διαφορετικό από προηγούμενα μοντέλα˙ θα είναι επίσης ποιοτικά ανώτερο.

Ας ξεκινήσουμε με μερικά βασικά:

– Η αυτοματοποίηση όλων των «χρήσιμων» επαναληπτικών δραστηριοτήτων απελευθερώνει, σε μαζικό επίπεδο, ενέργεια που μπορεί στο εξής να προσανατολιστεί σε άλλες δραστηριότητες.

– Η συλλογική ιδιοκτησία της γης και των μέσων παραγωγής και η ορθολογικοποίηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, διευκολύνει τον μετασχηματισμό της ενέργειας αυτής εντός της δημιουργικής δραστηριότητας.

– Με την εξαφάνιση της παραγωγικής εργασίας, η συλλογική χρονική συνέπεια δεν έχει λόγο ύπαρξης˙ οι μάζες, αντίθετα, έχουν ένα σημαντικό ποσό ελεύθερου χρόνου.

Το δίκτυο

Είναι προφανές ότι ένα άτομο ελεύθερο να χρησιμοποιήσει το χρόνο του για όλη του τη ζωή, ελεύθερο να πάει όπου θέλει, όποτε θέλει, δεν μπορεί να κάνει τη μέγιστη χρήση της ελευθερίας του σε έναν κόσμο που κυβερνιέται από το ρολόι και την επιβολή μιας μόνιμης κατοικίας. Σαν τρόπο ζωής ο Homo Ludens θα απαιτήσει, πρωτίστως, να ανταποκριθεί στην ανάγκη του για παιχνίδι, για περιπέτεια, για κινητικότητα, όπως επίσης σε όλες τις συνθήκες που διευκολύνουν την ελεύθερη δημιουργία της δικής του ζωής. Μέχρι τότε, η κύρια δραστηριότητα του ανθρώπου ήταν η εξερεύνηση του φυσικού του περιβάλλοντος. Ο Homo Ludens θα επιδιώκει να μετασχηματίσει, να αναδημιουργήσει αυτό το περιβάλλον, αυτόν τον κόσμο, σύμφωνα με τις νέες του ανάγκες. Τότε, η εξερεύνηση και η δημιουργία του περιβάλλοντος θα τυγχάνει να συμπίπτουν επειδή, δημιουργώντας τους τομείς προς εξερεύνηση, ο Homo Ludens θα συγκεντρωθεί στην εξερεύνηση της ίδιας του της δημιουργίας. Έτσι, θα είμαστε παρόντες σε μια αδιάκοπη διαδικασία δημιουργίας και επαναδημιουργίας, η οποία θα συντηρείται από μια γενικευμένη δημιουργικότητα η οποία εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς της δραστηριότητας.

Ξεκινώντας από αυτή την ελευθερία σε χρόνο και χώρο, θα φτάναμε σε ένα νέο είδος αστικοποίησης. Η κινητικότητα, η ακατάπαυστη διακύμανση[4]  του πληθυσμού – μια λογική συνέπεια αυτής της νέας ελευθερίας – δημιουργεί μια διαφορετική σχέση μεταξύ πόλης και εγκατάστασης. Χωρίς χρονοδιάγραμμα να σεβαστεί, χωρίς μόνιμη κατοικία, ο άνθρωπος θα εξοικειωθεί από αναγκαιότητα με ένα νομαδικό τρόπο ζωής σε ένα τεχνητό, πλήρως «κατασκευασμένο» περιβάλλον. Ας ονομάσουμε αυτό το περιβάλλον Νέα Βαβυλώνα και ας προσθέσουμε πως δεν έχει να κάνει καθόλου, ή σχεδόν καθόλου, με «πόλη», με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Η πόλη είναι μια μορφή αστικοποίησης χαρακτηριστική της κοινωνίας της χρησιμότητας: ένα οχυρωμένο μέρος για προστασία από έναν εχθρικό εξωτερικό κόσμο, γίνεται, σαν κέντρο εμπορίου, μια «ανοιχτή πόλη»˙ έπειτα, με την έλευση της μηχανοποίησης, ένα κέντρο παραγωγής – και σε όλα αυτά τα διαφορετικά στάδια είναι ένα μέρος όπου ζει ένας μόνιμος πληθυσμός, ριζωμένος εκεί από έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Υπάρχουν, φυσικά, εξαιρέσεις στον κανόνα: ορισμένες σχέσεις μεταξύ πόλεων δίνουν τη δυνατότητα σε ένα μικρό αριθμό ατόμων να αλλάζουν τον τόπο κατοικίας τους, και κάνοντάς το αυτό πυροδοτούν μια διαδικασία πολιτιστικής ανταλλαγής όπου η πόλη αποκτά, εκτός από τη λειτουργία της χρησιμότητας, τη λειτουργία του πολιτιστικού κέντρου. Αλλά αυτό το φαινόμενο είναι σχετικά σπάνιο  και ο αριθμός των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτό δεν είναι μεγάλος.

Ο πολιτισμός της Νέας Βαβυλώνας δεν έρχεται ως αποτέλεσμα απομονωμένων δραστηριοτήτων, από εξαιρετικές καταστάσεις, αλλά από την παγκόσμια δραστηριότητα του συνόλου του παγκόσμιου πληθυσμού, από κάθε άνθρωπο που εμπλέκεται σε μια δυναμική σχέση με το περιβάλλον του. Δεν υπάρχουν a priori δεσμοί μεταξύ κανενός. Η συχνότητα των κινήσεων του κάθε ανθρώπου και οι αποστάσεις που θα καλύπτει βασίζονται σε αποφάσεις που θα παίρνει αυθόρμητα, και τις οποίες θα μπορεί να απορρίψει την ίδια στιγμή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η κοινωνική κινητικότητα συνιστά την εικόνα ενός καλειδοσκοπικού όλου, τονίζοντας τις ξαφνικές αναπάντεχες αλλαγές – μια εικόνα που δεν φέρει πλέον καμία ομοιότητα με τις δομές κοινοτικής ζωής που κυριαρχούνται από τηναρχή της χρησιμότητας, των οποίων τα μοντέλα συμπεριφοράς είναι πάντα τα ίδια. Στην περίπτωσή μας, το αστικό θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην κοινωνική κινητικότητα, πράγμα που συνεπάγεται, σε σχέση με μία σταθερή πόλη, μια αυστηρή οργάνωση στο μακροσκοπικό επίπεδο και την ίδια στιγμή, μεγαλύτερη ευελιξία στο μικροσκοπικό, δηλαδή την ευελιξία μιας άπειρης πολυπλοκότητας. Η ελευθερία της δημιουργίας απαιτεί σε κάθε περίπτωση ότι εξαρτιόμαστε όσο το δυνατό λιγότερο από την υλική αβεβαιότητα. Προϋποθέτει, έπειτα, ένα τεράστιο δίκτυο συλλογικών υπηρεσιών, περισσότερο απαραίτητων στον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνηση παρά στο σταθερό πληθυσμό των λειτουργικών πόλεων. Από την άλλη, η αυτοματοποίηση οδηγεί σε τεράστιες συγκεντρώσεις της παραγωγής σε γιγαντιαία κέντρα, τα οποία βρίσκονται έξω από τον χώρο της καθημερινής ζωής.

Τα κέντρα παραγωγής έξω από αυτό το χώρο και οι συλλογικές εγκαταστάσεις μέσα του προσδιορίζουν τις γενικές γραμμές της μακρο-δομής στην οποία, κάτω από την επίδραση των απροσδιόριστων κινήσεων, θα καθοριστεί μια περισσότερο διαφοροποιημένη και, αναγκαία, πιο ευέλικτη μικρο-δομή.

Από αυτές τις προϋποθέσεις – τη βέλτιστη οργάνωση των υλικών συνθηκών και τη μέγιστη ανάπτυξη της αίσθησης της πρωτοβουλίας του κάθε ατόμου – μπορούμε να συνάγουμε τα βασικά χαρακτηριστικά μιας δομής που δεν αποτελείται πλέον από πυρήνες, όπως στον παραδοσιακό οικισμό, αλλά οργανώνεται σύμφωνα με την ατομική και συλλογική κάλυψη της απόστασης, την περιπλάνηση: ένα δίκτυο μονάδων, συνδεδεμένες η μία με την άλλη, και σχηματίζοντας έτσι αλυσίδες που μπορούν να αναπτυχθούν και να επεκταθούν προς κάθε κατεύθυνση. Μέσα σε αυτές τις αλυσίδες βρίσκονται οι υπηρεσίες και ό,τι σχετίζεται με την οργάνωση της κοινωνικής ζωής˙ στους «συνδέσμους» του δικτύου, οι πλήρως αυτοματοποιημένες μονάδες παραγωγής, από τις οποίες ο άνθρωπος είναι απών.

Τα βασικά στοιχεία του δικτύου, οι ΤΟΜΕΙΣ, είναι αυτόνομες μονάδες κατασκευών, οι οποίες παρ’ όλα αυτά επικοινωνούν μεταξύ τους. Το δίκτυο των τομέων εκλαμβάνεται από τα μέσα σαν ένας συνεχής χώρος.

Η Νέα Βαβυλώνα δεν τελειώνει πουθενά (αφού η γη είναι στρόγγυλη)˙ δεν γνωρίζει σύνορα (αφού δεν υπάρχουν πλέον εθνικές οικονομίες) ή συλλογικότητες (αφού η ανθρωπότητα διακυμαίνεται). Κάθε τόπος είναι προσβάσιμος στον καθένα και σε όλους. Ολόκληρη η γη γίνεται το σπίτι των ιδιοκτητών της. Η ζωή είναι ένα ατελείωτο ταξίδι σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα που πάντα μοιάζει άλλος.

Πραγματοποίηση

Το χτίσιμο της Νέας Βαβυλώνας μπορεί να ξεκινήσει μόνο όταν η οικονομία αποσκοπεί αποκλειστικά στην ικανοποίηση των αναγκών μας, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Μόνο μια τέτοια οικονομία επιτρέπει την πλήρη αυτοματοποίηση των μη-δημιουργικών δραστηριοτήτων, και επομένως την ελεύθερη ανάπτυξη της δημιουργικότητας.

Η πραγματοποίηση της Νέας Βαβυλώνας είναι μια αργή διαδικασία ανάπτυξης του τομεακού κόσμου ο οποίος προοδευτικά αντικαθιστά τις προϋπάρχουσες αστικές δομές. Αρχικά βλέπει κανείς, ανάμεσα στα συγκροτήματα, να εμφανίζονται απομονωμένοι τομείς που γίνονται πόλοι έλξης για τα προηγούμενα στο βαθμό που, όσο ο χρόνος που καταναλώνεται στην εργασία μειώνεται, η εγκατάσταση αποδιοργανώνεται. Κατά το διάστημα αυτό, οι τομείς είναι σημεία συνάντησης, ένα είδος κοινωνικο-πολιτιστικών κέντρων˙  έπειτα, όσο ο αριθμός τους μεγαλώνει και οι σύνδεσμοι που τους ενώνουν αυξάνονται, η δραστηριότητα εντός των τομέων γίνεται πιο εξειδικευμένη και αυξανόμενα αυτόνομη σε σχέση με τις περιοχές κατοικίας.

Ένας Νέο-Βαβυλωνιακός τρόπος ζωής αρχίζει τότε να προσδιορίζεται, ο οποίος απογειώνεται όταν επανομαδοποιημένοι τομείς σχηματίσουν ένα δίκτυο: μια δομή που μπορεί να ανταγωνιστεί τις δομές εγκατάστασης, των οποίων η σημασία μειώνεται σταδιακά όσο ο άνθρωπος παύει να λαμβάνει μέρος στην παραγωγική διαδικασία. Αφού το ίδιο φαινόμενο παράγεται σε πολλά μέρη, θα βλέπει κανείς πολλούς τομείς να ομαδοποιούνται, να ενώνονται και να σχηματίζουν ένα όλον. Από τότε και ύστερα, η  διακύμανση θα αυξάνεται.

Στην πρώτη φάση, η απόσταση μεταξύ τομέων και ομάδων τομέων αυξάνει την ανάγκη για ταχεία μέσα μεταφοράς. Η διάσχιση των περιοχών κατοικίας από τον ένα τομέα στον άλλο πρέπει να είναι όσο το δυνατό συντομότερη. Αργότερα, όταν ο τομεακός κόσμος ενοποιηθεί και η διακύμανση ενταθεί, δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη να κινούμαστε γρήγορα για να αλλάζουμε κοινωνικό περιβάλλον. Η ευελιξία του εσωτερικού χώρου εντός των τομέων επιτρέπει πολλαπλές παραλλαγές στο περιβάλλον και την ατμόσφαιρα  μέσα σε σχετικά περιορισμένη έκταση. Όσο για τα μέσα μεταφοράς, δεν θα είναι τόσο αναγκαία για την κίνηση. Μια νέα λειτουργία αναδύεται για να επεκτείνει την αρχική τους λειτουργία: από το να είναι εργαλεία για δουλειά γίνονται εργαλεία για παιχνίδι.

Τοπογραφία

Δεδομένης της κλίμακας του κοινωνικού χώρου στο τομεακό δίκτυο και της συνέχειάς του, ο χώρος της ταχείας κίνησης δεν ταιριάζει στο νεοβαβυλωνιακό τρόπο ζωής. Αυτός (ο τρόπος ζωής) διατρέχεται από μια αργή και συνεχή αλληλουχία αλλαγών, με την μετακίνηση να είναι μόνο μία από τις μορφές δραστηριότητας εντός των τομέων. Όμως, αναμφίβολα, κάποιος θα επιδιώκει ακόμα να μετακινηθεί γρήγορα από καιρό σε καιρό, στο έδαφος για μικρότερες αποστάσεις, ή στον αέρα. Για τις αεροπορικές μεταφορές κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί, στις ταράτσες, διαδρόμους προσγείωσης και ελικοδρόμια. Όσο για τη γρήγορη κυκλοφορία στο έδαφος, πρέπει να φανταστούμε ένα οδικό δίκτυο όσο το δυνατό πιο ανεξάρτητο από το δίκτυο των τομέων. Μια πολυεπίπεδη διάταξη θα εγγυόταν την αυτονομία των δικτύων και των οδικών αρτηριών. Η καλύτερη λύση για την αποσυμφόρηση του εδάφους συνίσταται στην ανέγερση των τομέων σε πιλοτές, διατεταγμένες όσο το δυνατό πιο αραιά. Ένα πλεονέκτημα αυτής της κατασκευής είναι ότι επιτρέπει την ανάπτυξη μιας συνεχούς διάταξης ταρατσών. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργείται ένα δεύτερο υπαίθριο επίπεδο, ένα δεύτερο τεχνητό τοπίο πάνω από το φυσικό τοπίο.

Δεδομένου του τεράστιου μεγέθους τους, τα εσωτερικά των τομέων εξαρτώνται από τα συστήματα διανομής ενέργειας που είναι απαραίτητα για τον φωτισμό, τον αερισμό και τον κλιματισμό, αλλά αυτή η «εξάρτηση» συνεπάγεται μια συγκεκριμένη ελευθερία: ελευθερία από την μονότονη εναλλαγή μέρας και νύχτας, την οποία αναζητούσε η ανθρωπότητα από την αυγή του χρόνου.

Αν ληφθεί ως σύνολο, η Νέα Βαβυλώνα παρουσιάζεται σαν ένα δίκτυο τεράστιων συνδέσμων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων έχουν ανεγερθεί πάνω από το έδαφος. Πάνω στο έδαφος, ένα δεύτερο δίκτυο, της κυκλοφορίας. Οι «σύνδεσμοι» είναι περιοχές γενικά απαλλαγμένες από κτίρια, με την εξαίρεση παρ’ όλα αυτά, των κέντρων παραγωγής και των εγκαταστάσεων που δεν έχουν θέση στον κοινωνικό χώρο των τομέων, όπως, για παράδειγμα, κεραιών και ίσως πύργων γεώτρησης, ιστορικών μνημείων, παρατηρητηρίων και άλλων εγκαταστάσεων για επιστημονική έρευνα. Μέρος αυτών των κενών περιοχών παραδίδεται σε διάφορες καλλιέργειες της ίδιας της γης και στην εκτροφή ζώων˙ ένα άλλο μέρος στα φυσικάαποθέματα, κατάφυτα πάρκα. Η δικτυακή δομή διευκολύνει την πρόσβαση σε αυτά, με τις ενδιάμεσες αποστάσεις να είναι κάθε φορά σχετικά μικρές.

Η τοπογραφική διερεύνηση  της Νέας Βαβυλώνας θέτει προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν με τη χρήση των παραδοσιακών μέσων χαρτογράφησης. Δεδομένης, από τη μια, της οργάνωσης σε πολλά επίπεδα (έδαφος, εσωτερικό του τομεακού όγκου, ταράτσες), οι συνδέσεις μεταξύ των επιπέδων, η φύση των επικοινωνιών και οι  λύσεις συνέχειας που δημιουργούνται μεταξύ των επιπέδων, μπορούν να αναδυθούν μόνο σε μορφή μακέτας. Από την άλλη, οι δομές είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από μόνιμες. Σαν αποτέλεσμα, είναι περισσότερο ένα πρόβλημα μικρο-δομής σε διαρκή μετασχηματισμό, στον οποίο ο παράγοντας του χρόνου, η τέταρτη διάσταση, παίζει ένα σημαντικό ρόλο. Συνεπώς, κάθε τρισδιάστατη αναπαράσταση θα είχε, από μόνη της, μόνο την αξία ενός στιγμιότυπου: ακόμη και αν παραδεχθούμε πως το μοντέλο του κάθε τομέα θα μπορούσε να αναχθεί σε διάφορα επίπεδα και τμήματα των διαφορετικών ορόφων και κάποιος θα μπορούσε έτσι να συντάξει ένα είδος λεπτομερούς άτλαντα των τομέων, θα ήταν ακόμη απαραίτητο, από τη μια στιγμή στην άλλη, να καταγράψει, χρησιμοποιώντας σύμβολα όλες τις τοπογραφικές μετατροπές που παράγονται, όπως σε ένα ημερολόγιο σκάφους. Η προσφυγή σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή θα είναι αναμφίβολα απαραίτητη για να λυθεί ένα τόσο περίπλοκο πρόβλημα.

Ο τομέας

Ο τομέας είναι το μικρότερο στοιχείο, η βασική μονάδα του νεοβαβυλωνιακού δικτύου, ένας από τους «συνδέσμους» της αλυσίδας που το απαρτίζουν. Όπως θα περίμενε κανείς, οι διαστάσεις του είναι αισθητά μεγαλύτερες από τις διαστάσεις των στοιχείων (κτιρίων) που απαρτίζουν τις πόλεις, όπως είναι γνωστές. Η κλίμακα των στοιχείων αυτών εξαρτάται από το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων. Στις αγροτικές κοινότητες όπου οι ανθρώπινες σχέσεις και οι οικογενειακοί δεσμοί εμπλέκονται σφιχτά, το βασικό στοιχείο είναι η ανεξαρτησία της οικογενειακής κατοικίας. Στις βιομηχανικές πόλεις, δεδομένου του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγικής εργασίας, οι σχέσεις εμπεδώνονται στο σχολείο, στο χώρο εργασίας ή σχόλης, σε πολιτικές και σε άλλες συναντήσεις – οι οποίες προστίθενται στους οικογενειακούς δεσμούς. Έτσι κάθε μέλος της οικογένειας δημιουργεί προσωπικούς δεσμούς έξω από αυτήν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, εμφανίζονται μεγαλύτερες μονάδες κατοικίας, συγκροτήματα για πολλές οικογένειες, που κάποιες φορές είναι εξοπλισμένα με κοινόχρηστες υπηρεσίες. Αλλά εκεί, όπως και στις αγροτικές κοινότητες, έχει να κάνει κανείς με έναν καθηλωμένο πληθυσμό, με έναν κανονικό τρόπο ζωής.

Όταν η οικογενειακή ομάδα αποσυντίθεται και η διαίρεση του χρόνου και του χώρου δεν καθορίζεται πλέον κοινωνικά από την παραγωγική εργασία, όταν κάποιος μπορεί να αποφασίσει τον τόπο και τη διάρκεια της διαμονής του, οι έσχατοι δεσμοί διαρρηγνύονται. Παρ’ όλα αυτά, οι λίγο πολύ διαρκείς σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων δεν θα έχουν εξαφανιστεί, αλλά οι περιοριστικές κοινωνικές σχέσεις θα έχουν αντικατασταθεί από πιο ποικίλους και μεταβαλλόμενους συναισθηματικούς δεσμούς. Περισσότερο από ότι σε σταθερές κοινότητες, η διακυμαινόμενη κοινωνία ευνοεί τυχαίες επαφές και συναντήσεις.

Ο τομέας είναι μια βασική δομή (μακρο-δομή) στην οποία κατασκευάζεται ένα περιβάλλον. Σαν βάση, η μακρο-δομή πρέπει να επιτρέπει τη μεγαλύτερη ελευθερία στην μόνιμη κατασκευή (μικρο-δομή) του εσωτερικού χώρου. Στην απλούστερη μορφή του, ο τομέας ενσωματώνει έναν αριθμό οριζόντιων χώρων τοποθετημένων ο ένας πάνω στον άλλο, ενωμένων μεταξύ τους και με το έδαφος με κατακόρυφα στοιχεία, και έναν ή περισσότερους σταθερούς πυρήνες για υπηρεσίες. Αυτός ο χώρος θα μπορούσε να καταληφθεί από μια πιο πολύπλοκη δομή αποτέλεσμα της άρθρωσης ποικίλων μικρότερων χώρων. Σαν εναλλακτική στην υποστηρικτική δομή, κάποιος μπορεί επίσης να φανταστεί μια «πλωτή» δομή, έναν κρεμάμενο τομέα σε ένα ή περισσότερους ιστούς. Μια άλλη πιθανή εναλλακτική, η αυτοφερόμενη δομή, απαιτεί έναν περιορισμένο αριθμό σημείων στήριξης, το οποίο είναι ένα πλεονέκτημα, όμως, από τη στιγμή που η μονάδα και οι διαστάσεις της μικρο-δομής εξαρτώνται περισσότερο άμεσα από την μακρο-δομή, η οργάνωση του εσωτερικού χώρου δεν είναι πλέον τόσο ελεύθερη. Η επιλογή της μίας ή της άλλης λύσης – τομέας σε πιλοτή, κρεμάμενος ή αυτοφερόμενος τομέας – εξαρτάται επίσης σε κάποιο βαθμό από τη γεωγραφική θέση.

Η μακρο-δομή, συνεπώς, στεγάζει μια κινούμενη εσωτερική δομή. Αφού οι διαστάσεις του τομέα είναι σημαντικές, κάθε κατεδάφιση ή μετασχηματισμός της βασικής δομής είναι αναγκαστικά ένα φιλόδοξο εγχείρημα. Ωστόσο, η παιχνιδίστικη ζωή των κατοίκων της Νέας Βαβυλώνας προϋποθέτει συχνό μετασχηματισμό του εσωτερικού των τομέων. Για να συμβεί αυτό χωρίς προβλήματα, η περιέχουσα δομή θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατό πιο ουδέτερη και, από κατασκευαστική άποψη, η ευμετάβλητη περιεχόμενη δομή πλήρως ανεξάρτητη από αυτή.

Η ευμετάβλητη δομή αναπτύσσεται μέσα από τα ελαφρά και άρα εύκολα στη μεταφορά μετακινούμενα συστήματα συναρμολόγησης (τοίχους, οροφές, σταθμούς επιβίβασης, γέφυρες κλπ), τα οποία μπορούν το ίδιο εύκολα να στηθούν και να ξεστηθούν, και έτσι να είναι επαναχρησιμοποιήσιμα. Κάθε σχέδιο συναρμολόγησης απαιτεί και κανονικοποίηση της μονάδας και προτυποποίηση της παραγωγής. Οι διαστάσεις της μακρο-δομής καθορίζονται από τις μονάδες των βασικών στοιχείων. Αυτό όμως, δε σημαίνει, φυσικά, περιορισμό των πιθανών συνδυασμών ή απλοποίηση των μορφών, αφού ένας μεγάλος αριθμός πρότυπων τύπων συναρμολόγησης και συστημάτων μπορούν να συνδυαστούν  με πολλαπλούς τρόπους.

Με αυτά τα λίγα δεδομένα, μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια σχηματική ιδέα του τομέα. Είναι ένας κυρίως οριζόντιος σκελετός, που εκτείνεται πάνω από 10 ή 20 εκτάρια[5] περίπου 15-20 μέτρα πάνω από το έδαφος: το μέγιστο ύψος είναι κάπου ανάμεσα στα 30 και τα 60 μέτρα. Μέσα, ένας ή περισσότεροι πυρήνες περιέχουν ένα τεχνικό κέντρο και ένα κέντρο υπηρεσιών το οποίο είναι επίσης και ένα κέντρο υποδοχής με ατομικά δωμάτια. Κάποιοι από τους τομείς είναι εφοδιασμένοι με εγκαταστάσεις υγείας και εκπαίδευσης, εγκαταστάσεις αποθήκευσης και διανομής για αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Άλλοι με βιβλιοθήκες, κέντρα επιστημονικής έρευνας και ότι άλλο μπορεί να είναι απαραίτητο. Οι πυρήνες καταλαμβάνουν μέρος του τομέα˙ το υπόλοιπο, το πιο σημαντικό τμήμα της Νέας Βαβυλώνας, είναι ένας κοινωνικός χώρος με κινούμενες αρθρώσεις: ο παιχνιδότοπος του Homo Ludens.

Ένας όγκος με το ανάπτυγμα ενός τομέα της Νέας Βαβυλώνας, είναι πιο ανεξάρτητος από τον εξωτερικό κόσμο από μια κατασκευή που χτίζεται σε μικρότερη κλίμακα. Το φως της ημέρας, για παράδειγμα, εισχωρεί μόνο λίγα μέτρα, με το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού να φωτίζεται τεχνητά. Η συσσώρευση της θερμότητας του ήλιου και η απώλεια θερμότητας τον κρύο καιρό συμβαίνουν τόσο αργά που οι αλλαγές της ατμοσφαιρικής θερμοκρασίας μόλις που επηρεάζει την εσωτερική θερμοκρασία. Οι κλιματικές συνθήκες (η ένταση του φωτισμού, η θερμοκρασία, οι υγρομετρικές συνθήκες, ο εξαερισμός) βρίσκονται όλα κάτω από τεχνικό έλεγχο. Μέσα, ένα μεταβαλλόμενο εύρος κλιμάτων μπορεί να δημιουργηθεί και να τροποποιηθεί κατά βούληση. Το κλίμα γίνεται ένα σημαντικό στοιχείο στο παιχνίδι της «ατμόσφαιρας», από τη στιγμή ειδικά, που ο τεχνικός εξοπλισμός είναι προσβάσιμος στον καθένα και η αποκέντρωση (της διανομής) ενθαρρύνει μια ορισμένη αυτονομία του τομέα ή της ομάδας των τομέων. Μικρότερα κέντρα είναι προτιμότερα από ένα μοναδικό κέντρο, πράγμα που διευκολύνει την αναπαραγωγή πιο ποικίλων κλιμάτων και, γιατί όχι, την επινόηση νέων ως αντιπαραβολή, αλλάζοντας τις εποχές, μετασχηματίζοντάς τες σύμφωνα με έναν απείρως διαφοροποιημένο συγχρονισμό, εναρμονισμένο με τη μεταμόρφωση του χώρου.

Τα οπτικοακουστικά μέσα θα χρησιμοποιούνται στο ίδιο πνεύμα. Ο κυμαινόμενος κόσμος των τομέων απαιτεί εγκαταστάσεις (ένα δίκτυο εκπομπής και λήψης) που είναι ταυτόχρονα αποκεντρωμένες και δημόσιες. Δεδομένης της συμμετοχής μεγάλου αριθμού ανθρώπων στην εκπομπή και τη λήψη εικόνων και ήχων, οι τελειοποιημένες τηλεπικοινωνίες γίνονται ένας σημαντικός παράγοντας της ludic κοινωνικής συμπεριφοράς.

Οι Νέοι Βαβυλώνιοι

Δημιουργικότητα και επιθετικότητα

Περιπλανώνται διαμέσου των τομέων της Νέας Βαβυλώνας αναζητώντας νέες εμπειρίες, μέχρι στιγμής άγνωστες ατμόσφαιρες. Χωρίς την παθητικότητα των τουριστών, αλλά έχοντας πλήρη επίγνωση της δύναμης που έχουν να δράσουν πάνω στον κόσμο, να τον μετασχηματίσουν, να τον αναδημιουργήσουν. Για να το κάνουν διαθέτουν ένα ολόκληρο οπλοστάσιο τεχνικών μέσων, χάρη στα οποία μπορούν να κάνουν τις επιθυμητές αλλαγές χωρίς καθυστέρηση. Ακριβώς  όπως ο ζωγράφος που με μια σκέτη χούφτα από χρώματα δημιουργεί μια άπειρη ποικιλία μορφών, αντιθέσεων και υφών, οι Νέοι Βαβυλώνιοι μπορούν να επιφέρουν αλλαγές στο περιβάλλον τους ατελείωτα, να το ανανεώνουν και να το μεταβάλλουν χρησιμοποιώντας τα τεχνικά τους μέσα. Αυτή η σύγκριση αποκαλύπτει μια θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων δημιουργίας. Ο ζωγράφος είναι ένας μοναχικός δημιουργός ο οποίος αντιμετωπίζει τις αντιδράσεις κάποιου άλλου προσώπου μόνο αφ’ ης στιγμής η δημιουργική πράξη έχει τελειώσει. Ανάμεσα στους Νέους Βαβυλώνιους, από την άλλη μεριά, η δημιουργική πράξη είναι επίσης μια κοινωνική πράξη: σαν μια άμεση παρέμβαση στον κοινωνικό κόσμο, προκαλεί μια άμεση αντίδραση. Το ατομικό δημιούργημα του καλλιτέχνη φαίνεται στα μάτια του άλλου, να ξεφεύγει από κάθε περιορισμό και να ωριμάζει στην απομόνωση. Και είναι μόνο πολύ αργότερα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει την κοινωνία, όταν η δουλειά αποκτά μια αναντίρρητη πραγματικότητα. Σε κάθε δεδομένη στιγμή της δημιουργικής του δραστηριότητας, ο Νέος Βαβυλώνιος είναι ο ίδιος σε άμεση επαφή με τους ομοίους του. Κάθε μία από τις δράσεις του είναι δημόσια, κάθε μία δρα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον το οποίο είναι επίσης αυτό των άλλων και προκαλεί στιγμιαίες αντιδράσεις. Όλη η δράση, συνεπώς, χάνει τον ατομικό της χαρακτήρα. Από την άλλη μεριά, κάθε αντίδραση μπορεί να προκαλέσει με τη σειρά της και άλλες. Με τον τρόπο αυτό, οι παρεμβάσεις δημιουργούν αλυσιδωτές αντιδράσεις οι οποίες σταματούν μονάχα όταν μια κατάσταση η οποία έχει γίνει κρίσιμη «εκρήγνυται» και μετασχηματίζεται σε μια άλλη κατάσταση. Η διαδικασία ξεφεύγει από τον έλεγχο του ενός προσώπου, αλλά αυτό έχει μικρή σημασία γνωρίζοντας ποιος την πυροδότησε και από ποιους θα αλλοιωθεί διαδοχικά. Με αυτή την έννοια, η κρίσιμη στιγμή (το αποκορύφωμα) είναι μια αυθεντική συλλογική δημιουργία. Το κριτήριο, το χωροχρονικό πλαίσιο, του νεοβαβυλωνιακού κόσμου είναι ο ρυθμός με τον οποίο η μια στιγμή διαδέχεται την προηγούμενη.

Από την άποψη του Homo Faber, η Νέα Βαβυλώνα είναι ένα αβέβαιο σύμπαν στο οποίο ο «κανονικός» άνθρωπος είναι στο έλεος κάθε πιθανής καταστροφικής δύναμης, κάθε είδους επίθεσης. Όμως ας σημειώσουμε ότι η «κανονικότητα» είναι μια έννοια που συνδέεται με μια συγκεκριμένη ιστορική πρακτική˙ το περιεχόμενό της είναι άρα μεταβλητό. Όσο για την «επιθετικότητα» η ψυχανάλυση της έχει παραχωρήσει αρκετή σημασία, που πηγαίνει τόσο μακριά, μέχρι και να ορίσει ένα «ένστικτο» επιθετικότητας. Η περιοχή μελέτης όμως βρισκόταν περιορισμένη στον άνθρωπο που παλεύει για την επιβίωσή του, στον άνθρωπο που εμπλέκεται μέχρι τώρα, κι αυτός όπως και άλλα είδη, σε αυτή την πανάρχαια μάχη.

Η εικόνα ενός ελεύθερου ανθρώπου ο οποίος δεν είναι αναγκασμένος να παλέψει για την επιβίωσή του δεν έχει ιστορική βάση. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έχει επίσης αναχθεί ως το αρχέγονο ένστικτο της ανθρώπινης και οποιασδήποτε άλλης ζωντανής ύπαρξης. Και είναι αυτό το ένστικτο με το οποίο σχετίζονται όλα τα άλλα.

Η επιθετικότητα είναι μια έκφραση της θέλησης για εξουσία, η οποία είναι η ιδιότητα ενός πολύ εξελιγμένου όντος (του ανθρώπου) ικανού για πρόβλεψη και το οποίο, σε έναν κόσμο όπου απειλείται η ύπαρξή του, μπορεί να οργανώσει στο χρόνο, δηλαδή  σύμφωνα με ένα σχέδιο, ένα ασφαλές μέρος για τον εαυτό του. Για το λόγο αυτό, η επιθετικότητα του ανθρώπου δεν εξαφανίζεται με την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών του. Η επιθετική συμπεριφορά περιορίζεται προφανως στις πιο βιομηχανοποιημένες, «πλούσιες» χώρες, και πάνω από όλα ανάμεσα στην ευκατάστατη τάξη. Για να ρίξουμε φως σε αυτή τη φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στην υλική ασφάλεια και την επιμονή της επιθετικότητας, θα ήταν ίσως απαραίτητο να παραδεχτούμε την ύπαρξη ενός «ενστίκτου» άλλου από αυτό της αυτο-άμυνας: το δημιουργικό ένστικτο, το οποίο εμφανίζεται με την εξαΰλωση του πρωτόγονου ενστίκτου όποτε οι υλικές συνθήκες είναι σε ικανοποιητικό βαθμό ευνοϊκές για τον μετασχηματισμό της αυτό-άμυνας σε ανοιχτό αυθορμητισμό.

Η αντικειμενική αδυνατότητα της πραγματοποίησης μιας δημιουργικής ζωής εντός της κοινωνίας της χρησιμότητας, που είναι βασισμένη στην καταπίεση της δημιουργικότητας αλλά παρόλα αυτά  περιέχει όλες τις συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξή της, μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί η επιθετικότητα διαχωρίζεται από τον αγώνα για την επιβίωση. Στη σύγχρονη κοινωνία, η ευκατάστατη τάξη από μόνη της δεν μπορεί να δράσει με δημιουργικό τρόπο, και είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό ότι νοιώθει περισσότερο απογοητευμένη από ότι οι μάζες, οι οποίες δεν κατέχουν τίποτα άλλο εκτός από τον αγώνα για την μελλοντική τους ελευθερία. Με το στόχο αυτών των αγώνων να είναι ο μετασχηματισμός της υπάρχουσας κοινωνίας, η ίδια η πάλη είναι δημιουργία.

Το δημιουργικό ένστικτο

Υποθέτοντας την πιθανή έλευση μιας παιχνιδίστικης κοινωνίας, προϋποθέτει κανείς από την αρχή ότι κάθε ανθρώπινο πλάσμα νιώθει τη λανθάνουσα ανάγκη να εκδηλώσει τη δημιουργικότητά του, και αυτό εμφανίζεται στην εξάχνωση των πρωτόγονων μορφών ενστίκτου. Αυτή η ανάγκη δεν ικανοποιείται στη στατική μας κοινωνία, όπου η εκπλήρωση μέσω της δημιουργίας μπορεί να είναι μόνο τυχαία. Όλη η εκπαίδευση που προετοιμάζει τον μελλοντικό ενήλικα για τον «χρήσιμο» ρόλο που θα παίξει στην κοινωνία τείνει να καταστέλλει το δημιουργικό ένστικτο. Ωστόσο, συμβαίνει συχνά η «χρησιμότητα» να εξαφανίζεται με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, ακόμη και πριν ένα παιδί φτάσει στο τέλος των σπουδών του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η «εκπαίδευση» μπορεί να παίξει έναν αρνητικό μόνο ρόλο στην καταστολή της όλης αυθόρμητης δημιουργικότητας. Αν δεν ήταν έτσι, ο ενήλικας θα ήταν πιο δημιουργικός από το παιδί, ενώ στην πραγματικότητα το αντίθετο είναι αλήθεια.

Μπορεί όμως κάποιος να συλλάβει μια εκπαίδευση που να στοχεύει στην ανάπτυξη της δημιουργικότητας; Μπορούμε να αμφιβάλλουμε και να διερωτηθούμε αν οποιαδήποτε εκπαίδευση, ή ότι περιγράφεται από τον όρο, δεν είναι εξαιρετικά περιορισμένη, αν η κύρια λειτουργία της δεν είναι να περιορίζει την ελευθερία, που είναι η θεμελιώδης συνθήκη της δημιουργικότητας. Η μόνη εκπαίδευση που ευνοεί τη δημιουργία είναι αυτή που αποδεσμεύει την ανάπτυξη της δημιουργικότητας. Αλλά ο Homo Ludens ξεφορτώνεται την εκπαίδευση. Μαθαίνει παίζοντας.

Αυτοί που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις δομές της κοινωνίας της χρησιμότητας καταδικάζουν τον εαυτό τους σε απομόνωση. Αυτοί είναι οι «ακοινωνικοί» τύποι, ένας όρος συνώνυμος συχνά του «εγκληματία». Η «εγκληματικότητα» προϋποθέτει παραβίαση θεσμοθετημένων κοινωνικών σχέσεων, γεγονός που εξηγεί τις διαφορετικές ερμηνείες των οποίων έχει υπάρξει αντικείμενο. Το έγκλημα, η «εγκληματική πράξη», διαταράσσει την τάξη αυτών των σχέσεων και η κοινωνία αντιδρά εξολοθρεύοντας το ένοχο άτομο. Όταν, από μια τελείως διαφορετική προοπτική, η «εγκληματική πράξη» θεωρείται σαν μια έκφραση απέλπιδας θέλησης για εξουσία, και δεχόμενοι ιδανικά ότι, η θέληση για εξουσία μετασχηματίζεται σε δημιουργικότητα, το «έγκλημα» δεν γίνεται τίποτα άλλο εκτός από μία αποτυχημένη απόπειρα κατά τη δημιουργία. Η συμπεριφορά του εγκληματία έναντι της πραγματικότητας δεν είναι περισσότερο παθητική από του καλλιτέχνη, από τη στιγμή που και αυτός παρεμβαίνει σε μια δεδομένη κατάσταση. Αλλά ενώ η δημιουργική πράξη συμφιλιώνει την καταστροφή και την κατασκευή, προσφέροντάς τους ισορροπία, ο εγκληματίας δίνει το πλεονέκτημα στην καταστροφή. Ακόμη, η παρέμβαση του καλλιτέχνη δείχνει, τουλάχιστον όσον αφορά στην κοινωνία της χρησιμότητας, μια «ακοινωνική» συμπεριφορά το αποτέλεσμα της οποίας μπορεί να διακριθεί ελάχιστα από αυτό του εγκλήματος.

Στη Νέα Βαβυλώνα όπου δεν γίνεται σεβαστή καμία «τάξη», η κοινοτική ζωή διαμορφώνεται μέσα από τη δυναμική μονίμως εναλλασσόμενων καταστάσεων. Η δυναμική αυτή ενεργοποιεί δυνάμεις που στην κοινωνία της χρησιμότητας καταστέλλονται ή στην καλύτερη περίπτωση απλά γίνονται ανεκτές. Γι’ αυτό το λόγο, είναι αδιανόητο ότι μια ζωή σαν αυτή της Νέας Βαβυλώνας θα μπορούσε να επιβληθεί στη σύγχρονη κοινωνία, ακόμη και για το πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Όταν οι κοινωνικές συμβάσεις δεν είναι πλέον σεβαστές, όπως κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού, δεν είναι η δημιουργικότητα που αυξάνεται, αλλά η επιθετικότητα: μια επιθετικότητα σε ευθεία αναλογία με την πίεση που ασκείται από την κοινωνία στη δημιουργικότητα.

Κάθε αιτία επιθετικότητας έχει εξολοθρευτεί στη Νέα Βαβυλώνα. Οι συνθήκες ζωής ευνοούν τον εξευγενισμό[6] και η δραστηριότητα γίνεται δημιουργία. Η ανώτερη μορφή ύπαρξης είναι δυνατή μονάχα σε έναν κόσμο πλήρους ελευθερίας όπου το ανθρώπινο πλάσμα δεν παλεύει πλέον να συντηρήσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο, αλλά συγκεντρώνει τη δραστηριότητά του στη μόνιμη δημιουργία της ζωής του, την οποία κατευθύνει σε ένα ακόμη ανώτερο επίπεδο.

Ο Νέος Βαβυλώνιος

Ο αγώνας για την επιβίωση έχει διαιρέσει την ανθρωπότητα σε ομάδες συμφερόντων που συχνά συναγωνίζονται, αλλά πάντα αντιτίθενται στην ιδέα της συνένωσης σε μεγάλες ομάδες, δυνατότερες στο να αμύνονται. Η παρατεταμένη διαίρεση σε ράτσες, φυλές,  έθνη, κοινωνικές τάξεις εξηγείται επίσης από τις ιστορικές συνθήκες αυτού του αγώνα. Σε μια κοινωνία που δεν γνωρίζει πλέον τον αγώνα για διαβίωση, ο ανταγωνισμός εξαφανίζεται σε ατομικό και σε ομαδικό επίπεδο. Οι φραγμοί και τα σύνορα εξαφανίζονται επίσης. Είναι ανοιχτός ο δρόμος για την ανάμιξη των πληθυσμών, η οποία έχει ως αποτέλεσμα και την εξαφάνιση των φυλετικών διαφορών και την συγχώνευση των πληθυσμών σε μια νέα φυλή, την παγκόσμια φυλή των Νέων Βαβυλώνιων.

Ο Νέος Βαβυλώνιος διαθέτει μια απόλυτη ελευθερία δράσης, αλλά αυτή η ελευθερία πραγματοποιείται μόνο μέσα σε σχέσεις αμοιβαιότητας με όλους τους ομοίους του. Μια ludic κοινωνία που βασίζεται στην κοινότητα των συμφερόντων όλων των ανθρώπων δεν γνωρίζει καμία από τις ατομικές ή συλλογικές αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν την κοινωνία της χρησιμότητας. Αντιθέσεις συμφερόντων, ανταγωνισμός και εκμετάλλευση είναι, σε αυτό το πλαίσιο, έννοιες κενές περιεχομένου. Η νεοβαβυλωνιακή κοινότητα περιλαμβάνει την ολότητα των κατοίκων της Νέας Βαβυλώνας, και η ταυτόχρονη δραστηριότητά τους είναι αυτή που δημιουργεί τη νέα συλλογική κουλτούρα.

Ακόμα και όταν διανύει τεράστιες αποστάσεις, ο Homo Faber κινείται σε έναν κοινωνικό χώρο που περιορίζεται από τους εξαναγκασμούς να επιστρέψει σε μια μόνιμη κατοικία. Είναι «δεμένος με τη γη». Οι κοινωνικές του σχέσεις καθορίζουν τον κοινωνικό του χώρο, ο οποίος περιλαμβάνει το σπίτι του, το χώρο εργασίας του, το σπίτι της οικογένειας και των φίλων του. Ο Νέος Βαβυλώνιος ξεφεύγει από αυτούς τους περιοριστικούς δεσμούς. Ο κοινωνικός του χώρος είναι απεριόριστος. Επειδή δεν είναι πλέον «ριζωμένος», μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα: πολύ πιο ελεύθερα από τη στιγμή που ο χώρος τον οποίο διατρέχει χωρίς τέλος αλλάζει έκταση και ατμόσφαιρα με το αποτέλεσμα διαρκώς να ανανεώνεται. Η κινητικότητα, και ο αποπροσανατολισμός που παράγει, διευκολύνει τις επαφές μεταξύ των ανθρώπων. Χωρίς καμία δυσκολία φτιάχνονται και διαλύονται δεσμοί, προικίζοντας τις κοινωνικές σχέσεις με μια τέλεια ειλικρίνεια.

Πάνω σε μερικά στοιχεία της νεοβαβυλωνιακής κουλτούρας

Η ουσία της νεοβαβυλωνιακής κουλτούρας είναι το παιχνίδι με τα στοιχεία που απαρτίζουν το περιβάλλον. Ένα τέτοιο παιχνίδι είναι δυνατό χάρη στον πλήρη τεχνικό έλεγχο όλων αυτών των στοιχείων, τα οποία με αυτό τον τρόπο γίνονται μια συνειδητή δημιουργία του περιβάλλοντος.

Τα συστατικά του περιβάλλοντος είναι πολυάριθμα και διαφορετικών ειδών. Για να τα φανταστούμε σε όλη τους την ποικιλομορφία, θα ήταν απαραίτητο να ξεκινήσουμε διακρίνοντας κάποιες ομάδες, που απορρέουν από  δύο ξεχωριστά κριτήρια: ένα αντικειμενικό κριτήριο και ένα υποκειμενικό κριτήριο.

Α. Στοιχεία χωρικής κατασκευής, τα οποία καθορίζουν την εμφάνισή του [χώρου] και αποτελούν αντικείμενο προηγούμενου σχεδιασμού. Μπορούν να ομαδοποιηθούν κάτω από την κατηγορία των «αρχιτεκτονικών στοιχείων». (Παραδείγματα: η μορφή και οι διαστάσεις του χώρου, τα δομικά υλικά, η δομή τους, τα χρώματά τους)˙

Β. Στοιχεία που καθορίζουν την ποιότητα του χώρου. Όντας περισσότερο εύπλαστα, δεν μπορούν να σχεδιαστούν στον ίδιο βαθμό. Τέτοια είναι οι «κλιματικές συνθήκες» (θερμοκρασία, υγρασία, ατμόσφαιρα κλπ)˙

Γ. Στοιχεία που, χωρίς να καθορίζουν την ποιότητα του χώρου, επηρεάζουν την αντίληψη του χώρου. Η χρησιμότητά τους είναι τυχαία και η επίδρασή τους μικρής διάρκειας. Αυτά είναι τα «ψυχολογικά στοιχεία». (Παραδείγματα: κίνηση, φαγητό και ποτό, η χρήση της λεκτικής και άλλης επικοινωνίας κλπ).

Μια άλλη κατάταξη, χρησιμοποιώντας πιο υποκειμενικά κριτήρια, κατανέμει τα περιβαλλοντικά στοιχεία σύμφωνα με την επιρροή που έχουν πάνω μας. Εδώ κάποιος διακρίνει οπτικά, ηχητικά, απτικά, οσφρητικά και γευστικά στοιχεία.

Αλλά όποια και να είναι τα κριτήρια, είναι δύσκολο να απομονωθεί ένα στοιχείο, να χωριστεί από τα υπόλοιπα. Και ένας μεγάλος αριθμός σημαντικών στοιχείων μπορούν να αποτελέσουν τμήμα πολλών διαφορετικών κατηγοριών. Έτσι, ανάμεσα στα στοιχεία που διαλέχτηκαν σύμφωνα με το πρώτο κριτήριο, η δομή του χώρου, συνδέεται με τις κλιματικές συνθήκες όπως επίσης και με τις κινήσεις στο χώρο. Η ικανοποίηση που λαμβάνεται από το φαγητό και το ποτό δεν είναι η ίδια σε κάθε χώρο και σε οποιοδήποτε κλίμα. Όσο για το δεύτερο κριτήριο, μας διευκολύνει να ανακαλύψουμε ακόμη πιο περίπλοκους συσχετισμούς. Μια δομή, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει αντιληπτή από την όραση και την αφή˙ η γλώσσα απευθύνεται το ίδιο στην ακοή και την όραση. Το φαγητό και το ποτό στη γεύση, αλλά επίσης στην όσφρηση, στην όραση, στην αφή. Σε αυτά τα στοιχεία προστίθενται άλλα, που επενεργούν το ένα πάνω στο άλλο σε στενή αλληλεξάρτηση. Η διαχωριστική ανάλυση δικαιολογείται μόνο από την άποψη του τεχνικού ελέγχου. Όντας κάποιος ευαίσθητος σε ένα περιβάλλον, σε μια ατμόσφαιρα, δεν θα φανταζόταν να διακρίνει τα διαφορετικά στοιχεία που την απαρτίζουν, ακριβώς όπως όταν κοιτάει έναν ζωγραφικό πίνακα δεν διαχωρίζει τα διαφορετικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν από τον ζωγράφο.

Μορφές συμπεριφοράς

Είναι καλά γνωστό ότι η συμπεριφορά επηρεάζεται ισχυρά από τα στοιχεία του περιβάλλοντος. Στην ψυχιατρική η χειραγώγηση αυτών των στοιχείων ονομάζεται «πλύση εγκεφάλου». Στη Νέα Βαβυλώνα, όπου κάθε άτομο μπορεί ελεύθερα να χρησιμοποιήσει τα τεχνικά μέσα και να συμμετέχει ενεργά στη συλλογική οργάνωση του χώρου, αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να διαλεχτούν σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο στόχο. Κάθε πρωτοβουλία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, να εκτραπεί από διαφορετικές, ακόμη και αντίθετες πρωτοβουλίες.

Αν ο Νέος Βαβυλώνιος μπορεί να μετασχηματίσει το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα χρησιμοποιώντας το διαθέσιμο τεχνικό υλικό, και κάνοντάς το αυτό μπορεί να επηρεάσει προσωρινά τη συμπεριφορά άλλων, με τη σειρά του υφίσταται τη δική τους επιρροή. Σε κάθε περίπτωση η επίδραση της παρέμβασής του δεν διαρκεί πολύ, από τη στιγμή που κάθε παρέμβαση, ως πρόκληση που είναι, δεν μπορεί να μείνει χωρίς απάντηση.

Θα μπορούσε να εγερθεί αντίρρηση ότι, μη όντας η δημιουργικότητα ίδια για όλους, η επιρροή των πιο ενεργών και χαρισματικών θα είναι ισχυρότερη από αυτή των λιγότερο ενεργητικών και εφευρετικών. Αυτή η αντίρρηση, ωστόσο, είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας της χρησιμότητας, η οποία βλέπει στην ανωτερότητα της ευφυΐας και της ενεργητικότητας τα πιο σίγουρα μέσα για την κατάληψη της εξουσίας. Σε μια συλλογική κουλτούρα, η ατομική πράξη αναμιγνύεται  με την γενική κοινωνική δραστηριότητα. Δεν μπορεί να απομονωθεί και το αποτέλεσμα δεν φέρει ίχνη της. Η συλλογική κουλτούρα είναι μια σύνθετη κουλτούρα, ένα προϊόν της στενής και οργανικής αλληλεξάρτησης όλης της δημιουργικής δραστηριότητας. Είναι το αντίθετο της ανταγωνιστικής κουλτούρας που γνωρίζουμε, η οποία λαμβάνει την απόλυτη ανωτερότητα του ισχυρότερου, της «διάνοιας», ως μονάδα με την οποία μετρά όλη τη δραστηριότητα – καταλήγοντας σε μια απαράμιλλη σπατάλη δημιουργικών δυνάμεων.

Ας φανταστούμε, τότε, ότι σε μια δεδομένη στιγμή ένας αριθμός Χ ατόμων βρίσκονται μέσα σε έναν από τους τομείς. Ότι ο τομέας χωρίζεται σε πολλούς χώρους διαφορετικού μεγέθους, μορφής και ατμόσφαιρας. Ότι κάθε ένας από αυτούς τους χώρους βρίσκεται στο σημείο του να μετασχηματιστεί: να χτιστεί, καταστραφεί, στηθεί, ξεστηθεί… Ότι όλα τα παρόντα άτομα συμμετέχουν ενεργά σε αυτή την αδιάκοπη δραστηριότητα. Ότι κάθε άτομο μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα από τον ένα χώρο στον άλλο. Ότι ο τομέας διασχίζεται συνεχώς από το ένα τμήμα στο άλλο από νέους ανθρώπους και από αυτούς που, έχοντας ζήσει για λίγο εκεί, φεύγουν. Μια τέτοια ευέλικτη πολυπλοκότητα των χωρικών συνθηκών και της σύνθεσης του «πληθυσμού» καθορίζει τη νεοβαβυλωνιακή κουλτούρα.

Οι τομείς διαρκώς αλλάζουν μορφή και ατμόσφαιρα σύμφωνα με τις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εκεί. Κανείς δεν μπορεί να επιστρέψει σε αυτό που υπήρχε πριν, να ξαναανακαλύψει το μέρος όπως το άφησε, την εικόνα που είχε διατηρήσει στη μνήμη του. Κανείς δεν πέφτει τώρα στην παγίδα της συνήθειας.

Οι συνήθειες, το σύνολο των οποίων συγκροτούν ένα κοινωνικό «μοντέλο συμπεριφοράς», είναι αυτές οι οποίες, σε μια κοινωνία της χρησιμότητας, πριμοδοτούν ένα στατικό τρόπο ζωής: υπάρχουν τόσοι πολλοί αυτοματισμοί. Ωστόσο, ο δυναμισμός μιας ζωής μόνιμης δημιουργίας αποκλείει κάθε αυτοματισμό. Ακριβώς όπως ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί και δεν θέλει να επαναλάβει κάποιο από τα έργα του, έτσι και ο Νέος Βαβυλώνιος ο οποίος δημιουργεί τη ζωή του δεν μπορεί να επιδείξει επαναληπτική συμπεριφορά.

Ο δυναμικός λαβύρινθος

Ενώ στην κοινωνία της χρησιμότητας κάποιος πασχίζει με όλα τα μέσα για έναν βέλτιστο προσανατολισμό στο χώρο, εγγύηση χρονικής αποδοτικότητας και οικονομίας, στη Νέα Βαβυλώνα πριμοδοτείται ο αποπροσανατολισμός που εξυπηρετεί την περιπέτεια, το παιχνίδι και τη δημιουργική αλλαγή. Ο χώρος της Νέας Βαβυλώνας έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός λαβυρινθώδους χώρου, μέσα στον οποίο η κίνηση δεν υπόκειται πλέον στους περιορισμούς μιας δεδομένης χωρικής ή χρονικής οργάνωσης. Η λαβυρινθώδης μορφή του νεοβαβυλωνιακού κοινωνικού χώρου είναι η ευθεία έκφραση της κοινωνικής ανεξαρτησίας.

Η ατμόσφαιρα ενός περιβάλλοντος που έχει κάποια συγκεκριμένα πλαστικά και ακουστικά χαρακτηριστικά εξαρτάται από τα άτομα που βρίσκονται εκεί. Ένα μεμονωμένο άτομο μπορεί παθητικά να υποταχθεί σε αυτή την ατμόσφαιρα ή νατην αλλάξει ανάλογα με τη διάθεσή του εκείνη τη στιγμή. Αλλά με την είσοδο ενός δεύτερου ατόμου, μια νέα παρουσία γίνεται αισθητή και η αλληλεπίδραση των δύο παρουσιών αποκλείει κάθε παθητικότητα. Η ποιότητα του περιβάλλοντος και της ατμόσφαιράς του δεν εξαρτάται πλέον μόνο από υλικούς παράγοντες, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο θα έχουν προσληφθεί, εκτιμηθεί και χρησιμοποιηθεί, με το «νέο τρόπο θέασής» τους. Και όταν ένα τρίτο ή τέταρτο άτομο έρθει για να πάρει τη θέση του δίπλα στους άλλους, η κατάσταση –όντας πιο περίπλοκη– ξεφεύγει από τον έλεγχο οποιουδήποτε από τα παρόντα άτομα. Καθώς ο αριθμός των επισκεπτών σταδιακά αυξάνεται και η σύνθεση της ομάδας μεταβάλλεται, η περιπλοκότητα αυξάνεται επίσης, ενώ ο ατομικός έλεγχος του χώρου μειώνεται.

Η συλλογική χρήση του χώρου συνεπάγεται ποιοτική αλλαγή αφού τείνει να μειώνει την παθητικότητα. Η δραστηριότητα των κατοίκων του χώρου είναι ένα ζωτικό τμήμα του περιβάλλοντος που, όντας στατικό, γίνεται δυναμικό. Σε έναν κοινωνικό χώρο όπου ο αριθμός των ατόμων αλλάζει αδιάκοπα, μαζί με τις σχέσεις μεταξύ τους, κάθε ένα άτομο παρακινείται να αλλάξει το προσωπικό του περιβάλλον. Όλες αυτές οι ωθήσεις, ενωμένες, αντιπροσωπεύουν μια δύναμη που δρα έκδηλα στη διάταξη του χώρου, και στη Νέα Βαβυλώνα, όπου ο χώρος είναι δημόσιος, δρα συνεχόμενα. Ο χώρος στην ολότητά του θα υποταχθεί έτσι στις πιο αναπάντεχες επιρροές, και κάποιος μπορεί να φανταστεί πως μια παρόμοια διαδικασία ξεδιπλώνεται ταυτόχρονα με άπειρα ποικίλους τρόπους σε μια πολλαπλότητα χώρων, των οποίων ο αριθμός είναι τόσο μεταβλητός όσο οι σύνδεσμοι που δημιουργούνται μεταξύ τους. Κάποιος φτάνει, έπειτα, στην εικόνα ενός τεράστιου κοινωνικού χώρου που είναι για πάντα άλλος: ένας δυναμικός λαβύρινθος με την ευρύτερη έννοια του όρου.

Τεχνολογία

Η τεχνολογία είναι ένα απολύτως απαραίτητο εργαλείο για την πραγματοποίηση ενός πειραματικού κολεκτιβισμού. Η επιδίωξη της κυριαρχίας στη φύση χωρίς τη χρήση της τεχνικής είναι καθαρή φαντασία. Ανανεωμένα, επανεφευρημένα οπτικοακουστικά μέσα είναι μια απαραίτητη βοήθεια. Σε μια κυμαινόμενη κοινότητα, χωρίς μια σταθερή βάση, οι επαφές μπορούν να διατηρηθούν μόνο μέσω εντατικών τηλεπικοινωνιών. Κάθε τομέας θα εφοδιαστεί με τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό, προσβάσιμο σε όλους, και του οποίου η χρήση, πρέπει να σημειώσουμε, δεν είναι ποτέ αυστηρά λειτουργική. Στη Νέα Βαβυλώνα ο κλιματισμός δεν εξυπηρετεί μόνο στην αναδημιουργία ενός «ιδανικού» κλίματος, όπως σε μια κοινωνία της χρησιμότητας, αλλά για να μεταβάλλει την ατμόσφαιρα στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Όσο για τις τηλεπικοινωνίες, δεν εξυπηρετούν μόνο, ή κυρίως, πρακτικά συμφέροντα. Βρίσκονται στην υπηρεσία της ludic δραστηριότητας, είναι μια μορφή παιχνιδιού.

Για να το συλλάβουμε αυτό, ας πάρουμε το παράδειγμα ενός τοπικού καφέ, ενός πολύ ήσυχου καφέ, η ατμόσφαιρα του οποίου θα ζωντάνευε ξαφνικά όταν κάποιος που φτάνει βάζει χρήματα στο jukebox. Στη Νέα Βαβυλώνα, κάθε άτομο μπορεί ανά πάσα στιγμή, σε οποιοδήποτε μέρος, να μεταβάλλει την ατμόσφαιρα ρυθμίζοντας την ένταση του ήχου, την ένταση του φωτός, την οσμή της ατμόσφαιρας ή τη θερμοκρασία. Αν συμβεί να μπει μια μικρή ομάδα σε ένα χώρο, τότε η διάταξη αυτού του χώρου μπορεί να γίνει κάτι άλλο. Αρθρώνοντας πολλούς μικρούς χώρους, κάποιος θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα χώρο με περισσότερο ευρύχωρες διαστάσεις, ή αντίστροφα. Κάποιος μπορεί επίσης να αλλάξει τη μορφή ενός χώρου με νέες εισόδους, ή μπλοκάροντας τις παλιές˙ προσθέτοντας ή αφαιρώντας σκάλες, γέφυρες, ανεμόσκαλες, ράμπες κλπ. Με ελάχιστη προσπάθεια, θα μπορούσε κανείς να φτάσει στην οποιαδήποτε επιθυμητή τροποποίηση. Επιπλέον, ο καθένας έχει διαθέσιμο ένα εύρος ποικίλων χωρισμάτων από διαφορετικά υλικά, υφές και χρώματα˙ διαφορετικά επίσης στις θερμοακουστικές τους ποιότητες. Οι σκάλες, οι γέφυρες και οι σωλήνες είναι από μόνα τους ποικίλης κατασκευής και μορφής. Μέσω του συνδυασμού ανώμαλων, ελάχιστα βατών επιφανειών, λείων ραμπών, στενών περασμάτων, οξειών γωνιών κλπ κάποιοι χώροι γίνονται εκλεκτικοί. Τέτοια θα είναι η περίπτωση αυτών στους οποίους φτάνει κανείς μέσω μιας σχοινένιας σκάλας ή στύλου, και οι οποίοι θα είναι τα αγαπημένα μέρη των παιδιών και των νέων ανθρώπων. Οι οριακοί τομείς, που είναι σκαρφαλωμένοι στην πλαγιά ενός βουνού ή κατά μήκος μιας ακτής και οι οποίοι, δεδομένης της θέσης τους, είναι λιγότερο πολυσύχναστοι, θα αποτελούν την επιλογή που προτιμούν οι συνταξιούχοι ή οι άρρωστοι.

Οι τομείς θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο ανεξάρτητοι από την άποψη της κατασκευής τους και των τεχνικών εγκαταστάσεων. Αυτό είναι σημαντικό, απ’ τη στιγμή που κάθε τομέας θα πρέπει να μπορεί να ανακατασκευάζεται χωρίς να καταστρέφει τους γειτονικούς τομείς με τους οποίους συνδέεται με κινητές γέφυρες. Οι μεγάλοι σταθμοί ηλεκτρικής ή πυρηνικής ενέργειας που εφοδιάζουν τους τομείς τοποθετούνται, φυσικά, όσο το δυνατό πιο μακριά από το δίκτυο.

Η εντατικοποίηση του χώρου

Στη Νέα Βαβυλώνα, όπου η φύση και η δομή του χώρου αλλάζει συχνά, κάποιος θα κάνει πολύ περισσότερο εντατική χρήση του παγκόσμιου χώρου. Ο όγκος του κοινωνικού χώρου και της κοινωνικής δραστηριότητας στο χώρο έχει δύο συνέπειες: ο διαθέσιμος για ατομική χρήση χώρος είναι μεγαλύτερος από ότι σε μια κοινωνία με καθηλωμένο πληθυσμό˙ εν τούτοις δεν υπάρχει πλέον άδειος χώρος, χώρος αχρησιμοποίητος έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, και καθώς κάνει κανείς δημιουργική χρήση του, η προοπτική του αλλάζει τόσο πολύ και τόσο συχνά που μια σχετικά μικρή επιφάνεια προσφέρει τόσες πολλές παραλλαγές, όσο ένα ταξίδι γύρω από τον κόσμο. Η απόσταση που καλύπτεται, η ταχύτητα, δεν είναι πλέον τα κριτήρια της κίνησης˙ και ο χώρος, βιωμένος πιο εντατικά, μοιάζει να διαστέλλεται.

Αλλά αυτή η εντατικοποίηση του χώρου είναι δυνατή μόνο χάρη στη δημιουργική χρήση των τεχνικών μέσων –μια χρήση που εμείς, που ζούμε σε μια κοινωνία που η χρήση έχει ένα τελικό σκοπό, μετά βίας μπορούμε να φανταστούμε.

Το να πετύχεις στη ζωή είναι το να τη δημιουργείς και να την αναδημιουργείς αδιάκοπα. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει μια ζωή που του αξίζει, μόνο αν ο ίδιος δημιουργεί. Όταν ο αγώνας για επιβίωση δεν είναι πλέον παρά μια ανάμνηση, θα είναι ικανός, για πρώτη φορά στην ιστορία, ελεύθερα, να χειριστεί αποτελεσματικά το σύνολο της ζωής του. Θα είναι ικανός, μέσα σε πλήρη ελευθερία, να δώσει στην ύπαρξή του τη μορφή που επιθυμεί. Απέχοντας από το να παραμένει παθητικός απέναντι σε έναν κόσμο, στον οποίο αρκείται να προσαρμόζει τον εαυτό του, προς το καλύτερο ή το χειρότερο, στις εξωτερικές συνθήκες, θα φιλοδοξούσε να δημιουργήσει έναν άλλο, στον οποίο η ελευθερία του πραγματώνεται. Αν είναι να δημιουργήσει τη ζωή του, του είναι επιβεβλημένο να δημιουργήσει αυτόν τον κόσμο. Και αυτή η δημιουργία, όπως και η άλλη, συνεπάγεται την ίδια αδιάκοπη διαδοχή από ανα-δημιουργίες.

Η Νέα Βαβυλώνα είναι το έργο μονάχα των Νεοβαβυλώνιων, το προϊόν της κουλτούρας τους. Για εμάς, είναι μόνο ένα μοντέλο στοχασμού και παιχνιδιού.

Γράφτηκε από τον Constant για τον εκθεσιακό κατάλογο που δημοσιεύτηκε από το Haags Gemeetenmuseum, Χάγη, 1974. Η μετάφραση έγινε βάση της αγγλικής μετάφρασης του περιοδικού notbored (www.notbored.org/new-babylon.html)

1. ΣτΜ. Utilitarian society: κυριολεκτικά θα μεταφραζόταν χρησιμοθηρική κοινωνία.

2. Johan Hizinga – Ο Άνθρωπος και το Παιχνίδι, Γνώση, Ιανουάριος 2010, Μετάφραση Γεράσιμος Λυ-κιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης.

3. ό.π.: σελ. 9

4. ΣτΜ. με την έννοια του πήγαινε-έλα. Η διακύμανση έχει αυτή την έννοια σε όλο το κείμενο.

5. 1 εκτάριο = 10 στρέμματα

6. ΣτΜ. με την κυριολεκτική έννοια….

This entry was posted in Μεταφράσεις, Μεταφρασμένα, Τεύχος 4 and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *