encounter Athens – Κατοικία στο κέντρο της Αθήνας : πώς και για ποιους;

 

κατεβάστε το pdf  εδώ

Άρθρο της ομάδας encounter Athens «κριτικός λόγος και διεκδικήσεις για μια δίκαιη πόλη» που πρωτοδημοσιεύτηκε στο blog http://encounterathens.wordpress.com/ 

Το ζήτημα των πολιτικών γ ια τ ην κατοικία επανήλθε σχετικά πρόσφατα στον δημόσιο διάλογο με αφορμή τις εξαγγε­λίες από διάφορους φορείς για την «επιστροφή της κατοικίας» στο κέντρο, ως απάντηση στην υποβάθμιση και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κάποιες από τις κεντρικές γειτονιές της Αθήνας. Προτάσεις για ένα «άλλο» κέντρο με «άλ­λους/νέους» κατοίκους, παραβλέπουν ηθελημένα τους σημε­ρινούς κατοίκους των περιοχών αυτών, τα προβλήματά τους και τις ανάγκες τους, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να αγνοούν τις εκκλήσεις για παρέμβαση της πολιτείας στα ζητήματα της στέ­γης π ου εδώ κ αι πολλά χρόνια διατυπώνονται από κοινωνικές, μεταναστευτικές και πολιτικές οργανώσεις ο ι οποίες δραστηρι­οποιούνται σ ε αυτές τις γειτονιές.

Στο κείμενο αυτό επιχειρούμε να αναδείξουμε όψεις του στεγαστικού προ­βλήματος, με πρόθεση να προβάλλουμε ιδέες που θα διαμόρφωναν μία διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της κατοικίας. Ως βασικό πεδίο ανα­φοράς έχουμε το κέντρο και τις κεντρικές γειτονιές της Αθήνας με όλες τις ιδιαιτερότητές τους, ωστόσο η προβληματική μας αγγίζει τα θέματα κατοικίας συνολικά για την ελληνική κοινωνία. Στόχος μας δεν είναι να καταθέσουμε μία ολοκληρωμένη πρόταση για το στεγαστικό πρόβλημα αλλά να ψηλαφήσουμε, αφενός, την τρέχουσα κατάσταση και, αφετέρου, τις δυνατότητες που υπάρχουν για πρόσβαση όλων σε επαρκή κατοικία, αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία σε θέματα πρακτικών και πολιτικών για την κατοικία.

Η πρόσβαση στην κατοικία την τελευταία δεκαετία

Μιλώντας για την πρόσβαση στην κατοικία στην Αθήνα, δεν μπορούμε να απο­φύγουμε μία εισαγωγική τουλάχιστον αναφορά στο ιστορικά διαμορφωμένο στεγαστικό σύστημα της χώρας και σε δύο βασικούς μηχανισμούς του: την αυ­θαίρετη δόμηση και την αντιπαροχή. Ως προς την αυθαίρετη δόμηση, τη σχετική ανοχή και τις διαρκείς νομιμοποιήσεις, είναι γνωστό ότι λειτούργησαν αντισταθ­μιστικά στη διαχρονική έλλειψη μιας προνοιακής στεγαστικής πολιτικής. Όσο για την αντιπαροχή, είναι γνωστό ότι μεταμόρφωσε ριζικά το οικιστικό περιβάλλον με πολλαπλές (και όχι μονοσήμαντες) συνέπειες για την πόλη και τους κατοίκους της. Παρά τη συσσώρευση πολεοδομικών προβλημάτων που συνδέονται με την αντιπαροχή, αυτή λειτούργησε αφομοιωτικά για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώ­ματα καθώς επίσης «έσμιξε» διαφορετικά κοινωνικά στρώματα όχι μόνο στις ίδιες γειτονιές αλλά και στις ίδιες πολυκατοικίες, στη βάση μιας ταξικής διαστρωμάτω­σης από το υπόγειο προς το ρετιρέ και από την όψη προς τον ακάλυπτο. Σχετικές έρευνες για το κέντρο της Αθήνας περιγράφουν έναν αστικό ιστό χωρίς ακραίες χωροκοινωνικές αντιθέσεις, όχι βέβαια γενικά αλλά συγκριτικά με άλλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.

Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, πολλοί κάτοικοι του κέντρου «δραπετεύουν» σε πιο πράσινες και «καλές» γειτονιές της πόλης, ενώ ιστορικές περιοχές κατοικίας υφίστανται την «επέλαση» νέων χρήσεων αναψυχής (Πλάκα, Γκάζι, Μεταξουργείο, Κεραμεικός). Ωστόσο, η έξοδος προς τα προάστια δεν παίρνει τις διαστάσεις που πήρε σε άλλες χώρες, διότι παράλληλα πολλοί παρέμειναν στο κέντρο (π.χ. στα θαυμάσια ρετιρέ) και πολλοί από αυτούς που έφυγαν διατήρησαν μέχρι σήμερα την ακίνητη περιουσία τους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σημαντικό κομμάτι του κτηριακού αποθέματος του κέντρου εγκαταλείφθηκε και, ως εκ τούτου, παραμε­λήθηκε και ερείπωσε.

Μετά το 1990, όμως, τα εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα του κέντρου νοικιάζο­νται σταδιακά στους άρτι αφιχθέντες μετανάστες και η περίφημη πολυκατοικία της αντιπαροχής μοιάζει να παίζει για άλλη μια φορά τον ίδιο αφομοιωτικό ρόλο. Αν και οι πρώτες σχετικές έρευνες έκαναν λόγο για χωροκοινωνικό διαχωρισμό μεταξύ «ντόπιων» και μεταναστών, μεταγενέστερες εργασίες υπογράμμισαν την υψηλή ανάμειξή τους, τουλάχιστον συγκριτικά με άλλες πόλεις στο εξωτερικό. Στις σχετικές χαρτογραφήσεις της μεταναστευτικής εγκατάστασης, παρατηρεί κανείς πυκνώσεις σε περιοχές όπως η Κυψέλη, τα Πατήσια, ο Σταθμός Λαρίσης και τα Σεπόλια παράλληλα με μια διάχυση σε πλήθος άλλων περιοχών, όπως η Νεάπο­λη, οι Αμπελόκηποι, το Παγκράτι, το Κουκάκι, τα Πετράλωνα ή ακόμη τα Ιλίσια και το Κολωνάκι. Και μάλιστα, φαίνεται ότι «ντόπιοι» και μετανάστες συγκατοικούν όχι μόνο στις ίδιες γειτονιές αλλά και στις ίδιες πολυκατοικίες, στη βάση πάντα της γνωστής και διαχρονικής κατακόρυφης και οριζόντιας ταξικής διαστρωμάτωσης.

Δύο σημεία-κλειδί:

1. Η εγκατάσταση των μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας, είτε σε ενοικιαζόμε­να είτε σε ιδιόκτητα διαμερίσματα, φαίνεται να έχει συμβάλει πολλαπλώς στην αναβάθμιση κτηρίων και περιοχών. Καταρχάς, μέσα από τη φροντίδα των πα­λαιωμένων και ερειπωμένων διαμερισμάτων, χάρη σε ίδια οικονομικά μέσα και προσωπική εργασία. Έπειτα, μέσα από την (επανα)κατοίκηση γειτονιών που εγκα­ταλείφθηκαν από μεγάλο κομμάτι των προηγούμενων κατοίκων τους και απέκτη­σαν ξανά ζωντάνια. Η ζωντάνια αυτή αυξάνεται αν συνυπολογίσει κανείς και την επιχειρηματική δραστηριότητα που πολλοί από τους μετανάστες αναπτύσσουν στην περιοχή κατοικίας τους, σε ισόγεια καταστήματα ρουχισμού, γρήγορης εστί­ασης, λιανικού εμπορίου κ.ά., που είχαν εκλείψει από πολλές γειτονιές. Και τέλος, μέσα από την ενεργοποίηση και αναθέρμανση της κτηματαγοράς και της αγοράς κατοικίας, διαδικασίας που εμπλέκει παράλληλα έναν ολόκληρο χρηματοπιστωτι­κό μηχανισμό, επαγγέλματα γύρω από τον τομέα της κατασκευής, της μεσιτείας, της νομικής ρύθμισης κ.ά.

2. Τόσο για τον «ντόπιο» πληθυσμό όσο και για τους μετανάστες (αν και σε δια­φορετικό βαθμό), η πρόσβαση στην κατοικία βασίστηκε όχι μόνο στην ενοικίαση ακινήτων αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό και στην αγορά. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι μία χώρα με ιδιαίτερα αυξημένο ποσοστό ιδιοκατοίκησης σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι επίσης γνωστό ότι η πρόσβαση στην ιδιόκτητη κατοικία βασίστηκε με τα χρόνια όλο και περισσότερο στον τραπεζικό δανεισμό, ιδιαίτερα μετά την απελευθέρωση του πιστωτικού συστήματος το 1996 και με κορύφωση την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. «Ντόπιοι» και μετανάστες δανείστηκαν από τις τράπεζες προκειμένου για την ασφάλεια μιας ιδιόκτητης στέγης και προ­κειμένου για την επένδυση σε ένα ακίνητο το οποίο μπορεί μελλοντικά να μεταπω­ληθεί και ενδεχομένως ακριβότερα.

Η «κρίση» της κατοικίας

Μέχρι εδώ φαίνεται να διαθέτουμε ορισμένες αξιόλογες ενδείξεις κοινωνικής έντα­ξης, ασφάλειας και συνοχής μέσα από την πρόσβαση στην κατοικία και μάλιστα, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, στην ιδιόκτητη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ση­μειώνονται κρίσιμες διαφοροποιήσεις στην ποιότητα στέγασης του πληθυσμού. Πώς αλλάζουν, όμως, οι ενδείξεις αυτές εν μέσω μίας παγκόσμιας και πολυσή­μαντης κρίσης και προς ποιά κατεύθυνση; Η εξάρτηση της ιδιόκτητης κατοικίας, για παράδειγμα, από τον χρηματοπιστωτικό τομέα δημιουργεί μεγάλες ανησυχίες σχετικά με την εκπλήρωση των αυξημένων προσδοκιών της προηγούμενης πε­ριόδου. Βεβαίως, ανησυχητικές ενδείξεις υπήρχαν και το προηγούμενο διάστημα, όπως στοιχεία για αστέγους, για υπερπληθυσμό, για κακές συνθήκες στέγασης «ντόπιων» και μεταναστών, για αυξήσεις ενοικίων και αξιών ακινήτων κ.ά. Τα νέα, όμως, χαρακτηριστικά της στεγαστικής κρίσης σχετίζονται με τη διεύρυνση των ομάδων που πλήττονται από στεγαστική επισφάλεια.

Μερικά στοιχεία:

Σχετικά με τις ενοικιαζόμενες κατοικίες, στοιχεία από τις εφορίες που δημοσιεύονται στον ημερήσιο Τύπο δείχνουν πως στις πρώτες 40 ημέρες του 2011 έχουν κινηθεί οι διαδικασίες για περισσότερες από 4.000 εξώσεις, ενώ στη διάρκεια ολόκληρου του 2010 πραγματοποιήθηκαν περίπου 8.5001. Σύμφωνα με εκτιμήσεις μεσιτικών γραφείων και της Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων, οι αγωγές φαίνεται να αφο­ρούν το 50% των ενοικιαστών και οι οφειλές να αγγίζουν τα 3.500 ευρώ2. Όσο για τις ιδιόκτητες κατοικίες, γίνεται λόγος για κατάσχεση υποθηκευμένων κατοικιών και, έπειτα, για συγχωνεύσεις συγγενικών νοικοκυριών. Τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά τα πολύ χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, τους χρόνια ανέργους, τους άστεγους τοξικοεξαρτημένους και μέρος των μεταναστών και των προσφύ­γων που «στοιβάζονται» σε παλιά διαμερίσματα, αλλά αγγίζουν πλέον ακόμη και τα μεσοαστικά νοικοκυριά, «ντόπιων» και μεταναστών.

Αν και δεν μπορούμε να διασταυρώσουμε την ακρίβεια των παραπάνω στοιχείων, είναι προφανές ότι τα πρόσφατα μέτρα λιτότητας προκαλούν μείωση των εισο­δημάτων και κατ’ επέκταση μεγάλες δυσκολίες στην καταβολή των ενοικίων και, ακόμη χειρότερα, στην αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων. Στα παραπάνω προστίθενται οι νέες πολιτικές των τραπεζών (αυστηρότερες προϋποθέσεις για παροχή στεγαστικών και άλλων δανείων, αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 0.25% κ.ά.) και τα επικείμενα φορολογικά μέτρα για την κατοικία (άρση του αφο­ρολόγητου του επιτοκίου δανεισμού για πρώτη κατοικία). Η γενική φτώχυνση του πληθυσμού, όχι μόνο των μεταναστών αλλά και των «ντόπιων», όχι μόνο των χα­μηλών αλλά και των μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων, δημιουργεί ιδιαίτερες ανησυχίες για τη δυνατότητά τους να εξασφαλίζουν ικανοποιητικές συνθήκες κα­τοικίας.

Οι προτάσεις της πολιτείας για την κατοικία στο κέντρο της Αθήνας

Το τελευταίο διάστημα τα θέματα της κατοικίας έχουν ενταχθεί, άμεσα ή έμμεσα, σε μία σειρά από προωθούμενες πολιτικές για το κέντρο της Αθήνας. Είναι, όμως, σαφές ότι οι προσεγγίσεις για τα θέματα της κατοικίας δεν αποτελούν μέρος μίας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής, αλλά συνδέονται με προωθούμενες πο­λεοδομικές παρεμβάσεις και προγράμματα αναπλάσεων. Φαίνεται επίσης ότι απευθύνονται σε δύο διακριτές κοινωνικές ομάδες, συντηρώντας και ενδεχομένως ενισχύοντας φαινόμενα κοινωνικής πόλωσης που εμφανίζονται στην πόλη: τις «επιθυμητές ομάδες» από τη μία και τις «ευπαθείς ομάδες» από την άλλη.

Ο στόχος της διατήρησης και ενίσχυσης της κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας, στον οποίο συγκλίνουν οι θέσεις των δημόσιων φορέων αναφέρεται στις «επι­θυμητές ομάδες», δηλαδή νέα ζευγάρια, φοιτητές και γενικά μεσαία και ανώτερα στρώματα. Έχει μάλιστα ανακοινωθεί από το ΥΠΕΚΑ μέσω του προγράμματος «Αθήνα-Αττική 2014», από παράγοντες του ΟΡΣΑ, αλλά και από την πρόσφατη διυπουργική σύσκεψη (Υπ. Εσωτερικών, ΥΠΕΚΑ, Υπ. ΠροΠο, Υπ. Εργασίας, Υπ. Υγείας) ότι πρόκειται να εξαγγελθούν κίνητρα ενίσχυσης της κατοικίας, όπως επι­δότηση επιτοκίου για τη λήψη στεγαστικών δανείων για πρώτη κατοικία, φορο­λογικές ελαφρύνσεις στην περίπτωση λήψης στεγαστικού δανείου ή δανείου για την ανακαίνιση κτηρίου, επιδότηση ενοικίου και χαμηλότοκα και μακροπρόθεσμα δάνεια για επισκευή διατηρητέων κτηρίων που προορίζονται για κατοικία. Συμπλη­ρωματικά, διατυπώνονται από την πλευρά τόσο του Υπουργείου ΠροΠο όσο και των δημοτικών αρχών της Αθήνας ιδέες για τη διαχείριση των κενών κτηρίων (π.χ. με φοιτητικές εστίες σε μεγάλα κενά κτήρια, δημιουργία Ταμείου Αστικής Ανάπτυ­ξης μέσα από συμφωνίες με ιδιοκτήτες και τράπεζες), ενώ το ΥΠΕΚΑ εκφράζει την πρόθεση να προωθήσει προγράμματα κατοικίας χαμηλής ενέργειας στο πλαίσιο του γενικότερου προσανατολισμού στην «πράσινη ανάπτυξη». Πρακτικά, οι προ­θέσεις της πολιτείας φαίνεται να συντονίζονται με τις πιέσεις της κτηματαγοράς και του κατασκευαστικού κεφαλαίου για τη δημιουργία νέων επενδυτικών ευκαιριών στο κέντρο της πόλης, ενώ ο ρόλος του κράτους περιορίζεται στην εξασφάλιση ενός ελκυστικού περιβάλλοντος με σημειακές αναπλάσεις και κυρίως με την οργα­νωμένη απομάκρυνση όσων «χαλούν» την ωραία εικόνα της πόλης.

Παράλληλα, διατυπώνονται προτάσεις για τους υπόλοιπους κατοίκους, τις επονομαζόμενες «ευπαθείς» ή αλλιώς «ευαίσθητες» ομάδες, που ζουν στο κέντρο της Αθήνας, δηλαδή πρόσφυγες, μετανάστες, άνεργους κ.ά. Το Υπουργείο ΠροΠο προτείνει την ενίσχυση των κοινωνικών παροχών και της στεγαστικής μέριμνας για τους άστεγους, το ΥΠΕΚΑ προβάλλει την ανάγκη ανάπτυξης μίας «άλλης» κοινω­νικής κατοικίας που θα απευθύνεται σε ειδικές κατηγορίες, αλλά και τη διερεύνηση λύσεων για την κατασκευή κατοικίας χαμηλού κόστους, ενώ ο Δήμος Αθηναίων φαίνεται να διερευνά λύσεις για την παροχή στέγης σε αστέγους.

Και ενώ οι εξαγγελίες ή οι κατευθύνσεις που έχουν διατυπωθεί από τους δημόσι­ους φορείς δεν έχουν λάβει ακόμα τη μορφή συγκεκριμένων πολιτικών, οι στεγα­στικές παροχές του κράτους συρρικνώνονται σε βάρος των οικονομικά ασθενέ­στερων, π.χ. με την κατάργηση των φοροαπαλλαγών για την πρώτη κατοικία, τη συμπίεση των παροχών του ΟΕΚ, την επιβολή φόρων για την ακίνητη περιουσία, την αύξηση του κόστους των κοινωφελών παροχών και λειτουργικών εξόδων της κατοικίας (ηλεκτρικό ρεύμα, πετρέλαιο θέρμανσης), επιτείνοντας ακόμα περισσό­τερο τα φαινόμενα της «κρίσης» στην κατοικία.

Η ανάγκη για μία νέα στεγαστική πολιτική

Είναι γνωστό ότι το ελληνικό κράτος δεν ανέπτυξε ποτέ μία συγκροτημένη πολιτική κοινωνικής κατοικίας. Αντ΄ αυτού, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της αγοράς κατοικίας παίζουν οι πολιτικές γης και πολεοδόμησης, με έμφαση στην προώθη­ση της ιδιοκατοίκησης και τη στήριξη του κτηματομεσιτικού και κατασκευαστικού κλάδου ως βασικών μοχλών της οικονομίας. Ο σημαντικότερος φορέας άσκησης στεγαστικής πολιτικής είναι ο ΟΕΚ, που απευθύνεται σε πολύ περιορισμένο τμήμα του πληθυσμού (τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα) με πολύ μικρή συμμε­τοχή στον τομέα της κατοικίας, ενώ οι πολιτικές κατοικίας που απευθύνονται σε ειδικές μειονεκτικές ομάδες πληθυσμού (άστεγοι, ρομά, πρόσφυγες, μετανάστες) είναι ελάχιστες και πολύ περιορισμένης εμβέλειας.

Θεωρούμε ότι στη σημερινή εκρηκτική συγκυρία, όπου η αγορά αδυνατεί να ανταποκριθεί στις στεγαστικές ανάγκες, απαιτείται η χάραξη μίας συστηματικής κρατικής στεγαστικής πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο, προσπαθούμε να δούμε ποιες κρατικές πολιτικές θα μπορούσαν να απαντήσουν στην κλιμακούμενη στεγαστική κρίση και παράλληλα να συμβάλουν στην αναζωογόνηση του κέντρου της Αθή­νας.

Σε μία συγκυρία όπου το ελληνικό κράτος απεκδύεται πλήρως του κοινωνικού του ρόλου, κάποιοι θα ισχυρίζονταν ότι είναι ανεδαφικό να ζητάμε την ανάπτυξη μιας τέτοιου τύπου στεγαστικής πολιτικής κοινωνικής κατοικίας. Παρόλα αυτά, απένα­ντι στις πολιτικές που οραματίζονται ένα «άλλο» κέντρο για «άλλους» κατοίκους και που γεννούν κερδοσκοπικές προσδοκίες σε βάρος όσων τις τελευταίες δύο δε­καετίες προσέδωσαν ζωντάνια στο απαξιωμένο κτηριακό απόθεμα του κέντρου, θέλουμε να αναδείξουμε τη δυνατότητα για μια κρατική στεγαστική πολιτική χα­μηλού κόστους που θα έχει ως κεντρικό άξονα τις ανάγκες και τις δυνατότητες των σημερινών κατοίκων (μόνιμων ή προσωρινών) διαμορφώνοντας συνθήκες ισότιμης και δίκαιης συμβίωσης στην πόλη.

Προς το καθολικό δικαίωμα στην κατοικία

Κρίσιμο σημείο στην προώθηση μία νέας στεγαστικής πολιτικής είναι αυτή να κα­λύπτει το σύνολο του πληθυσμού που ζει στη χώρα. Σύμφωνα με το ελληνικό Σύ­νταγμα «η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που τη στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους» (Σύνταγμα 1975, Αρ.21, Παρ.4). Επιπλέον, δεσμεύσεις του κράτους σε σχέση με το δικαίωμα σε «επαρκή κατοικία», δηλαδή σε κατοικία που πέρα από τη στέγαση ανταποκρίνε­ται σε κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, απορρέουν και από τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα3. Σήμερα, σε μία συγκυρία εκτεταμένης στεγαστικής επισφάλειας, η εφαρμογή του συνταγματικά κατοχυρω­μένου καθολικού δικαιώματος σε επαρκή κατοικία δεν μπορεί παρά να αναδει­κνύεται σε κεντρικό κοινωνικό αίτημα και, σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να επαναπροσδιοριστούν τα κριτήρια για τις ομάδες που δικαιούνται πρόσβαση στις στεγαστικές παροχές.

Τα τελευταία χρόνια, και μετά από έντονες πιέσεις από σχετικά κοινωνικά κινήμα­τα, η υλοποίηση του καθολικού δικαιώματος στην επαρκή κατοικία έχει βρεθεί στο επίκεντρο προωθούμενων πολιτικών στη Βραζιλία, τη Σκωτία, τη Γαλλία, τον Καναδά, την Ανδαλουσία κ.α.4 Η εργασιακή και κοινωνική επισφάλεια της επο­χής επιβάλλει την άσκηση στεγαστικής πολιτικής χωρίς αποκλεισμούς ή αναφορά σε συγκεκριμένες ομάδες, αλλά με τη δυνατότητα παροχών προς το σύνολο του πληθυσμού, καθώς όλοι είναι εν δυνάμει στεγαστικά ευάλωτοι.

Σκέψεις για μία νέα στεγαστική πολιτική

Με δεδομένη την ανάγκη για μία νέα στεγαστική πολιτική, παρακάτω αναφέρου­με ενδεικτικά κάποιες ιδέες που θεωρούμε ότι είναι σχετικά άμεσα υλοποιήσιμες και ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες της Αθήνας καθώς και της σημερινής συγκυρίας. Επισημαίνεται ωστόσο ότι, πρώτον, δεν αποτελούν άμεσα εφαρμό­σιμες επεξεργασμένες προτάσεις, αλλά ιδέες που πηγάζουν από πρακτικές που υιοθετήθηκαν σε άλλες πόλεις και που τις περισσότερες φορές προέκυψαν μέσα από την ανάπτυξη ισχυρών κοινωνικών κινημάτων για την κατοικία και, δεύτερον, ότι η στεγαστική πολιτική που προτείνουμε αποτελεί μέρος μιας πιο σύνθετης και ολοκληρωμένης παρέμβασης στο επίπεδο της γειτονιάς αλλά και σε ευρύτερες κλίμακες.

Πολιτικές παρέμβασης στην αγορά ενοικίου και προώθησης «κοινωνικού ενοικίου»

Είναι πλέον κατανοητό από όλους όσους ασχολούνται με τα ζητήματα του στεγα­στικού τομέα, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα σαν της Ελλάδας όπου κυριαρχεί η μικρή ιδιοκτησία, ότι για την επίλυση των ζητημάτων πρόσβασης στη στέγη των χαμη­λών αλλά και μεσαίων εισοδημάτων, είναι απαραίτητη η παρέμβαση στον ενοικια­ζόμενο τομέα. Αυτή είναι μία συζήτηση αρκετά φορτισμένη λόγω της παλαιότερης εμπειρίας του ενοικιοστασίου, που σε αρκετές περιπτώσεις ενοχοποιήθηκε (δικαί­ως ίσως) για στασιμότητα της αγοράς και δημιουργία παράπλευρων προβλημάτων. Παρόλα αυτά, το αίτημα για παρέμβαση στον ενοικιαζόμενο τομέα τίθεται σήμερα επιτακτικά λόγω της γενίκευσης της φτώχειας, της κυριαρχίας νέων μορφών ευέλικτης και επισφαλούς εργασίας και των αναγκών προσωρινής στέγασης μεγάλου αριθ­μού μεταναστών. Το αίτημα αυτό συνδέεται και με τη συρρίκνωση του ενοικιαζόμενου τομέα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο λόγω των προωθούμενων πολιτικών υπέρ της ιδι­οκατοίκησης. Επιπλέον, το αδιάθετο οικιστικό απόθεμα που για διάφορους λόγους (εγκατάλειψη και παλαίωση, κερδοσκοπία, μεγάλο κόστος ανακαίνισης) παραμένει αναξιοποίητο σε πολλά κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων, δημιουργεί μεγάλες πιέσεις στις τιμές των ενοικίων στα κέντρα των πόλεων αλλά ταυτόχρονα αποτελεί μια σημαντική προοπτική για την επίλυση των στεγαστικών προβλημάτων που διαμορφώνονται για πολλές κοινωνικές ομάδες.

Η εμπειρία από προγράμματα συντονισμού της προσφοράς και της ζήτησης κατοι­κίας από την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γερμανία, αναδεικνύουν μία σειρά από δυ­νατότητες για τη ρύθμιση της αγοράς ενοικίων με κοινωνικά κριτήρια. Το δημόσιο συνάπτει συμβόλαια παραχώρησης με μικρούς ιδιοκτήτες ακινήτων ή δίνει κίνητρα για τη διάθεση στην αγορά ενοικίων κλειστών ή/και κακοσυντηρημένων διαμερισμάτων/ καταστημάτων (π.χ. με επιδοτήσεις του βασικού κόστους επισκευής). Οι παρεμβάσεις αυτές αποβλέπουν στην παροχή στέγης στους δικαιούχους κοινωνικής κατοικίας σε χαμηλές τιμές, σε ένα πλαίσιο προώθησης «κοινωνικού ενοικίου» ή και δωρεάν με την υποχρέωση επισκευής του ακινήτου.

Οι πολιτικές ελέγχου των ενοικίων μπορούν να λειτουργήσουν παράλληλα με τη θεσμοθέτηση αντικινήτρων (π.χ. υψηλή φορολόγηση) για την κατοχή κενών κατοικιών για μεγάλο χρονικό διάστημα με σκοπό τον περιορισμό κερδοσκοπικών φαινομένων.

 «Αξιοποίηση» της περιουσίας του δημοσίου καθώς και ιδιωτικών ακινήτων

Συγκεκριμένα, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων προβλέπει τη δωρεάν παραχώρηση χρήσης οικημάτων ή οικοπέδων της αυτοδιοίκησης για σοβαρούς κοινωνικούς λό­γους, π.χ. απορία. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να γίνει και σε μεγάλες ή μικρότερες ιδιοκτη­σίες φορέων του δημοσίου. Έτσι, πολλά εγκαταλελειμμένα κτήρια του κέντρου, όπως το παλιό Πρωτοδικείο Αθηνών, το κτήριο του ΙΚΑ στην Πειραιώς, τα προσφυγικά της Αλεξάνδρας, ακίνητα των ασφαλιστικών ταμείων κ.ά. θα μπορούσαν να μετατρα­πούν σε ξενώνες φιλοξενίας αστέγων ή σε άλλου τύπου κέντρα φροντίδας.

Αντίστοιχα, μεγάλα ιδιωτικά ακίνητα χωρίς χρήση, όπως ιδιοκτησίες τραπεζών και ιδρυμάτων, μπορούν να «αξιοποιηθούν» για κοινωνικούς σκοπούς (κοινωνική κατοι­κία, φοιτητικές εστίες, κέντρα προσωρινής φιλοξενίας αστέγων, στέγαση αιτούντων άσυλο), σε προγράμματα συνέργιας του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα.

 Απαγόρευση των εξώσεων και κατασχέσεων σε περιπτώσεις πρώτης κατοικίας

Το κύμα εξώσεων και κατασχέσεων τείνει να αποτελέσει κεντρικό στοιχείο της στεγαστικής κρίσης. Στο πλαίσιο της προστασίας του δικαιώματος στην κατοικία είναι ανα­γκαίο να απαγορευτούν οι εξώσεις νοικοκυριών που δεν μπορούν να πληρώσουν το μηνιαίο μίσθωμα, κάτι που για παράδειγμα διεκδικούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πέτυχαν μετά από αγώνες οι κάτοικοι σε περιοχές της Γαλλίας.

Ταυτόχρονα, είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί άμεσα το νομικό πλαίσιο για τις κατασχέσεις για οφειλές, με στόχο την προστασία των οφειλετών που απειλούνται με απώλεια της πρώτης και μοναδικής κατοικίας τους.

Κινήματα, καταλήψεις στέγης και συμμετοχή των κατοίκων στην παραγωγή κατοικίας

Με το σύνθημα «καμία κενή κατοικία, όσο υπάρχουν άνθρωποι χωρίς κατοικία», κινήματα σε πολλές πόλεις του κόσμου διεκδικούν την ιεράρχηση του δικαιώματος στη στέγη πάνω από την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησία και τη συσσώρευση κέρδους.

Αφήσαμε για το τέλος την αναφορά σε μία διαφορετική «αξιοποίηση» του αδιάθετου κτηριακού αποθέματος, αυτή των καταλήψεων στέγης και των κινηματικών πρακτικών για άμεση διεκδίκηση του δικαιώματος στη στέγη. Οι καταλήψεις στέγης προφανώς δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος πολιτικών που σχεδιάζονται από τα πάνω. Υπάρχουν περιπτώσεις, όμως, που η κοινωνία επέβαλε την αναγνώριση και νομιμοποίηση αυτών των πρακτικών μέσω θεσμικών ρυθμίσεων, όπως παλαιότερα στη Βρετανία ή πιο πρόσφατα στην Ολλανδία. Αυτές οι νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνωρίζουν ότι το δικαίωμα στη στέγη είναι πάνω από την προστασία της ιδιοκτησίας και παρέχουν το πλαίσιο για τη διαμεσολάβηση μεταξύ του ιδιοκτήτη (ιδιώτη ή δημοσίου φορέα) και των καταληψιών, με μέτρα ενάντια στις εξώσεις.

Σχετικό παράδειγμα είναι ο νόμος της αυτο-ανάκτησης κενών κτηρίων (autorecupero) του 1996 στη Ρώμη, σύμφωνα με τον οποίο κατειλημμένα κτήρια του δημοσίου, που παρέμεναν σε αχρηστία, παραχωρούνται σε συνεταιρισμούς των καταληψιών οι οποίοι με ίδια εργασία και προσωπικά μικροέξοδα τα ανασκευάζουν.

Συνοψίζοντας…

Προφανώς, οι παραπάνω προτάσεις δεν αποτελούν κάποιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα στεγαστικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, δημιουργούν ερωτηματικά και αφήνουν περιθώρια για κριτικές και συμπληρώσεις. Διότι δεν έχουν στόχο να κλείσουν το θέμα αλλά να προκαλέσουν τον σχετικό προβληματισμό και μία συζήτηση σε άλλη βάση από αυτήν που θέτει ο κυρίαρχος λόγος. Όπως αναφέραμε και στην αρχή, καταγράφονται ως εναύσματα για μία διαφορετική προσέγγιση του στεγαστικού ζητήματος, με στόχο τη διατύπωση ενός διαφορετικού αιτήματος για την κατοικία στο κέντρο της Αθήνας, αλλά παράλληλα και για μία συνολική στεγαστική πολιτική που θα εξασφαλίζει στέγη για όλους πέρα από κερδοσκοπικές πρακτικές και αποκλεισμούς.

Αναγνωρίζουμε, βέβαια, ότι το πέρασμα από τις ιδέες στην πράξη προϋποθέτει όχι μόνο τη θεωρητική αναζήτηση αλλά και πρακτικές αντίστασης και διεκδίκησης από όλες εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που θίγονται και οραματίζονται μία άλλη πόλη, στη βάση των δικών τους αναγκών και των δικών τους επιθυμιών.

Δημοσιεύθηκε στην Αναδημοσιεύσεις, Τεύχος 2 και χαρακτηρίσθηκε , , . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *