Neil Smith – Ποια νέα πολεοδομία; Ο ρεβανσισμός των ’90s

revanchism_page1_image1

κατεβάστε το pdf

Στο κενό που δημιουργήθηκε με την εξάρθρωση της φιλελεύθερης αστικής πολιτικής από τη δεκαετία του 1980, η πόλη της Νέας Υόρκης όλο και περισσότερο διέπεται από ένα φαύλο ρεβανσισμό, συνώνυμο της «Εποχής του Giuliani». Ο ρεβανσισμός αναμειγνύει την εκδίκηση με την αντίδραση[1]. Αντιπροσωπεύει μια αντίδραση ενάντια στη βασική υπόθεση της φιλελεύθερης αστικής πολιτικής, δηλαδή στο ότι η κυβέρνηση φέρει κάποια ευθύνη για την εξασφάλιση του ελάχιστου αξιοπρεπούς επιπέδου καθημερινής ζωής για όλους. Αυτή η πολιτική υπόθεση αντικαθίσταται τώρα σε μεγάλο βαθμό από μία βεντέτα ενάντια στους εργαζόμενους και τη «μητέρα πρόνοια», τους μετανάστες και τους ομοφυλόφιλους, τους έγχρωμους και τους άστεγους, τους καταληψίες, και σε όποιον διαμαρτύρεται δημόσια. Κατηγορούνται γιατί έκλεψαν τη Νέα Υόρκη από τον λευκό μεσοαστό που βλέπει την πόλη σαν κτήμα του. Το να κατηγορείς το θύμα ανάγεται, πλέον, από κοινή πολιτική τακτική σε εδραιωμένη πολιτική. Σύμφωνα με τον Bob Herbert, «η διάβρωση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών στην πόλη της Νέας Υόρκης έχει γίνει πολύ πιο σοβαρή και πολύ πιο επικίνδυνη από ό,τι συνειδητοποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι».[2]

Μηδενική ανοχή και απομάκρυνση των αστέγων. Στις 9 Αυγούστου του 1997, μετά από κλήση της αστυνομίας για να διαλύσει καυγά σε νυχτερινό κέντρο του Μπρούκλιν, ο Abner Louima, ένας μετανάστης από την Αϊτή που είχε προσπαθήσει να παρέμβει στον καυγά, συνελήφθη και πετάχτηκε μέσα σε ένα περιπολικό. Αφού δέχτηκε καταφανή επίθεση κατά τη διαδρομή, μεταφέρθηκε σε ένα λουτρό στο τμήμα, όπου τέσσερις λευκοί μπάτσοι φέρεται ότι τον έδειραν, ενώ ο ένας τον σοδόμησε με τη λαβή της βεντούζας για το ξεβούλωμα της τουαλέτας και μετά την έχωσε στο στόμα του. Αφού τον παράτησαν σωριασμένο, τελικά μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου διαγνώστηκε με σοβαρές εσωτερικές ζημιές σε όργανά του. Καθώς η είδηση της βάναυσης αστυνομικής επίθεσης περνούσε από το φίλτρο των εξαγριωμένων νοσοκόμων, αναφέρθηκε επίσης ότι κατά τη διάρκεια της επίθεσης, οι αστυνομικοί φώναζαν ρυθμικά, «είναι η ώρα του Giuliani, όχι η ώρα του Dinkins». Μια απόπειρα συγκάλυψης δεν ήταν αρκετή σε αυτή την περίπτωση για να αποφευχθεί η ποινική δίωξη κατά αρκετών αστυνομικών. Ενώ οι ομοσπονδιακές αρχές επενέβησαν για να εξομαλύνουν τις δικές τους κατηγορίες, αργότερα αναφέρθηκε ότι ο υπό ανάρρωση Louima απέσυρε τον ισχυρισμό ότι αυτοί που του επιτέθηκαν φώναζαν «είναι η ώρα του Giuliani». Αλλά η συγκλονιστική εικόνα είχε ήδη εδραιωθεί στη λαϊκή φαντασία.

Η εποχή του Giuliani, με μια επίσημη έννοια, ξεκίνησε στις αρχές του 1994 όταν ο Rudolph W. Giuliani παρέλαβε τη θέση του δημάρχου της Νέας Υόρκης από τον David Dinkins. Αλλά η εποχή του Giuliani άρχισε στην πραγματικότητα λίγους μήνες αργότερα με την έκδοση της Αστυνομικής Στρατηγικής Νο.5 (Police Strategy No. 5) που ήταν αφιερωμένη στην «ανάκτηση των δημόσιων χώρων της Νέας Υόρκης». Φέροντας τα ονόματα του δημάρχου και του αστυνομικού επίτροπου, William J. Bratton, το έγγραφο αυτό περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, αποτελούσε μια θεμελιώδη δήλωση του Αμερικάνικου ρεβανσισμού, στη λογική των τελών του 19ου αιώνα, στο αστικό τοπίο.[3]

Η οικονομική ύφεση που καθυστερημένα ακολούθησε την χρηματιστηριακή κατάρρευση του 1987 διήρκεσε στη Νέα Υόρκη τουλάχιστον μέχρι το 1994. Με την εθνική οικονομία ήδη να βρίσκεται για τα καλά στη μέση μιας αναδιάρθρωσης που θα καταγραφόταν στη γλώσσα της «παγκοσμιοποίησης», οι κοινωνικές και οικονομικές ταυτότητες αποσταθεροποιούνταν ιλιγγιωδώς καθώς στις τοπικές οικονομίες έρχονταν τα πάνω κάτω. Το τέλος της δεκαετίας του 1980 φαινόταν να οδηγεί πίσω στη δεκαετία του 1970 όταν η δημοσιοοικονομική πτώχευση εγκαινίασε μια μεγάλη περίοδο λιτότητας και αναδιάρθρωσης των δημοτικών υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα αποκαθιστούσε την ιδιωτική οικονομία. Ενώ έρρεαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια «γεω-δωροδοκιών» (geo-bribes) με τη μορφή φορολογικών μειώσεων προκειμένου να προσελκύσουν ή να διατηρήσουν τις μεγαλοεταιρείες στην πόλη, ο επίσημος δείκτης ανεργίας εκτοξεύθηκε σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10 τοις εκατό. Ο δημόσιος φόβος αντικατέστησε την εγωκεντρική αισιοδοξία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, και ήταν αυτός ο φόβος πάνω στον οποίο πάτησε επιδέξια ο Giuliani.

«Η καθοδική πορεία της αστικής παρακμής» ήταν πραγματικά αρκετή, αλλά αντί να διατυπώσει κατηγορίες ενάντια στους καπιταλιστές για αποεπένδυση, στους ιδιοκτήτες για εγκατάλειψη κτιρίων ή στους δημόσιους ηγέτες για στενό περιορισμό στην ταξική και φυλετική ιδιοτέλεια, ο Giuliani ηγήθηκε των φωνών για ένα διαφορετικό είδος εκδίκησης με την Αστυνομική Στρατηγική Νο5. Στοχοποίησε τους άστεγους, τους επαίτες, τις πόρνες, τους καταληψίες, τους γκραφιτάδες, τους «ριψοκίνδυνους ποδηλάτες» και την ασυμβίβαστη νεολαία ως τους μεγαλύτερους εχθρούς της δημόσιας τάξης, ένοχους για την αστική παρακμή, γεννώντας το φόβο. Η αταξία στο δημόσιο χώρο παρουσιάζει «εμφανή σημάδια μιας πόλης εκτός ελέγχου».

Οι νεοϋορκέζοι για χρόνια ένιωθαν πως η ποιότητα ζωής στην πόλη τους βρισκόταν σε παρακμή, πως η πόλη τους απομακρύνεται από την πραγματικότητα μιας αξιοπρεπούς κοινωνίας αντί να την προσεγγίζει. Η συνολική αύξηση των βίαιων εγκλημάτων τις τελευταίες δεκαετίες διόγκωσε αυτή την αντίληψη. Αλλά αυξήθηκαν επίσης και τα σημάδια αταξίας στον δημόσιο χώρο της πόλης.[4]

Η εγκληματικότητα αποκτά υπόσταση στον χώρο, μπορεί ακόμα και να ειπωθεί πως μεταμοντερνοποιείται, στο βαθμό που οι ενδείξεις και τα κρούσματα είναι το ίδιο πράγμα· ταυτίζεται με συγκεκριμένα είδη κοινωνικής παρουσίας μέσα στο αστικό τοπίο. Αστική παρακμή, εγκληματικότητα του δρόμου και «σημάδια αταξίας» ενσωματώνονται στην ίδια ασθένεια. Βαθιά ριζωμένοι φόβοι και ανασφάλειες επιστρατεύονται για να μπερδέψουν τη σωματική με την πνευματική ασφάλεια: τα συμπτώματα είναι η αιτία. Η απολύμανση του τοπίου θα αντέστρεφε τον αστικό μαρασμό. Με τον ερχομό της ώρας του Giuliani, η εκδίκηση ενάντια στις πηγές αταξίας ανάχθηκε σε ηθική υποχρέωση, όπως καταδεικνύεται από τις αφίσες της καμπάνιας στο μετρό που κραύγαζαν, πάνω από υποτιμητικές και ταυτόχρονα απειλητικές εικόνες αστέγων, «Μη τους δίνετε τα χρήματα σας!». Με τους κακοποιούς εντοπισμένους, η λύση για την «ιλιγγιώδη αστική παρακμή» ήταν το ξερίζωμα της αταξίας που μολύνει το αστικό τοπίο.

Η καμπάνια κατά του εγκλήματος, η οποία ξεκίνησε το 1994, αποτελούσε κεντρικό κομμάτι της αναδυόμενης ρεβανσιστικής πόλης. Η αστυνομία είχε πάρει διαταγές να καταδιώκει με «μηδενική ανοχή» οποιονδήποτε και όλους τους υποτιθέμενους μικροεγκληματίες των οποίων οι πράξεις «απειλούσαν την ποιότητα ζωής». Μία βάση δεδομένων στήθηκε για να παρακολουθεί τους άστεγους και οι διοικητές της κάθε περιφέρειας απέκτησαν διευρυμένη εξουσία ώστε να παρακάμπτουν τις νόμιμες και γραφειοκρατικές διαδικασίες ελέγχου της συμπεριφοράς των αστυνομικών. Η Αστυνομική Στρατηγική Νο.5 την περιγράφει ως «προληπτική» αστυνόμευση. Το πώς θα καθάριζαν τους δρόμους ήταν δική τους δουλειά, όπως συμβούλεψε ο Giuliani το αστυνομικό τμήμα της Νέας Υόρκης,  δίνοντάς τους το εν λευκώ υπό την προϋπόθεση, ασφαλώς, πως θα κινούνταν στα πλαίσια του νόμου.

Η μείωση της εγκληματικότητας τη δεκαετία του 1990 θεωρήθηκε απόδειξη της επιτυχίας της πρωτοβουλίας για μηδενική ανοχή και ο αρχηγός της αστυνομίας Bratton και άλλοι γύρισαν όλο τον κόσμο, από το Βανκούβερ μέχρι το Βερολίνο, προσηλυτίζοντας για λογαριασμό της. Αλλά τα ποσοστά της εγκληματικότητας σε εθνικό επίπεδο ήδη έπεφταν στις αρχές του 1990, η μείωση στην πόλη της Νέας Υόρκης ήταν εντονότερη απ’ ότι σε άλλες μεγάλες πόλεις. Στη Νέα Υόρκη, ο αριθμός ρεκόρ φυλακίσεων, πολλές από αυτές για ασήμαντα εγκλήματα, πιθανώς συνέβαλε στα χαμηλά επίπεδα εγκληματικότητας. Παρόλα αυτά, το τέλος της επιδημίας του κρακ, η οποία κράτησε ως τις αρχές του 1990, έμοιαζε ως πιο πιθανή αιτία για τη μείωση του δείκτη εγκληματικότητας.[5]

Η ορμή του ρεβανσισμού του ’90, ωστόσο, έπεσε πάνω στους άστεγους. Ο ανταγωνισμός κατά των αστέγων που σιγόκαιγε τη δεκαετία του ’80 πήρε φωτιά ως επίσημη αστική πολιτική στις αρχές του ’90. Για τον άστεγο πληθυσμό της Νέας Υόρκης, ο οποίος έφτανε τις 100.000, η νέα δεκαετία έφερε έναν συνδυασμό οικονομικής κατάπτωσης, δημόσιας επίθεσης, και την εξαΰλωση της δημόσιας συμπάθειας. Όσοι είχαν δεχτεί έξωση από την ιδιωτική και δημόσια στεγαστική αγορά και κατοικούσαν στα ελάχιστα κενά του δημόσιου χώρου γρήγορα πέρασαν από τα πρωτοσέλιδα στα τέλη του ’80, στο να θεωρούνται η νούμερο ένα δημόσια πληγή τη δεκαετία του ’90. Το 1991 η διοίκηση της πόλης ξεκίνησε μια καμπάνια για να απομακρύνει εκείνους που είχαν δεχτεί έξωση από τα κεντρικά σημεία, τους οικισμούς και τις γειτονιές που «εξευγενίζονταν» –από τις γέφυρες, τα τούνελ, τα πάρκα και τα κενά οικόπεδα που είχαν καταλάβει– ώσπου τελικά τους έδιωξε ολοκληρωτικά από το Μανχάταν. Ενώ οι περισσότερες γειτονιές στο Μανχάταν φιλοξενούσαν κάποιου είδους οικισμό αστέγων το 1991, έξι χρόνια μετά η κυβέρνηση Giuliani μπορούσε να περηφανεύεται πως κατεδάφισε μέχρι και την τελευταία «παραγκούπολη» του Μανχάταν στα τούνελ του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού Penn Central Railroad.[6]

Όσο προχωρούσε η δεκαετία του ’90, οι άστεγοι –διωγμένοι από τα κεντρικά σημεία της πόλης, ακόμα πιο απελπισμένοι και χωρίς να διεκδικούν πρωτοσέλιδα– απωθήθηκαν σε μέρη που τους προσέφεραν το τελευταίο απομονωμένο καταφύγιο στα αστικά όρια: σε παράκτιες θαμνώδεις περιοχές, σε παραλιακούς πεζόδρομους, σε ράμπες αυτοκινητόδρομων σε εξωτερικούς δήμους, στις έρημες περιφραγμένες εκτάσεις των αεροδρομίων, ή στις ξύλινες αποβάθρες των Palisades στο New Jersey. Η πολιτική γεωγραφία της έξωσης έγινε φαινόμενο των εξωτερικών δήμων –έξω από το Μανχάταν, έξω από τις ειδήσεις.

Η Αστυνομική Στρατηγική Νο.5 ενέγραψε την κεντρικότητα των αστέγων μέσω της παράλειψης. Αναγνωρίζοντας ότι η αμέλεια για τους άστεγους θα μπορούσε να δημιουργήσει φωνές κατά του Giuliani, ο δήμαρχος και ο αρχηγός της αστυνομίας αναδιατύπωσαν το θέμα των άστεγων μπροστά σε περιφερειάρχες και αξιωματικούς της αστυνομίας. Οι άστεγοι μετατράπηκαν σε «επικίνδυνους πνευματικά άρρωστους ανθρώπους του δρόμου». Αυτός ο ευφημισμός ποτέ δεν προσδιορίστηκε ολοκληρωμένα και το εύρος ερμηνειών που μπορεί να πάρει είναι τόσο μεγάλο όσο και ασαφές. Εντωμεταξύ, η διοίκηση της πόλης και ο δήμαρχος συχνά βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ανώτατο δικαστήριο εξαιτίας της ξεκάθαρης άρνησής τους να ακολουθήσουν τις νόμιμες απαιτήσεις για την στέγαση όσων είχαν δεχτεί έξωση.[7]

Κι αν οι διαφορετικές πτυχές του νέου αστικού ρεβανσισμού συνενώθηκαν μέχρι το 1994, εκείνη ήταν επίσης και η χρονιά που η Νέα Υόρκη άρχισε να αναδύεται από τα βάθη της ύφεσης. Η Wall Street ήταν στην πρώτη γραμμή αλλά οι μεσίτες δεν άργησαν να ακολουθήσουν. Οι πεσμένες αγορές του Soho, του Chelsea που μόλις είχε γίνει της μόδας, του Upper West Side, ακόμα και του Inwood, ανέβηκαν γρήγορα και διαμερίσματα που δεν μπορούσαν ούτε να τα χαρίσουν στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, πλέον προσέλκυαν συστηματικά πόλεμο προσφορών. Η πρωτοφανής υπερπροσφορά που οδήγησε σε φρενήρη κατανάλωση στη μεσιτική αγορά της Tribeca παρομοιάστηκε με τα γουρούνια που ψάχνουν για τρούφες ακολουθώντας το «νόμο της αγοράς».[8]

Αλλά η επιστροφή στην πόλη του οικονομικού παροξυσμού, συσκευασμένου ακόμα πιο επιδέξια, ήρθε χωρίς ένα κεντρικό συστατικό της τελευταίας άνθησης: ενώ ο αριθμός των άστεγων στην πόλη αυξήθηκε περίπου κατά 15 τοις εκατό μεταξύ 1994 και 1997, παρόλα αυτά δεν υπήρξε αναζωπύρωση της συμπάθειας του κόσμου για τους άστεγους. Δραστικές περικοπές έχουν αποδεκατίσει τις παροχές και τις υπηρεσίες για τους άστεγους, όπως επίσης και τους μηχανισμούς στήριξης που απέτρεπαν τον κόσμο απ’ το να βρεθεί στο δρόμο εξαρχής. Ο συγκεντρωτικός ρεβανσισμός των αρχών του ’90 μπορεί να προκλήθηκε από την οικονομική ύφεση, αλλά η ευημερία στα τέλη της δεκαετίας δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει τις κραυγές για εκδίκηση. Αναδρομικά, όσο δύσκολο κι αν είναι να το παραδεχτούμε, η φιλαργυρία και η δωροληψία της δεκαετίας του ’80 φαίνεται τελικά να έχει συμπεριλάβει μια πιο ευγενή, πιο ήπια αστικοποίηση από ό,τι το ψυχρό ’90.

Εκτός από τους άστεγους και όσους απειλούνται να βρεθούν στο δρόμο, έχουν βρεθεί στο στόχαστρο και εκείνοι που λαμβάνουν κοινωνική πρόνοια. Ανάμεσα στο 1995 και στις αρχές του 1998, πάνω από 363.000 άνθρωποι αποσπάστηκαν από τα κοινωνικά προγράμματα πρόνοιας. Ιδιαίτερα στοχοποιήθηκε η παιδική πρόνοια. Η κοινωνική πρόνοια μετατράπηκε σε εργασιακή πρόνοια, με τους αποδέκτες να λαμβάνουν δελτία παροχών μόνο εφόσον παρήγαγαν έργο. Ο δεδηλωμένος στόχος ήταν να αποκοπεί ο κόσμος από την πρόνοια. Οι κανονισμοί ήταν αυστηροί –μαθητές, γονείς υπεύθυνοι για την ανατροφή παιδιών, άτομα με εδικές ανάγκες, όλοι έπρεπε να δουλεύουν. Αλλά μία έρευνα του 1998 αποκάλυψε ότι πολύ λίγοι από τους αποδέκτες αυτής της εργασιακής πρόνοιας, αναβαθμίστηκαν σε δουλειές πλήρους απασχόλησης όπως ήταν ο σκοπός, τα προνόμια δεν μπορούσαν με τίποτα να αντισταθμίσουν την εντεταμένη κακουχία και η φροντίδα των παιδιών κινδύνευε.[9] Εξάλλου, η εργασιακή πρόνοια αντιπροσώπευε μια διπλή επίθεση: τα προγράμματα πρόνοιας ψαλιδίστηκαν, ενώ ο αριθμός των διαθέσιμων θέσεων εργασίας πετσοκόπηκε και πολλές από αυτές αντικαταστάθηκαν από θέσεις της εργασιακής πρόνοιας.

Ο Giuliani δεν προσπάθησε να κρύψει το γεγονός ότι οι πολιτικές του ήταν ειδικά σχεδιασμένες για να απαλλάξουν τη Νέα Υόρκη από τους άστεγους και τους άλλους φτωχούς. Η προγραμματισμένη συρρίκνωση, το δόγμα του 1970 που υποσχόταν να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες, επέστρεψε με τερατώδη μορφή και με στόχους πλέον ξεκάθαρα προσδιορισμένους, οι οποίοι δεν είναι ούτε οι προϋπολογισμοί ούτε οι υποδομές, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι. Η συρρίκνωση του φτωχού πληθυσμού εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και των αστέγων, «δεν είναι ένα κρυφό κομμάτι της στρατηγικής μας», εξήγησε κάποτε ο δήμαρχος σε μια «εμπιστευτική» σύσκεψη με εκδότες εφημερίδων. «Αυτή είναι η στρατηγική μας».[10]

Ο ρεβανσισμός των ‘90s. Ο νέος αστικός ρεβανσισμός μπορεί να αναπτύχθηκε καλύτερα στη Νέα Υόρκη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν περιορίστηκε σε αυτήν την  πόλη. Ο αποδεκατισμός των κοινωνικών προγραμμάτων σε συνδυασμό με τις ανοικτές επιθέσεις κατά των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτέλεσαν ορόσημο για πολλές από τις νομοθεσίες ενάντια στην εγκληματικότητα, τη μετανάστευση, την κοινωνική πρόνοια και για τη λαϊκή κινητοποίηση από την Καλιφόρνια μέχρι την Ουάσιγκτον. Περισσότεροι από σαράντα δήμοι έχουν πλέον θεσπίσει νομοθεσίες ειδικά σχεδιασμένες για να απωθούν και να απελαύνουν τους άστεγους. Στη Santa Ana της Καλιφόρνια, για παράδειγμα, η πόλη έχει αναπτύξει μια «πολιτική για την αλητεία», η οποία στέλνει το μήνυμα ότι «οι αλήτες δεν είναι πλέον ευπρόσδεκτοι… Στην ουσία η αποστολή αυτού του προγράμματος θα είναι να απομακρύνει όλους τους αλήτες και όλα τα συμπράγκαλά τους… με συνεχείς διώξεις από τα μέρη στα οποία συχνάζουν στην πόλη». Αυτές και άλλες νομοθετικές πρωτοβουλίες απαρτίζουν αυτό που ο Don Mitchell είχε ονομάσει στρατηγική της «εκμηδένισης του χώρου από το νόμο».[11]

Σε διαφορετικές κλίμακες, ο ρεβανσισμός αντιπροσωπεύει μια απάντηση από τη μεριά των λευκών και μεσοαστικών συμφερόντων απέναντι στους ανθρώπους που, όπως αισθάνονται, τους έκλεψαν τον κόσμο (και την εξουσία) τους. Αλλά η έκφραση του δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο στενά προσδιορισμένη, καθώς προσελκύει σημαντικούς αριθμούς από τη λευκή εργατική τάξη και από τη μαύρη μεσαία τάξη. Αυτή ήταν η θεματική του Tom Wolfe στο μαγευτικά διεστραμμένο Bonfire of the Vanities του 1987, αλλά έχει χρησιμοποιηθεί και αλλού. Ο εκδότης του Harper’s, ο Lewis Lapham, συνδέει τη στροφή προς ένα «αντιδραστικό σικ» με την πικρία της κινητικότητας προς τα κάτω που αντιμετώπισαν πολλοί από την ανώτερη μεσαία τάξη. Η ανεργία, που ήταν γενικά συνδεδεμένη με την βιομηχανική εργατική τάξη, μετατράπηκε τη δεκαετία του ‘90, σε συνδυασμό με μετακινήσεις στη δομή της οικονομίας των ΗΠA, σε ευρέως διαδεδομένη εμπειρία και για τους εργαζόμενους στον τριτογενή τομέα.[12]

Ακόμα και αν τα θύματα της μεταρρύθμισης της πρόνοιας καταφέρουν να πετύχουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, ένα επιπλέον μεγάλο πληθυσμιακό πλεόνασμα δημιουργείται παρόλα αυτά. Ενώ στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η ανταπόκριση σε πολλές κοινωνικές κρίσεις περιλάμβανε μια μαζική διοχέτευση κεφαλαίων που στόχευε στη στήριξη του επιπέδου διαβίωσης για τους οριακά εργαζόμενους και στην καθησύχαση των αντιδράσεων, σήμερα όλα τα σημάδια δείχνουν προς μια «νόμιμη καταστολή» ως στρατηγική ελέγχου. Η μαζική αύξηση του πληθυσμού των φυλακών και η άνοδος της κατασκευής φυλακών από την Καλιφόρνια μέχρι το Τέξας, μας λέει ότι αυτή η λύση είναι ήδη σε ισχύ.[13]

Ο φόβος της εγκληματικότητας δεν είναι, φυσικά, θέμα μόνο της λευκής μεσαίας τάξης. Ο ρεβανσισμός είναι από κάθε άποψη η άσχημη πολιτιστική πολιτική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Ο αποδεκατισμός των πιο παραδοσιακών μέσων κοινωνικής αναπαραγωγής και δουλειάς, γέννησε μια πληθώρα εναλλακτικών οικονομιών, από τα κλεψίματα στο δρόμο και τις ληστείες, στην πορνεία και τη βιομηχανία ναρκωτικών, οι οποίες επηρεάζουν δυσανάλογα τις εργατικές και τις φτωχές γειτονιές. Ωστόσο, υπάρχει μια ξεκάθαρη δυσαρμονία ανάμεσα στις θυμωμένες απαιτήσεις για δημόσια ασφάλεια που εκφράζονται από τις μητέρες στο Harlem ή στο South Central και στο γεγονός ότι σχεδόν οι μισοί από τους άρρενες νέους σε αυτές τις γειτονιές είναι «πελάτες», με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, του συστήματος αναμόρφωσης. Η μακροπρόθεσμη φυλάκιση είναι μια απόλυτα αναποτελεσματική απάντηση στα μικροεγκλήματα, ωστόσο η απειλή που αισθάνεται η εύπορη λευκή μεσαία τάξη είναι εκείνη που έγραψε την επίσημη απάντηση. Στην πραγματικότητα εδώ υπάρχει άλλη μία συστηματική διασταύρωση συμφερόντων: στη διάρκεια του πιο διευρυμένου παροξυσμού κατασκευής φυλακών στον κόσμο, ο οποίος ξεκίνησε στην Καλιφόρνια το 1982, τα ποσοστά εγκληματικότητας στην πραγματικότητα μειώνονταν. Η κατασκευή φυλακών μετατράπηκε στο πιο πρόσφατο οικονομικό πακέτο ανάπτυξης στα προάστια του Νότου.[14]  Και η ρεβανσιστική πόλη είναι ο τόπος όπου και οι δύο εναλλακτικές προς την εγκατάλειψη του κράτους –η αγορά και η εντεταμένη αστυνόμευση- λειτουργούν ταυτόχρονα και εντατικά, ενσωματωμένες σε μια άμεσα μεταμοντέρνα πολιτική.

Νέα Πολεοδομία – H γεωγραφία ως εκδίκηση. Όλα αυτά μπορεί να φαίνεται ότι απέχουν από τις βασικές ανησυχίες των πολεοδόμων και των αρχιτεκτόνων, αλλά φυσικά δεν είναι έτσι. Ο νέος αστικός ρεβανσισμός, ο οποίος αναδύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, είναι παράλληλος με το κίνημα στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό που είναι γνωστό ως η «νέα πολεοδομία». Ασκώντας κριτική στο μοντέρνο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των μικρών προαστιακών mall, η νέα πολεοδομία πρότεινε την κατασκευή μιας νέας γενιάς προαστίων που θα αντέγραφαν την πυκνή κλίμακα των πόλεων και τη νοσταλγική αρχιτεκτονική διάφορων περασμένων εποχών και τόπων. Το κίνημα, του οποίου αρχικά ηγήθηκαν οι αρχιτέκτονες Andrew Duany και Elizabeth Plater-Zyberk, των οποίων το παραθαλάσσιο θέρετρο στη Φλόριντα, θεωρείται ευρέως ως το πρότυπο έργο της νέας πολεοδομίας, ωρίμασε το 1993 σε έναν οργανισμό που υιοθέτησε τον πιασάρικο τίτλο, Συνέδριο για τη Νέα Πολεοδομία (Congress for the New Urbanism). Οι οικισμοί της νέας πολεοδομίας τώρα εντοπίζονται σε ολόκληρη τη χώρα και η ρητορική της έχει πλέον κυριαρχήσει στον επαγγελματικό και στον κοινό λόγο. Αν πιστέψουμε τον Herbert Muschamp, κριτικό αρχιτεκτονικής στους New York Times, η νέα πολεοδομία είναι «το πιο σημαντικό φαινόμενο που έχει αναδυθεί από την αμερικάνικη αρχιτεκτονική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο».[15]

Η νέα πολεοδομία στην αρχιτεκτονική και ο νέος αστικός ρεβανσισμός μοιάζουν με ασύνδετες εξελίξεις που έχουν να κάνουν με δύο διαφορετικούς κόσμους. Η απόδραση από τη μεγάλη πόλη για να αγκαλιάσει τη μυθική μικρή πόλη, αποτελεί ακριβώς την ουσία του σχεδιασμού της νέας πολεοδομίας. Η ταχυδρομική κάρτα που απεικονίζει την Ακτή της Victoriana, γεμάτη λευκούς ξύλινους φράχτες, δρόμους φιλικούς προς τους πεζούς και σοκάκια, και μια ομοιόμορφα ευχάριστη μεσοαστική ατμόσφαιρα, όχι μόνο αποπνέει μια μονοδιάστατη οπτική του αστικού μέλλοντος μεταμφιεσμένου σε μια νοσταλγική ανάμνηση, αλλά και αστυνομεύει αυστηρά το παρόν. Αναπτυγμένη κατά μήκος της ασημένιας ακτής μιας επαρχίας της Φλόριντα, όπου οι μαύροι κάτοικοι αποτελούν μικροσκοπική μειονότητα, η Ακτή της Victoriana είναι στιλιστικά και στατιστικά λευκή και εύπορη. Πολύ λίγα μη-λευκά πρόσωπα τολμούν να εμφανιστούν στην πόλη, αν και ο Andres Duany, ένας από τους βασικούς σχεδιαστές της, βιάζεται να επισημάνει ότι κάποιοι από τους καλύτερους αρχιτέκτονές του ήταν μαύροι.[16]

Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σχετικά με το για ποιούς κατασκευάστηκε αυτή η νέα πολεοδομία. Οι σχεδιαστικές τεχνοτροπίες ενσαρκώνουν τις πιο παραδοσιακές κοινωνικές παραδοχές για το φύλο, την τάξη και τη φυλή. Ξεχειλίζοντας συναισθηματισμό για «την ανθρώπινη κλίμακα» –μια νερόβραστη μεταφορά που κρύβει περισσότερα από αυτά που φανερώνει– η Ακτή της Victoriana ανοικτά και ενθουσιωδώς εκφράζει το αστικό ιδεώδες των κτηματιών της Νέας Αγγλίας του 19ου αιώνα. Η επιστράτευση του παρελθόντος στην υπόσχεση ενός νέου αστικού μέλλοντος είναι η πιο στενή και ελιτίστικη φαντασίωση, και το τοπίο που προκύπτει από αυτή κωδικοποιεί ένα ευρύ φάσμα προνομιούχων παραδοχών για την κοινωνική κανονικότητα. Μέσα στις διακριτικά οριοθετημένες μονοκατοικίες, οι παραδοχές για το ρόλο των δύο φύλων φροντίζονται τόσο νοικοκυρεμένα όσο και οι κήποι τους που μοιάζουν με γραμματόσημα. Δεν υπάρχει κανένα σήμα στο δρόμο καθώς εισέρχεσαι στην Ακτή της Victoriana που να λέει «Οι Ιρλανδοί είναι ανεπιθύμητοι», ή τα λιγότερο λεκτικά εκφρασμένα ισοδύναμά του για τον 20ο αιώνα, «Αν είσαι μαύρος, μείνε μακριά», «Αν ανήκεις στην εργατική τάξη, να έχεις φύγει ως τις πέντε», ή «Οι γυναίκες στην κουζίνα, παρακαλώ». Η σχεδιαστική τεχνοτροπία ήδη μεταδίδει το μήνυμα του αποκλεισμού με μια λεπτή και καλοντυμένη αυταρέσκεια.

Η πόλη Celebration στη Φλόριντα αποπνέει περίπου τον ίδιο ελιτισμό ντυμένο με λαϊκίστικα ενδύματα. Σχεδιασμένη και ελεγχόμενη από την εταιρεία Disney, η Celebration προσφέρει μια ζωή σαν θεματικό πάρκο, χωρίς τα τρενάκια και τα παιχνίδια. Σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει σε άλλα θεματικά πάρκα της Disney, η παρουσία της Disney στη Celebration δεν διαφημίζεται κραυγαλέα. Το κέντρο της πόλης προσφέρει πολυάριθμα ακριβά καταστήματα γύρω από μια τεχνητή λίμνη και ένα σιντριβάνι, αλλά στην κεντρική πλατεία κυριαρχεί ένας τετραώροφος πύργος με θέα όλο τον οικισμό. Η βάση του πύργου, όπου λογικά θα περίμενε κανείς ένα  γραφείο τουριστικών πληροφοριών, στεγάζει τη «Celebration Realty», σαφέστατα το υπομόχλιο της δραστηριότητας της πόλης. Εκθέματα και βίντεο-παρουσιάσεις στην Celebration Realty  κατευθύνουν τους υποψήφιους πελάτες στα σπίτια προς πώληση. Στη Celebration Realty υπάρχει μια σπάνια υπόνοια του κρυφού χεριού της Disney: στην πόρτα όπου συνήθως θα έγραφε «Μόνο για υπαλλήλους», μια ταμπέλα λέει «Μόνο για μέλη του καστ». Μια τέτοια συγχώνευση αστικού σχεδιασμού, αρχιτεκτονικής και του εταιρικού μηχανισμού σε «μία ενιαία ολοκληρωμένη προσπάθεια για ασφάλεια» αντιπροσωπεύει αυτό που σε ένα διαφορετικό πλαίσιο είχε περιγράψει ο Mike Davis ως «το κακό όριο της μετανεωτερικότητας».[17]

Η νέα πολεοδομία είναι διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς τόπους. Παρόλα αυτά, η εξελισσόμενη ανάμειξη μεταξύ του στιλ και της πολιτικής της νέας πολεοδομίας και των νέων τοπίων της Disney για το αστικό ιδεώδες, πρέπει να μας βάζει όλους σε κατάσταση κριτικής επιφυλακής. Όσο τα θεματικά πάρκα της Disney συσσώρευαν το εξωτικό παρελθόν και το μακρινό μέλλον ως μέσο για να μεταφέρουν τους «πελάτες» τους μέσα στο χώρο και το χρόνο, η απόσταση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας ήταν πάντα απτή. Αλλά η κατάρρευση του χωρο-χρόνου μεταξύ των ψυχαγωγιών της Disney, και του κόσμου που φιλοδοξεί να εξιδανικεύει, τροφοδοτεί με όλες τις επενδύσεις της φαντασίας της Disney τη νέα πολεοδομία. Η κυκλοφορία κοινωνικών και αρχιτεκτονικών σημείων ανάμεσα στη Disney και τον αστικό σχεδιασμό επιβεβαιώνει ένα μελλοντικό παρελθόν που είναι επιθετικά απαγορευτικό στο παρόν. Αρμόζει, λοιπόν, ότι οι δημιουργοί του «The Truman Show», μιας ταινία που δημιουργεί σκοτεινό προβληματισμό απεικονίζοντας μια ζωή ολοκληρωτικής επιτήρησης, επέλεξαν τη νέα πολεοδομία της Ακτής της Φλόριντα ως το κατάλληλο σκηνικό για ένα αμφίβολο μέλλον.

Ποια είναι η σύνδεση μεταξύ αυτή της νέας πολεοδομίας και της ρεβανσιστικής πόλης; Στην πιο προφανή εκδοχή της, η νέα πολεοδομία αντιπροσωπεύει μια απόδραση από την πόλη, αλλά η σημασία της είναι βαθύτερη. Τα απαστράπτοντα λευκά τοπία της Ακτής της Φλόριντα  είναι αναπόσπαστα δεμένα με την ρεβανσιστική πόλη σαν σενάρια μιας εναλλακτικής πηγής εξουσίας. Τα νέα αστικά τοπία είναι φαντασιώσεις ότι ο κόσμος μπορεί να είναι διαφορετικός, φαντασιώσεις που, μέσα στους αυστηρά ελεγχόμενους χώρους των νέων αστικών διαμορφώσεων, γίνονται αληθινές. Εντός των σχεδιαστικών ιδεών και των τοποθεσιών της νέας πολεοδομίας, ο κόσμος μπορεί να γίνει ασφαλής για έναν ντροπαλό φιλελευθερισμό. Η αμήχανα ήρεμη αυτοαναφορική παραδοσιακότητα των άσπρων ξύλινων φρακτών της Ακτής της Φλόριντα κρύβει το είδωλό της. Η ρεβανσιστική πόλη είναι το alter ego της νέας πολεοδομίας, ο Φρανκενστάιν της -το τέρας που η ίδια κατασκεύασε. Η εκδίκηση της νέας πολεοδομίας δεν είναι η αποτρόπαια εκδίκηση των δρόμων και της πολιτικής της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για μια εκδίκηση βαθιά εγγεγραμμένη στο θεσμικό έλεγχο του τοπίου και της χωρικής του τοποθεσίας. Ακριβώς με την τάση της για απόδραση, η νέα πολεοδομία προτάσσει τη γεωγραφία ως μέσο εκδίκησης.

Χωρίς τη ρεβανσιστική πόλη, η νέα πολεοδομία δεν έχει καμία λογική· το παρελθόν που επικαλείται δεν έχει κανένα μέλλον, εκτός ίσως για μια μικρή ελίτ. Δεν είναι μια λύση για τη ρεβανσιστική πόλη, αλλά ο συνεργός της. Εκφράζει εκδίκηση με τη λεπτότητα του αστικού σχεδιασμού αντί για τη βροντερή ρητορική του Giuliani. Η ρεβανσιστική πόλη, και όχι οι ξύλινοι φράχτες της Ακτής της Φλόριντα, διαμορφώνει την εμπειρία μιας «νέας πολεοδομίας» για τους περισσότερους ανθρώπους. Ωστόσο, εάν είναι να πάρουμε στα σοβαρά το αναπόφευκτο καθήκον της θέσπισης και της εφαρμογής μιας νέας και διαφορετικής πολεοδομίας, είναι σημαντικό να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε εναλλακτικές προτάσεις προς τον όλο και βαθύτερο ρεβανσισμό στις πόλεις μας, καθώς και στις μικρές πόλεις της απόδρασης.

Eναλλακτικό μέλλον. H πρόκληση της ρεβανσιστικής πόλης είναι σημαντικός. Αλλά δεν αρκεί. Ο ρεβανσισμός δεν ήταν ούτε πολιτικά, ούτε κοινωνικά, ένα αναγκαίο αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και της αναδιάρθρωσης. Ήταν μια επιλογή μιας μικρής ομάδας πολιτικών και επιχειρηματικών αρχηγών, οι οποίοι αποτελούν πράγματι, μαζί με άλλους, την άρχουσα τάξη. Αλλά το μενού των κοινωνικών επιλογών δεν εξαντλείται με το ρεβανσιστικό αμάλγαμα της εμπορικής και αστυνομικής εξουσίας. Η αποκάλυψη του σκανδάλου του ρεβανσισμού πρέπει να αποτελέσει ένα μέσο προετοιμασίας, και όχι σφράγισης, εναλλακτικών αστικών μελλόντων. Υπάρχουν και άλλες επιλογές.

Το κήρυγμα ότι «η πολιτική είναι πάντα τοπική» είναι ανόητο και ηττοπαθές απέναντι στον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό. Όχι ότι το τοπικό είναι άσχετο, κάθε άλλο· μόνο που αυτό δεν είναι απόλυτο. Η σύνδεση μεταξύ του τοπικού και του παγκόσμιου, και όλων των άλλων κλιμάκων που βρίσκονται ανάμεσα, είναι το πιο σημαντικό πολιτικό σχέδιο. Χρειάζεται να ξαναποκτήσουμε την αίσθηση ότι ένα διαφορετικό παγκόσμιο είναι εφικτό. Καθώς η δυναμική της πολιτικής ταυτοτήτων αρχίζει να διαλύεται, είναι σημαντικό να διατηρηθεί η κεντρική γνώση του βαθύτατου εύρους της κοινωνικής διαφοράς που εγγράφει την πολιτική της ρεβανσιστικής πόλης και, εξίσου, το κίνητρο για εναλλακτικές. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι δεν υπάρχει πολιτική αλλά ότι υπάρχει μικρό πολιτικό κίνημα.

Αλλά ένα αίσιο τέλος στην εκτυλισσόμενη ιστορία του ρεβανσισμού θα απαιτήσει πολύ πολιτικό έργο, πολλή ανάλυση σε συνδυασμό με πολύ όραμα. Με τον φιλελευθερισμό «κυρίαρχο αλλά νεκρό», σύμφωνα με τη διάσημη διάγνωση του Habermas για τη νεωτερικότητα, το πεδίο είναι πλατιά ανοιχτό και οι δυνατότητες τεράστιες. Ένας πολύ διαφορετικός χρόνος και χώρος είναι το έπαθλο για την οργάνωση μιας εναλλακτικής λύσης.

1. Οι ρεβανσιστές στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία εκπροσωπούσαν τη δεξιά που σήμερα θα συσχετιζόταν με τις οικογενειακές αξίες, τις τακτικές πολιτοφυλακής, το χριστιανικό φονταμενταλισμό και τη θανατική ποινή, την πατριωτική μισαλλοδοξία και το ρατσισμό. Αντιδρούσαν κατά του πιθανού φιλελευθερισμού της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και του σοσιαλισμού της Παρισινής Κομμούνας, της ατίμωσης της ήττας από τον Μπίσμαρκ, καθώς και της παρακμής και φαινομενικής αδυναμίας της μοναρχίας στα τέλη του αιώνα. Από όλες τις πλευρές η ιερότητα της εθνικιστικής αστικής τάξης απειλούταν, μια πικρή εκδίκηση ήταν να είναι ταυτόχρονα εναντίον εκείνων, που εγχώρια και από το εξωτερικό, είχαν κλέψει το έθνος. Υπό την ηγεσία του Paul Deroulede και οργανωμένοι ως Κοινωνία των Πατριωτών (Ligue des Patriotes), οι ρεβανσιστές ανέμειξαν το μιλιταρισμό και την ηθικολογία με ισχυρισμούς σχετικά με τη δημόσια τάξη στους δρόμους.

2. Bob Herbert, “The Big Chill,” New York Times, 31 May 1998, p. 17

3. Rudolph W. Giuliani, William J. Bratton, Police Strategy No. 5: Reclaiming the Public Spaces of New York (New York: Office of the Mayor, 1994)

4. Ό.π., σελ.5

5.  Sharon Lerner, “Anatomy of a drug craze”, Village Voice, 12 May 1998, p. 52
John H. Cushman Jr., “Serious crime fell in US for 6th year in a row in 1997”, New York Times, 18 May 1998, p. Α1

6. Sarah Kershaw, “Police remove encampment of homeless”, New York Times, 28 February 1997, p. Β1

7. Dan Barry, “Giuliani plans cut of 1.000 workers who aid homeless”, New York Times, 16 May 1998, p. Α1

8. Sam Sifton, “Tribeca in transition: truffle pigs and the law of the market”, New York Press 10, no.10, 5-11 March, p.1

9. Alan Finder, “Evidence is scant that workfare leads to full time jobs”, New York Times, 12 April 1998, p. A1

10. William Barrett, “Rudy’s shrink rap”, Village Voice, 9 May 1995

11. Don Mitchell, “The annihilation of space by law: The roots and implications of anti-homeless laws in the USA”, Antipode 29 (1997), p.p. 303-335

12. Lewis Lapham, “Reactionary Chic”, Harper’s, March, 1995

13. Lewis Wilson Gilmore, “From military Keynesianism to Post-Keynesianism militarism” (Ph.D. diss., Rutgers University, 1997)

14. Ό.π.

15. Herbert  Muschamp, “Can new urbanism find room for the old?”, New York Times, 2 June 1996, p. 27

16. Βλέπε τα σχόλια του Duany στο Smith (1993).

17.  Mike Davis, City of Quartz, London, Verso, 1991, p. 224

This entry was posted in Μεταφράσεις, Μεταφρασμένα, Τεύχος 4 and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *