editorial #4

Το “κομπρεσέρ” μπαίνει στο 4ο τεύχος του και κοντεύει να κλείσει δύο χρόνια στο χώρο της πόλης, για το χώρο και την πόλη. 4ο τεύχος λοιπόν, και αν τα μετράμε ακόμα ένα-ένα στα editorial μας, είναι γιατί θέλουμε να πιστέψουμε ότι το εγχείρημα φτάνει σιγά-σιγά να αποκτήσει μία μόνιμη περιοδικότητα και μία πολύπλευρη θεματολογία. Όσον αφορά την τελευταία, στόχος μας είναι να καταπιανόμαστε με χωρικά ζητήματα επίκαιρα, πέρα από τις “παραδοσιακές” αφηγήσεις, και πάντα από τη σκοπιά του κινήματος. Πιστεύουμε ότι το εγχείρημα συνεχίζει να κατέχει μια ιδιαίτερη θέση, ενάντια στον ακαδημαϊσμό και ενάντια στους “ειδικούς”, μαζί με όλους εκείνους που παλεύουν κοινωνικά για να αλλάξει η πόλη τους, αλλά και εκείνους που νοιώθουν ότι κάθε κοινωνική αλλαγή περνάει μέσα από την αλλαγή της πόλης τους. Όσον αφορά στην περιοδικότητα του, μπορεί οι 8 μήνες που μεσολάβησαν από το προηγούμενο τεύχος να ξέφυγαν από τον αρχικό μας σκοπό για την εμφάνιση μας σε βιβλιοπωλεία-λέσχες-καταλήψεις ανά εξάμηνο, αλλά είμαστε σίγουροι ότι στη συμπύκνωση του ιστορικού χρόνου που είναι μπροστά μας, το “κομπρεσέρ” θα επανορθώσει και, γιατί όχι, θα κληθεί να ακολουθήσει την εκρηκτική ουσία των καιρών.

Αυτό το μεσοδιάστημα λοιπόν, ξεκίνησε με την παραίτηση της κυβέρνησης τον περασμένο Φλεβάρη, λίγο μετά την έκδοση του “κομπρεσέρ”, πράγμα που μπορεί να είναι ασύνδετο σε ένα βαθμό, αλλά καθόλα σχετιζόμενο με την ραγδαία ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων, με αποκορύφωμα εκείνης της περιόδου, την απεργία της 12ης Φλεβάρη. Δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες, εμφανίστηκαν με μοναδικό συλλογικό πείσμα, συντροφικότητα, αλλά και φαντασιακό, για μια άλλη κοινωνία, να παλεύουν ενάντια στους πραίτορες για έναν συμβολικό και υλικό χώρο της πόλης, η πλατεία Συντάγματος συμπύκνωσε ξανά κοινωνικές αντιθέσεις, κινηματικό χρόνο και την κρατική βία στην πιο καθαρή της μορφή. Αυτή τη φορά ακόμα πιο αποφασισμένα, η συμβολική κατάληψη του χώρου ενωνόταν με την απτή παρεμπόδιση για το πέρασμα των μέτρων και τους διαθλασμένους πόθους των “από κάτω”.

Η διπλή εκλογική αναμέτρηση δεν είχε τον χαρακτήρα βαλβίδας κοινωνικής εκτόνωσης, που παραδοσιακά είχαμε συνηθίσει. Αντίθετα, έκανε ορατή την πόλωση της κοινωνίας ταξικά, ηλικιακά, γεωγραφικά, επαγγελματικά και βέβαια, αλλά χωρίς δικαίωμα εκλογικής έκφρασης, φυλετικά. Τα δίπολα που μετρήθηκαν σε αυτή την αναμέτρηση ξεφεύγουν να χωροθετηθούν από οποιαδήποτε παραδοσιακό κομματικό πρόγραμμα. Συνθέτουν ένα μείγμα αντιλήψεων και προθέσεων που δεν είναι απλά νοητικές, αλλά πλημμυρίζουν την πόλη και συγκρατούνται βίαια από τις όχθες του ποταμού.

Ακόμα και στην πιο δυνατή φουρτούνα πάντως, τα σκατά στο τέλος επιπλέουν, ειδικά αν αυτός που τα κάνει πετάει με τις καταθέσεις του στην Ελβετία, φεύγει να παρουσιάσει το δελτίο των 8, ή ανεβαίνει στις gated communities της Αθήνας. Οι χρυσαυγίτες μπαίνουν δυναμικά στον χώρο της πόλης, γνήσια υποπροϊόν της μικροαστικής αποκαθήλωσης: το όνειρο του αυτοδημιούργητου, του “κοιτάω- τον-κώλο-μου”, του θαμώνα των μαγαζιών της κονσομασιόν, του καταπιεσμένου σεξισμού -τύπου “όλες είναι πουτάνες” και του “λούγκρα είσαι μωρή;”, του καταπατητή και του “έλα μωρέ, κλέψε τους, ποιος θα σε καταλάβει”, δεν αντέχει στα φυτώρια που μεγάλωσε τις τελευταίες δεκαετίες. Θέλει να φωνάξει τον φασισμό που μάθαινε τόσα χρόνια ανοικτά, χωρίς τύψεις. Τώρα που τον πουλήσανε οι άλλοι, δεν μπορεί να κοιταχτεί στον καθρέφτη, εξάλλου είναι όμορφος και Άρειος, από παππούδες Αρβανίτες, Τούρκους, Βλάχους, Σλάβους, Μπαφραλήδες, Σαρακατσάνους, Λεβαντίνους… Αλλά επειδή δεν έχει και τα κότσια, “θα φωνάξει τα παιδιά της ΧΑ”. Μόνιμη επωδός, που έχει κατακτήσει όλες τις πτυχές του καταπιεσμένου κοινωνικού βίου, ανάμιξη ψευτομαγκιάς και θρασυδειλίας.

Το κοινωνικό δίχτυ ανοχής όμως, κάνει περισσότερη ζημιά από την ίδια τη ναζιστική πράξη: αναπαράγει το φαινόμενο, κρύβει και ταΐζει τον φασίστα. Από τον κάτοικο της γειτονιάς που του χαλάει την αισθητική του η μπουγάδα των Αφγανών, μέχρι τις “αθώες” συνεντεύξεις-ριάλιτι για την παιδική ηλικία του ναζί βουλευτή και τους πρώτους του αυνανισμούς, ο λόγος αυτός μπήκε στην καθημερινότητα, “εξορθολογίστηκε”, είναι φυσικό να ακούγεται σαν μία επιπλέον άποψη. Τη φυσικότητα αυτή την ενισχύει η επιχειρησιακή ατζέντα της κάθε κυβέρνησης. Ο υπουργός υγείας, λίγο πριν φύγει, σκέφτηκε ότι θα κόψει κάτι από τα ποσοστά του φασισμού, αν παίξει με τις πρακτικές τους: οι οροθετικές γυναίκες έμαθαν να αισθάνονται θύματα του βιαστή τους. Έμαθαν επίσης ότι η εξέταση αίματος στην πόλη της Αθήνας καταχωρείται στο ποινικό μητρώο. Οι υπουργοί δικαιοσύνης και προστασίας του οπλίτη, σκέφτηκαν το καλοκαίρι ότι η διαρροή προς τα δεξιά μπορούσε να σταματήσει κυνηγώντας κολασμένους. Τη φιλοξενία του “Ξένιου Ζεύ” θα τη ζήλευαν και οι πιο πιστοί εθνικοσοσιαλιστές, όπως και τον ειρωνικό τρόπο να αποκαταστήσουν το ιστορικό λάθος των αρχαίων, αντικαθιστώντας το “Παντί Οδοιπόρω Διψώντι” με το επιστημονικά διαπιστευμένα αρχαιότερο “Arbeit Macht Frei” των κέντρων φιλοξενίας, πάντα. Ξεπεσμένοι μικροαστοί, φτωχοί ανειδίκευτοι εργάτες, μπάτσοι και εργοδότες, συστήνουν τα πιο υψηλά εκλογικά ποσοστά των χρυσαυγιτών. Αυτή η πιο ετερόδοξη συνύπαρξη “εναντίων όλων”, έχει έναν εχθρό. Τη χειραφέτηση των ανθρώπων, που παίρνει χιλιάδες ονόματα: αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, ζωή, εργασία, αγώνας…

Οι επιθέσεις όμως ενάντια στους κολασμένους, δεν είναι βασικά μία ναζιστική ορμή που ψάχνει για εκτόνωση, ένας χώρος συσσώρευσης μέσα στην πόλη απαιτεί την καταστολή κάποιων από τα υποκείμενα της. Αυτή η κατάσταση μόνιμης εξαίρεσης, μπορεί να ξεκινά με τους μετανάστες και τις οροθετικές, αλλά προχωρά να κατηγοριοποιήσει και να καταστείλει κάθε υποκείμενο και ομάδα που εμποδίζει τους χώρους συσσώρευσης που περιμένουν αξιοποίηση. Οι απόπειρες για gentrification του κέντρου της Αθήνας και η καταστολή εγγράφονται στην αναπαραγωγή αυτή. Από την άλλη μεριά, όταν ο μηχανισμός της αγοραίας εκτόπισης δε μοιάζει να λειτουργεί, η βίαιη φυσική επίθεση μοιάζει να παρέχει τις βασικότερες προϋποθέσεις για τη λειτουργία του συστήματος σε περιόδους κρίσης. Οι χωρικές επιπτώσεις της κρίσης και η διαμάχη για τους χώρους της εμφανίζονται ακόμα πιο οξυμένα αυτήν την περίοδο, κάτι που θα εξετάσουμε στο παρόν τεύχος.

Παράλληλα, θα αντλήσουμε στοιχεία από τις εμπειρίες των “ρεβανσιστικών πόλεων”, από άλλες παγκόσμιες περιπτώσεις. Η μετάφραση του Neil Smith που προετοιμάσαμε, μας εισάγει στη τάση του κεφαλαίου να διέρχεται μέσα από το χώρο της πόλης ως συστατικό του κομμάτι, όχι μόνο για την διέξοδο των επενδύσεων του, αλλά και για την οργάνωση της κυριαρχίας του. Η μετάφραση της Silvia Federici έχει ένα επίκαιρο ενδιαφέρον για το σημαίνοντα χαρακτήρα της αναπαραγωγής στο σύγχρονο καπιταλισμό. H Federici υπερασπίζεται την πρωταρχική σημασία της τελευταίαςστην  τελευταία φάση του καπιταλισμού. Θεωρήσαμε ότι το άρθρο αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο, άμα μπει πλάι σε ένα σχετικά αντιπαραθετικό κείμενο, επίσης του Smith, που τονίζει το ρόλο της παραγωγής, ως διαχρονικής και θεμελιωδέστερης διαδικασίας εξασφάλισης των καπιταλιστικών σχέσεων. Η είδηση του θανάτου του Neil Smith, ενός γεωγράφου που η σκέψη του συνέβαλε καταλυτικά στην κατανόηση του χώρου της πόλης, μας έφτασε κυριολεκτικά επί του πιεστηρίου.

Ο καπιταλισμός όμως, δεν αναπαράγεται μόνο ενάντια στον άνθρωπο, αλλά και ενάντια στη φύση. Ως πηγή πλούτου, ως έδαφος της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και ως έδρα των μορφών εκείνων που εκφράζουν τις καπιταλιστικές σχέσεις. Οι σχέσεις καπιταλισμού και φύσης ήταν επίκαιρες όλο το περασμένο διάστημα στην ελληνική κοινωνία, με πιο χαρακτηριστικούς τους αγώνες της Κερατέας και τον εν εξελίξει αγώνα στη Χαλκιδική. Στο κείμενο για το κίνημα “No TAV” στο Πεδεμόντιο της Ιταλίας, μας μεταφέρεται ο πρωτότυπος αγώνας, η αυτοοργάνωση, οι φυσικές αντιπαραθέσεις και οι νίκες των ακτιβιστών/τριων ενάντια στην καταστροφή της κοιλάδας τους.

Όλα αυτά ξεκινάνε με ένα άρθρο αφιερωμένο στη Νέα Βαβυλώνα του Constant, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στο πραγματικό καθημερινό και το δυνητικό ουτοπικό. Οι εποχές των μεγάλων κοινωνικών κινητοποιήσεων είναι και οι εποχές των μεγάλων ρευμάτων σκέψης, που τείνουν να αναιρέσουν το χάσμα του αφηρημένου ακαδημαϊσμού και να μεταφέρουν τη σκέψη στο άμεσο κοινωνικό. Είναι οι εποχές που οι άνθρωποι συνειδητά παράγουν την ιστορία τους, προσπαθώντας να απαντήσουν σε ζητήματα υλικά και ζητήματα αλλοτρίωσης. Πιστεύοντας ακράδαντα, ότι βρισκόμαστε λίγα βήματα πίσω από τέτοιες εποχές, θίγουμε εδώ το ζήτημα της σκέψης ως κοινωνική πράξη μέσα από ένα έργο του Constant. Καλή ανάγνωση!

This entry was posted in Τεύχος 4 and tagged . Bookmark the permalink.

One Response to editorial #4

  1. Σπύρος Μισθός says:

    Εξαιρετικά τα κείμενα τού τεύχους αρ. 3 πού μού έστειλαν τις προάλλες. Σας παρακαλώ να μού στείλετε με δικά μου έξοδα (αντικαταβολή) και τα υπόλοιπα τεύχη πού έχουν κυκλοφορήσει. Σπύρος Μισθός
    Τ.Θ. 293
    491 00 Κέρκυρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *