Ντίνα Βαΐου, Μαρία Στρατηγάκη – Από την «εγκατάσταση» στην «ένταξη» Ανεπίσημες πρακτικές και κοινωνικές παροχές για γυναίκες μετανάστριες στην Αθήνα

κατεβάστε το pdf εδώ

βρείτε το πρωτότυπο εδώ

Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή βιβλιογραφία για την μετανάστευση, κυριαρχούν όλο και περισσότερο δύο κατευθύνσεις στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται οι μετανάστες. Η πρώτη προσεγγίζει τους μετανάστες σε σχέση με την ένταξη τους σε «κοινότητες», ενώ στην δεύτερη, μετανάστες και πρόσφυγες συνοψίζουν ιδέες της διασποράς και της υβριδικότητας, ως αντίσταση στην κατασκευή τοπικά εδραιωμένων «κοινοτήτων». Στο πλαίσιο αυτών των τάσεων, οι γυναίκες μετανάστριες λαμβάνουν αμφίσημη θέση σαν ιδιαίτεροι «άλλοι».

Στο άρθρο που επιλέξαμε να μεταφράσουμε, οι συγγραφείς Ντίνα Βαϊου και Μαρία Στρατηγάκη, επιχειρούν να προσεγγίσουν την «καθαρότητα» των συγκεκριμένων τάσεων. Βάσει έρευνας που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα με μετανάστριες από την Αλβανία, εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους αυτές κατασκευάζουν τοπικές –αλλά και διεθνείς ή φαντασιακές–κοινότητες αναζητώντας τόπο εγκατάστασης και τρόπους ενσωμάτωσης στο νέο πλαίσιο. Χρησιμοποιώντας υλικό βιογραφικών συνεντεύξεων με μετανάστριες, καθώς και με εργοδότριες, συζητάνε: α. τη σημασία των ανεπίσημων πρακτικών υποστήριξης και βοήθειας σε επίπεδο γειτονιάς, και β. το ρόλο των κοινωνικών υπηρεσιών (υγείας και παιδικής φροντίδας) στην προσπάθεια των μεταναστριών να διαπραγματευτούν έναν τόπο για τις ίδιες και τα εξαρτώμενα μέλη της οικογένειάς τους, να δημιουργήσουν ένα αίσθημα του ανήκειν και να επαναπροσδιορίσουν τις ευρύτερες κοινωνικές και έμφυλες σχέσεις.

Το άρθρο γράφτηκε το 2008 και, ως εκ τούτου, παρουσιάζει μια αρκετά σύγχρονη εικόνα της κατάστασης της γυναικείας μετανάστευσης στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα όπου το μεταναστευτικό φαινόμενο λαμβάνει όλο και πιο σύνθετες μορφές, διαδραματίζοντας ολοένα και πιο κεντρικό ρόλο στην αστική ζωή και καθημερινότητα. Παρόλα αυτά αντιλαμβανόμαστε όλες ότι η επιλογή του συγκεκριμένου κειμένου παρουσιάζει μία μόνο όψη της γυναικείας μετανάστευσης επικεντρώνοντας σε γυναίκες οι οποίες κατά κύριο λόγο εργάζονται ως οικιακές βοηθοί, αφήνοντας εκτός άλλου τύπου μορφές γυναικείας μετανάστευσης εξίσου σημαντικές και περισσότερο βίαιες όπως το trafficking.

εισαγωγή

Τα τελευταία 15 χρόνια, η Αθήνα αποτελεί προορισμό για πολυάριθμες ομάδες μεταναστών από διαφορετικές χώρες καταγωγής. Η παρουσία τους είναι περισσότερο ορατή στις κεντρικές γειτονιές της πόλης, οι οποίες αναμορφώθηκαν με πολλούς τρόπους, αν και ποτέ δεν εγκαταλείφθηκαν από τους ντόπιους. Αυτές οι εξελίξεις κέντρισαν το ερευνητικό ενδιαφέρον ως προς τη νέα συνθήκη της χώρας και της πόλης, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σήμερα ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός γραπτών, διαφορετικών οπτικών. Πιο πρόσφατα, προστέθηκαν ενδιαφέρουσες συμβολές, οι οποίες εισάγουν τις οπτικές του φύλου και/ή αναπτύσσουν σαφείς φεμινιστικές προσεγγίσεις. Αυτή η έρευνα αποσκοπεί να αποτελέσει κομμάτι ενός ευρωπαϊκού πλαισίου συζήτησης για τη «νέα μετανάστευση» και την αυτοδύναμη γυναικεία μετανάστευση, όπου θεωρητικές προσεγγίσεις έχουν ήδη αναπτυχθεί βασισμένες σε προηγούμενες μακρές εμπειρίες μετανάστευσης. Αυτό το πλαίσιο, κάποιες φορές, είναι χρήσιμο για να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε «τοπικά» φαινόμενα, αν και άλλες φορές είναι προτιμότερη η διαμόρφωση νέων αναλυτικών εργαλείων [1] και θεωρητικών σχημάτων που να ανταποκρίνονται στις «τοπικές» ιδιαιτερότητες.

Το άρθρο αυτό είναι αποτέλεσμα θεωρητικής έρευνας και εμπειρικής παρατήρησης, επικεντρώνοντας σε δύο εν εξελίξει ερευνητικές εργασίες, μεταξύ των οποίων υπάρχει μία σύνδεση ερωτημάτων και μεθοδολογικών εργαλείων . Εδώ αναζητούμε τη σύνθεση εμπειριών, όσον αφορά στην φροντίδα και την δημιουργία μιας εστίας σε ένα νέο αφιλόξενο περιβάλλον, στην προσχώρηση σε μία κοινότητα αλλά και στην πρόκληση των ορίων της, στην διαπραγμάτευση της ταυτότητας και του επαναπροσδιορισμού του τόπου, του «εδώ» και του «εκεί», στο να αποτελεί κάποιο ενεργό παράγοντα στη διαδικασία της μετανάστευσης, αντί να προστατεύει και να μεταδίδει την εθνική ταυτότητα και την κουλτούρα. Εξετάζουμε τους τρόπους με τους οποίους οι μετανάστριες στην Αθήνα κατασκευάζουν τοπικές, διεθνείς και φαντασιακές κοινότητες, αναζητώντας τόπο εγκατάστασης και τρόπους ένταξης. Χρησιμοποιώντας υλικό από βιογραφικές συνεντεύξεις μεταναστριών, αλλά και εργοδοτριών, εστιάζουμε σε δύο περιπτώσεις γυναικείων μεταναστευτικών διαδρομών.

•    Ανεπίσημες πρακτικές αυτού που ονομάζουμε εγκατάσταση (settlement) οδηγούν σε μια εν δυνάμει καθημερινότητα και απεικονίζονται, μεταξύ άλλων, από τις προσπάθειες ανεύρεσης σπιτιού και εργασίας, εξοικείωσης με την πόλη και την γειτονιά, δημιουργίας δικτύων υποστήριξης.
•    Μια πιο επίσημη διαδικασία, αυτό που ονομάζουμε ένταξη (integration), περιλαμβάνει την επικοινωνία και τη συνδιαλλαγή με τοπικούς φορείς, πιο συγκεκριμένα παροχές παιδικής φροντίδας και υγείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γυναίκα μετανάστρια μπορεί να διαθέτει ή όχι, κατοικία και άδεια εργασίας. Στο πλαίσιο της δικής μας οπτικής που προσπαθεί να προσεγγίσει αντιλήψεις του ανήκειν εδώ και εκεί, όπως προκύπτουν από τις περιγραφές των γυναικών, χρησιμοποιούμε τους όρους «ένταξη» και «ενσωμάτωση» με την περιορισμένη έννοια που περιγράφεται παραπάνω. Είναι πέρα από το σκοπό αυτού του άρθρου να μπούμε σε λεπτομερή συζήτηση για τις διαφωνίες πάνω στον όρο «ένταξη», στις μεταναστευτικές σπουδές στην Ελλάδα [2] .

Γυναίκες μετανάστριες και η πόλη

Στην ευρωπαϊκή βιβλιογραφία για τη μετανάστευση, μπορούμε να εντοπίσουμε δύο βασικούς άξονες που μας παρουσιάζουν τον τρόπο με τον οποίο απεικονίζονται οι μετανάστες –και πιο συγκεκριμένα οι γυναίκες μετανάστριες. Ο πρώτος προσεγγίζει τους μετανάστες σε σχέση με την ένταξη τους σε «κοινότητες» ή εθνοτικές ομάδες, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θεωρούνται ομοιογενείς ομάδες, οι οποίες φέρουν και μεταδίδουν μια συγκεκριμένη «εθνική κουλτούρα»[3]. Λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενες έρευνες που θεωρούσαν τους μετανάστες «μόνο εργάτες», το ερευνητικό πεδίο σήμερα περιλαμβάνει κοινωνικές και πολιτισμικές μεταμορφώσεις σε αστικές γειτονιές, αποτέλεσμα της προσπάθειας των μεταναστών να σχηματίσουν μια «νέα» καθημερινότητα στον τόπο εγκατάστασης. Παράλληλα, η έμφαση στις εθνοτικές ομάδες τείνει να υπογραμμίσει το ρόλο των αντρών ως πρωτοπόρων και να υποτιμήσει τη δυναμική συνεισφορά των γυναικών στη μεταναστευτική διαδικασία. Οι επιλογές και οι μετακινήσεις συνδέονται με τους άντρες και τον ανδρισμό, ενώ οι γυναίκες και η θηλυκότητα συνδέονται με το σπίτι και το αίσθημα του ανήκειν. Οι γυναίκες θεωρείται ότι προστατεύουν και διαδίδουν την παράδοση και την εθνική κουλτούρα.

Το επιχείρημα αυτό «συνδιαλέγεται» με προσεγγίσεις των πολεοδομικών σπουδών, που εστιάζουν στον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα των πόλεων, ως αποτέλεσμα των νέων αλλά και των παλιότερων, κύκλων εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Σε αυτές τις προσεγγίσεις οι «κοινότητες», ή αλλιώς εθνοτικές ομάδες, εντοπίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές, αστικές γειτονιές όπου η εκάστοτε «εθνοτική κουλτούρα» εδραιώνεται χωρικά μέσα από γαστρονομικές συνήθειες, εθνοτικές γιορτές, συλλογικές δραστηριότητες κλπ. (Chinatown, Little Tokyo, Curry town κλπ.). Στο σημείο αυτό να πούμε ότι οι αστικές γειτονιές, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που κατοικούνται από μετανάστες, εννοούνται σαν αμετάβλητοι και οριοθετημένοι τόποι που υπάρχουν λόγω της οικειότητας της διαπροσωπικής επικοινωνίας [4]. Σε σχέση τώρα με τις κοινωνικές υπηρεσίες οι γυναίκες μετανάστριες φαίνεται να αντιμετωπίζουν έναν διπλό αποκλεισμό: από τη μια, σαν κομμάτι μιας εθνοτικής ομάδας, που σε οποιαδήποτε περίπτωση δυσκολεύει το δικαίωμα πρόσβασης σε κοινωνικές παροχές (ως αποτέλεσμα π.χ. της έλλειψης άδειας εργασίας ή ασφάλισης), και από την άλλη, σαν γυναικείο υποκείμενο στις πατριαρχικές σχέσεις των δύο φύλλων μέσα στην ίδια την κοινότητα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μέσα στις οικογένειες δίνεται προτεραιότητα στην αντρική εργασία και τα κοινωνικά δικαιώματα καθορίζονται από τον σύζυγο ή/και τον πατέρα. Οι γυναίκες τότε γίνονται ακόμη πιο ευάλωτες καθώς μεταβαίνουμε από το μοντέλο μιας «καθολικής» κοινωνικής προστασίας στις εξατομικευμένες ρυθμίσεις[5].

Η δεύτερη κυρίαρχη τάση στην έρευνα πάνω σε θέματα μετανάστευσης προκύπτει σαν μια κριτική σε τέτοιου τύπου κοινότητες. Οι μετανάστες (και άλλα εκτοπισμένα υποκείμενα) φαίνεται να συνοψίζουν τις έννοιες της διασποράς και της υβριδικότητας, σαν ένας τρόπος αντίστασης στις οριοθετημένες κοινωνίες. Χωρικές μεταφορές, όπως ο τρίτος χώρος, η εκτόπιση, τα σύνορα κ.α. χρησιμοποιούνται εδώ για να υπογραμμίσουν τη διαφορετική εμπειρία σε σχέση με τις εδραιωμένες κοινωνίες[6]. Το υποκείμενο της διασποράς περιγράφεται ελεύθερο από εθνοτικούς εξαναγκασμούς και κοινωνικά σύνορα, κινείται σε ένα «τρίτο χώρο» υπερβαίνοντας τις διπολικές αντιλήψεις και επιτρέποντας ένα πλουραλισμό οπτικών[7]. Εδώ και πάλι, ο ρόλος της γυναίκας εμφανίζεται υποτιμημένος, αλλά με διαφορετικό τρόπο: η έννοια του υποκείμενου της διασποράς τείνει να εξαλείψει ζητήματα δύναμης και ανισότητας[8], καθώς και διαβαθμίσεις αυτονόμησης, ενώ παράλληλα αναφέρεται και στον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες πρέπει να συνδυάζουν παλιές δοξασίες και νέες υποκειμενικότητες, όχι μόνο «εδώ» στον τόπο προορισμού, αλλά και «εκεί», ειδικά στην περίπτωση που έχουν υπό τη φροντίδα τους άλλα άτομα, κυρίως παιδιά.

Αυτή η δεύτερη τάση συνδέεται με μια διαφορετική οπτική στη συζήτηση για τον χώρο και τον τόπο -μια οπτική που αναδεικνύει χωρικές ανακατατάξεις που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση και με την αποκαλούμενη χωρο-χρονική συμπίεση[9]. Ο διακρατικός χαρακτήρας των οικονομικών δραστηριοτήτων, οι τεχνολογικές καινοτομίες στο χώρο της επικοινωνίας, της πληροφόρησης και της μετακίνησης, σύμφωνα με αρκετούς συγγραφείς, φαίνεται να οδήγησαν σε μία χαλάρωση των δεσμών μεταξύ χώρου και διαμόρφωσης συλλογικοτήτων[10]. Σε αυτό το πλαίσιο η καθημερινή ζωή επίσης θεωρητικοποιήθηκε σε σχέση με την κινητικότητα και την ταχύτητα, από το σώμα στο παγκόσμιο, χωρίς συγκεκριμένο ή μακροπρόθεσμο δεσμό με έναν ορισμένο τόπο. Εδώ οι μετανάστες φαίνεται να απεικονίζουν τον κατακερματισμό της καθημερινότητας.

Όπως έχει καταγραφεί μέχρι τώρα, τα πρόσφατα κύματα μετανάστευσης στην Ευρώπη περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό γυναικών που μεταναστεύουν μόνες τους (χωρίς οικογένεια ή σύζυγο) και διατηρούν χαλαρούς δεσμούς με τις εθνοτικές κοινότητες «εδώ» αλλά και «εκεί». Η πρόσβασή τους στις κοινωνικές υπηρεσίες συνδέεται με το ατομικό κοινωνικό και οικονομικό τους καθεστώς, με την πολιτισμική (ή θρησκευτική) αντίληψή τους για τις διάφορες κοινωνικές υπηρεσίες, με τους δεσμούς τους με την πατρίδα τους και με τις προσωπικές τους προσδοκίες (και επιθυμίες) σε σχέση με την κοινωνική ένταξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τάση για αναδόμηση της παροχής πρόνοιας προς πιο ευέλικτες κοινωνικές υπηρεσίες μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες για βελτίωση της πρόσβασης στις κοινωνικές υπηρεσίες και της χρήσης τους.

Η σύνδεση των συζητήσεων γύρω από τη μετανάστευση με τις γεωγραφικές συζητήσεις για τον χώρο/τόπο και με τις μεταβαλλόμενες διαδικασίες παροχής κοινωνικών υπηρεσιών εισάγει νέα επίπεδα συνθετότητας, τα οποία δεν επιτρέπουν ομοιογενείς και προκαθορισμένες κατηγορίες, ούτε και μονοδιάστατες προσεγγίσεις της κοινότητας, του ανήκειν, της υπέρβασης (συνόρων) και της διαπραγμάτευσης (ταυτοτήτων) [11]. Στην ανάλυση μας, βασισμένη σε θεωρητική έρευνα και εμπειρική παρατήρηση, προσπαθούμε να αμφισβητήσουμε και τις δύο τάσεις, μαζί με τη διχασμένη σύλληψη κοινότητα/διασπορά ή την χωρική της απεικόνιση, τοπικό/παγκόσμιο. Ξεκινώντας με την προϋπόθεση ότι οι περισσότεροι κάτοικοι ενός αστικού κέντρου, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών, ζουν ζωές που χαρακτηρίζονται από τοπικότητα και μικρές μετακινήσεις[12], συζητάμε την εγκατάσταση των γυναικών μεταναστριών στην πόλη υπό το φώς νέων κοινωνικών και χωρικών διαμορφώσεων. Ακολουθώντας τη Massey (1994), βλέπουμε τους τόπους εγκατάστασης τους, στην περίπτωση μας αστικές γειτονιές της Αθήνας, όχι μόνο σαν φυσικούς χώρους, αλλά κυρίως σαν συνδυασμούς κοινωνικών σχέσεων που αλληλεπιδρούν στους συγκεκριμένους τόπους. Οι τόποι αυτοί, είναι προσωρινοί και ανοιχτοί, παρά οριοθετημένοι και στατικοί. Είναι ανοιχτοί στην αμφισβήτηση και στις διαφορετικές αναγνώσεις ανάλογα με τις εμπειρίες του καθενός[13]. Με μια έννοια οι περισσότεροι τόποι είναι «τόποι συνάντησης», ακόμα και οι «γνήσιοι κάτοικοι» τους έρχονται από κάπου αλλού[14].

Αυτή η χωρική αντίληψη συμβαδίζει με τα ερωτήματα μας για τις μετανάστριες της Αθήνας. Η ιδέα του ανοιχτού τόπου ανταποκρίνεται σε μια εννοιολόγηση της κοινότητας και του τόπου, η οποία εγκολπώνει το παγκόσμιο άνοιγμα μέσω των οικονομικών σχέσεων, της διεθνούς αναταραχής και τις νέες ιεραρχίες σε περιφερειακές και τοπικές κλίμακες, της ζωής σε μια σειρά από περιφραγμένες και συνεχόμενες χωρικές κλίμακες, από το σώμα μέχρι το παγκόσμιο[15]. Σε αυτό το πλαίσιο οι ζωές των Αλβανίδων οικιακών βοηθών στην Αθήνα -όπως προκύπτει από τις βιογραφικές συνεντεύξεις, αποσπάσματα των οποίων παραθέτουμε στις επόμενες ενότητες του άρθρου- δεν ανταποκρίνονται εύκολα σε κανένα από τα κυρίαρχα μοντέλα μετανάστευσης (επανένωση της οικογένειας και ανεξάρτητοι εργάτες).

Για τις γυναίκες από την Αλβανία, δύο πράγματα έχουν σημασία σε αυτό το σημείο: α. κατά κανόνα, μεταναστεύουν μαζί με τις οικογένειες τους και όχι για λόγους επανένωσης της οικογένειας –που θα τις έβαζε σε μια σχέση εξάρτησης στο θέμα των βασικών αναγκών (όπως η κατοικία) και των κοινωνικών δικαιωμάτων, β. βρίσκουν και χειρίζονται την εργασία τους και το εισόδημα τους ανεξάρτητα, αλλά η εργασία με εισόδημα δε σημαίνει απαραίτητα ότι αποκτούν και τα κοινωνικά δικαιώματα του εργαζόμενου, αντιθέτως συχνά δουλεύουν ανεπίσημα στο σπίτι του εργοδότη οπότε δυσκολεύονται να τον πείσουν για μια νόμιμη συμφωνία και κοινωνική ασφάλιση[16]. Εξάλλου, και οι δύο κυρίαρχες τάσεις τείνουν να υποβαθμίζουν τη δυναμική της αλλαγής των σχέσεων των δύο φύλων μεταξύ μεταναστών και ντόπιων πληθυσμών[17]. Πιο συγκεκριμένα η εμφάνιση των οικιακών βοηθών στην αγορά εργασίας επηρεάζει τους ρόλους των δύο φύλων στις οικογένειες των μεταναστών, μια και οι γυναίκες γίνονται ενεργοί παράγοντες στη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης. Ταυτόχρονα η μετ’ αποδοχών οικιακή εργασία των μεταναστριών επηρεάζει του ρόλους των δύο φύλων και στις ντόπιες οικογένειες, όπως και στον οργανισμό κοινωνικών παροχών ειδικά στο τομέα της φροντίδας: για παράδειγμα η δυσκολία της φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, ή η ισορροπία μεταξύ ενός εργαζόμενου ζευγαριού, αλλάζουν σημαντικά λόγω της μεγάλης προφοράς των μεταναστριών[18].

Το ταξίδι στην Αθήνα: ανάμεσα στο επίσημο και το ανεπίσημο

Σαν συνέχεια της προηγούμενης ενότητας, εδώ παρουσιάζουμε αποσπάσματα εμπειριών γυναικών από την Αλβανία, οι οποίες ζουν στην Αθήνα. Τα αποσπάσματα αυτά καταθέτουν τις προσπάθειες τους να επιβιώσουν στο νέο τόπο κατοικίας, μεταμορφώνοντας τον ίδιο τον τόπο αλλά και την ταυτότητα τους. Στην Αθήνα η πλειοψηφία των γυναικών από την Αλβανία εργάζονται ως οικιακοί βοηθοί, και σε ένα μικρότερο ποσοστό στον τομέα της φροντίδας. Ενώ οι άντρες από την Αλβανία απασχολούνται κυρίως στην κατασκευή, συνήθως σε πιο επισφαλείς συνθήκες και με συχνά διαλείμματα ανεργίας[19]. Το γεγονός αυτό αποτελεί πηγή της κρίσης στα περισσότερα νοικοκυριά, μια και ο σύζυγος δε μπορεί να αντιμετωπίσει το γεγονός πως χάνει την εξουσία, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να αναφέρουν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας.

Ήταν καλός, ήταν πολύ καλός. Στην Ελλάδα η ζωή έγινε πολύ χειρότερη… έχω μια δύσκολη ζωή. Με χτυπάει, πηγαίνω στη δουλειά. Με χτυπάει, πηγαίνω στη δουλειά. Καμιά γυναίκα δε το αντέχει όλο αυτό. Καμιά γυναίκα. Θέλει να πάμε πίσω. Εγώ δε θέλω. (Natasa)

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, εστιάζουμε σε δύο οπτικές του «ταξιδιού στην Αθήνα»: στις ανεπίσημες πρακτικές εύρεσης σπιτιού και εργασίας, διαμορφώνοντας δίκτυα βοήθειας κλπ. (εγκατάσταση), και στις επίσημες διαδικασίες επαφής και πρόσβασης σε φορείς υγείας και φροντίδας των παιδιών (ένταξη). Τα όρια μεταξύ επίσημων και ανεπίσημων πρακτικών δεν είναι αυστηρά, αλλά χρησιμοποιούνται εδώ σαν αναφορά στην ύπαρξη (ή την απουσία) πολιτικών και παροχών του κράτους οι οποίες επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των μεταναστριών (αλλά και των ντόπιων) γυναικών. Πράγματι, όπως καταδεικνύει η έρευνά μας οι «επίσημες» παροχές επιτυγχάνονται με διαμεσολάβηση ανεπίσημων πρακτικών, ενώ τα «ανεπίσημα» σχήματα εργασίας επισημοποιούνται λίγο-πολύ ως αποτέλεσμα  των απαιτήσεων των διαφόρων σταδίων των «διαδικασιών νομιμοποίησης». Αυτή η θολή και λεπτή διάκριση μεταξύ επίσημων και ανεπίσημων πρακτικών σε όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής αφήνει ένα αξιόλογο περιθώριο στα άτομα ξεχωριστά, να αναπτύσσουν στρατηγικές επιβίωσης και να διαχειρίζονται τις διαδικασίες ένταξης.

Αναζήτηση κατοικίας και εργασίας

Μόλις φτάσαμε –φτάσαμε ας πούμε Σάββατο ή Κυριακή πρωί, δε θυμάμαι καλά- Δευτέρα πρωί ο σύζυγος μου πήγε για δουλειά κι εγώ δεν ήξερα τίποτα… δεν μπορούσα να αφήσω το σπίτι. Δεν θυμόμουν ποιο κουδούνι να χτυπήσω, το πάνω ή το κάτω, τα ονόματα ήταν στα ελληνικά… δεν ήξερα ούτε μια λέξη για να βγω έξω και να ρωτήσω. Αν χάσω το δρόμο, ποιος θα με βοηθήσει;.. δεν ήξερα που να πάω. (Loretta)

Η περίπτωση της Loretta απεικονίζει κάποια από τα πιο συνηθισμένα προβλήματα των Αλβανίδων όταν πρωτοφτάνουν στην Αθήνα, κατά κανόνα με τους άντρες τους (σύζυγοι, πατέρας ή αδέρφια). Εδώ ερευνούμε τους τρόπους ανεύρεσης σπιτιού και εργασίας, καθώς και τις διαδικασίες δικτύωσης, μέσα και πέραν της εθνοτικής κοινότητας, όλα εκ των οποίων είναι καθοριστικά για την «εγκατάσταση» στην Αθήνα.

Είναι αρκετά σύνηθες για τις μετανάστριες να μένουν για ένα μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα με συγγενείς σε συνθήκες συνωστισμού.

Όταν ήρθα, μέναμε μαζί με τον μικρότερο αδερφό του άντρα μου. Και τα λεφτά μαζί, όχι μόνο το σπίτι. Μετά από δύο χρόνια έφυγε ο αδερφός του άντρα μου (Anita).

Έμεινα για λίγο καιρό σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια [20]–και μετά μέναμε σε ένα σπίτι εκεί… Μείναμε με τον ξάδερφο μου, τον κουνιάδο μου και ένα ζευγάρι φίλων. Στην αρχή, το 1992. (Arvena)

Όταν οι γυναίκες από την Αλβανία μεταναστεύουν ανεξάρτητα από άντρες, αντιμετωπίζουν πιο μεγάλες δυσκολίες στο να βρουν σπίτι ή διαμέρισμα και πέφτουν πιο εύκολα θύματα εκμετάλλευσης των ιδιοκτητών. Γενικά είναι πιο ευάλωτες και λιγότερο σε θέση να χρησιμοποιήσουν προσωρινά καταλύματα και να κοιμούνται σε δύσκολες συνθήκες. Για αυτό το λόγο, εξαρτώνται για κάποιο διάστημα από συγγενείς και φίλους, οι οποίοι αποτελούν κομμάτι της δικτύωσης τους μέσα στην εθνοτική κοινότητα. Ταυτόχρονα όμως, το γεγονός αυτό λειτουργεί σαν δίκτυο ελέγχου από το οποίο πολλές γυναίκες δε μπορούν να ξεφύγουν καθ’ όλη τη διάρκεια της μετανάστευσης.

Ο αδερφός μου, ζει εδώ καλά. Αλλά δεν του μιλάω συχνά… μόνο κάποιες φορές τον παίρνω τηλέφωνο. Μερικές φορές, όταν η μαμά μου νομίζει ότι έχει προβλήματα, μου λέει «μη μαλώνεις μαζί του –όλο μαλώνετε εκεί πέρα». Και τον παίρνω, δε θέλω να πάω στο σπίτι του, μπορεί να ρθει στο δικό μου… αλλά δε του αρέσει το πώς ζω (μαζί με έναν άντρα από τη Συρία με τον οποίο δεν είναι παντρεμένη).(Athena)

Το πιο συνηθισμένο επόμενο βήμα είναι η αναζήτηση δουλειάς, για να συμμετέχουν στα έξοδα του νοικοκυριού. Το να βρεις δουλειά σαν οικιακή βοηθός είναι το πιο συνηθισμένο –είναι ένας τρόπος να βρεις δουλειά ακόμα και χωρίς να μιλάς καλά τη γλώσσα. Η ζήτηση μιας τέτοιας δουλειάς έχει πλεονεκτήματα όπως την καλύτερη ποιότητα ζωής και το μεγαλύτερο εισόδημα, ενώ παράλληλα, ενισχύεται από το γεγονός ότι όλο και περισσότερες ντόπιες γυναίκες ξεκίνησαν να εργάζονται τα τελευταία 20 χρόνια, οπότε δημιουργείται ένα κενό στην φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων. Ο μεγάλος αριθμός χαμηλόμισθων μεταναστριών από την Αλβανία προσφέρει μια αρκετά καλή απάντηση σε αυτά τα προβλήματα. Συχνά, είναι ντόπιοι που συστήνουν μετανάστριες σε πιθανούς εργοδότες, για παράδειγμα σπιτονοικοκύρηδες ή γείτονες –διευρύνοντας έτσι το τοπικό δίκτυο βοήθειας των γυναικών μεταναστριών. Σε άλλη περίπτωση βρίσκουν «σπίτια» (να καθαρίσουν) μέσω άλλων μεταναστών.

Η Μαργαρίτα είναι φίλη μου τώρα. Βρήκε τα πρώτα σπίτια από μένα… είναι δύσκολο για έναν ξένο που έρχεται και δεν μιλάει τη γλώσσα. (Loretta)

Μετά αυτός που έχει το σπίτι με βοήθησε να βρω δουλειά, μια μέρα τη βδομάδα. Μετά σιγά σιγά, πολύ σιγά. Άρχισα να δουλεύω κάθε μέρα. (Natasa)

Η δουλειά, συνήθως, είναι ασταθής, σε εβδομαδιαία βάση ή και πιο αραιά. Για παράδειγμα, μπορεί να μην έχουν δουλειά/εισόδημα κάθε μέρα, οι εργοδότες μπορεί να λείπουν έναν ή δυο μήνες για διακοπές και να μην πληρώνουν τα αντίστοιχα μεροκάματα, κάποιοι εργοδότες απαιτούν υπερβολική ευελιξία (π.χ. καλούν την γυναίκα όποτε θέλουν με την απαίτηση να είναι διαθέσιμη). Επίσης, δεν είναι σπάνιο για αυτές να πληρώνουν μόνες τους τις εισφορές της ασφάλειας τους που απαιτούνται για να βγάλουν ή να ανανεώσουν την κάρτα εργασίας / παραμονής[21].

Η δουλειά είναι δύσκολα. Δε ξέρω. Φέτος… έχω δουλειά δύο φορές τη βδομάδα, μετά μια μέρα. Δεν είναι σταθερή… είναι καλύτερα να έχεις μια δουλειά. Ονειρεύομαι μια δουλειά που θα πηγαίνω κάθε μέρα, που θα ξέρω που θα πάω. Στεναχωριέμαι πολύ όταν δεν πηγαίνω. (Nora)

Όταν τα έσοδα της οικογένειας αυξάνουν, προσπαθούν να βελτιώσουν της συνθήκες κατοίκησης: να μετακομίσουν σε ένα σπίτι με λιγότερο κόσμο, να βρουν ένα καλύτερο σπίτι, να αγοράσουν έπιπλα και συσκευές. Κάποιες απ΄ αυτές τις προσπάθειες συνδέονται με την παρουσία και την ανατροφή των παιδιών.

Ήμασταν στον τρίτο όροφο, αλλά ήταν πολύ κρύο και είπαμε με τον άντρα μου: θα πληρώσουμε λίγο παραπάνω, αλλά θα είναι καλύτερα για το παιδί, γιατί εκεί κρυώναμε… χειμώνα και καλοκαίρι κρυώναμε. (Nora)

Όταν ήρθα εδώ, ο άντρας μου δεν είχε τίποτα στο σπίτι. Κοίτα πως ήταν (δείχνει μια φωτογραφία). Άδειο. (Loretta)

Στις αρχές του ’90, η ανεύρεση σπιτιού δεν ήταν εύκολη για τους μετανάστες από την Αλβανία, περιπτώσεις ρατσιστικών συμπεριφορών από τους σπιτονοικοκύρηδες αναφέρονταν πολύ συχνά και επιβεβαιώνονται σε πολλά σημεία των συνεντεύξεων.

Οι πιο πολλοί ρωτάνε: «Από πού είσαι; Από την Αλβανία; Όχι… δε νοικιάζω το σπίτι». Πήγαμε και σε μεσιτικά γραφεία… πληρώσαμε λεφτά και πάλι δε μας βρήκαν. (Arvena)

Πληροφορίες για σπίτια διαδίδονται από στόμα σε στόμα και συχνά σπίτια πηγαίνουν από χέρι σε χέρι, όπου συγγενείς και φίλοι συστήνουν στον ιδιοκτήτη τον νέο νοικάρη. Έπειτα από μια δεκαετία ή και παραπάνω, σε κάποιες κεντρικές περιοχές της Αθήνας, Αλβανοί αγοράζουν διαμερίσματα σε παλιά κτίρια, ενισχύοντας έτσι και την τοπική αγορά κατοικίας.

Ο άντρας μου πήρε σπίτι δίπλα στον αδερφό μου γιατί ο αδερφός μου ήξερε το παιδί από δίπλα και του είπε: «Άσε την αδερφή μου και τα παιδιά της να νοικιάσουν το σπίτι», και είπε «εντάξει» αυτός. (Arvena)

Η θυρωρός είχε ένα διαμέρισμα. Ήταν δικό της, ξέρεις. Και ήθελε να το νοικιάσει αυτό το σπίτι. Κάποιοι κύριοι έφυγαν, και τη ρώτησα, γιατί την ήξερα καλά. (Anita)

Οι περισσότερες γυναίκες από την Αλβανία μεταναστεύουν μαζί, ή λίγο μετά, τον άντρα τους και παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της εγκατάστασης της οικογένειας. Σε συνθήκες ανασφάλειας και φτώχειας, αναλαμβάνουν τις συναντήσεις με τους σπιτονοικοκύρηδες, και είναι αυτές περισσότερο από τους άντρες που αναπτύσσουν στρατηγικές σταδιακής οικειοποίησης του δημόσιου χώρου, κίνησης στην πόλη και στην γειτονιά. Η οικογένεια και οι συμπατριώτες είναι ο βασικός πυρήνας γύρω από τον οποίο οργανώνεται η κοινωνική ζωή. Αλλά κάτω από συνθήκες πίεσης στο νέο περιβάλλον και τη δυσκολία προσαρμογής σε μια διαφορετική κουλτούρα, η διάσπαση των δικτύων συγγενών και συμπατριωτών είναι αρκετά συνηθισμένη[22]. Αυτή η απουσία δεσμών αυξάνει το άγχος, αλλά αυτό αντισταθμίζεται με τη δημιουργία νέων δικτύων που περιλαμβάνουν γείτονες, γηγενείς και μετανάστες από άλλες χώρες, όπως και εργοδότες.

Το να ξεκινάς μια καινούρια ζωή είναι δύσκολο, αλλά οι γυναίκες γνωρίζουν ήδη από αδιέξοδα από την πόλη ή το χωριό καταγωγής τους, αντίθετα, οι περιορισμοί πίσω στην Αλβανία δείχνουν πόσο μπορεί τελικά να έχουν απομακρυνθεί από έναν οικείο τόπο που γίνεται ανοίκειος και αναγεννά την επιθυμία τους να πετύχουν στο νέο τόπο, την Αθήνα.

Πού να πάω πίσω; Δεν έχω δουλειά εκεί και πρέπει να μείνω εδώ. Τι να κάνω εκεί; Όλοι ψάχνουν για ένα μέρος (στο παζάρι) για να πουλάνε και να αγοράζουν πράγματα. Το χειμώνα δεν έχει ηλεκτρικό, έχει για λίγες ώρες σε κάθε γειτονιά. (Amalia)

Η εισαγωγή μεταναστών/ριών, και συγκεκριμένα των γυναικών από την Αλβανία, στη ζωή της πόλης έγινε δυνατή μέσα από ανεπίσημες συμφωνίες και πρακτικές, που είναι καθοριστικά στοιχεία της αστικής ανάπτυξης και χαρακτηρίζουν την Αθήνα (όπως και άλλες ελληνικές πόλεις). Το ευρύ φάσμα του ανεπίσημου συνέβαλε στα αστικά προβλήματα για τα οποία είναι γνωστή η Αθήνα (μεγάλες πυκνότητες, απουσία ελεύθερων χώρων, αυθαίρετα, κ.ο.κ.), αλλά άφησε «κενά» όπου οι μηχανισμοί της κοινωνικής ενσωμάτωσης θα μπορούσαν και αναπτύχθηκαν για τους ντόπιους και μέσα στους οποίους οι πιο πρόσφατοι μετανάστες βρήκαν τρόπους να εγκατασταθούν στην πόλη, όπως καταδεικνύει η παραπάνω συζήτηση. Αυτό δε σημαίνει ότι υποτιμούμε τις αρνητικές πλευρές των ανεπίσημων μηχανισμών βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα[23], μια και όπως ήδη υπογραμμίσαμε, τουλάχιστον για την αγορά εργασίας ένα είδος επισημοποίησης είναι ήδη απαραίτητο έτσι ώστε να εξασφαλίσει την άδεια παραμονής / εργασίας  (π.χ. δήλωση του εργοδότη, εισφορές ασφάλισης κ.α.)

Διαπραγμάτευση της πρόσβασης στις κοινωνικές υπηρεσίες

Η προσχολική παιδική φροντίδα και η αναπαραγωγική υγεία, οι δύο τύποι κοινωνικών υπηρεσιών που επιλέχθηκαν για την έρευνα, παρουσιάζουν και οι δύο, τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους Αλβανούς, έναν ισχυρά έμφυλο χαρακτήρα: σχετίζονται στενά με τους ρόλους και τις ευθύνες της μητέρας και όχι του πατέρα. Τα νηπιαγωγεία είναι «θηλυκοί» χώροι, με την έννοια ότι τόσο οι αποδέκτες όσο και οι πάροχοι της υπηρεσίας είναι σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες. Η αναπαραγωγική υγεία γίνεται αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο ως γυναικεία έγνοια (όχι ως έγνοια του ζευγαριού ως αναπαραγωγικής μονάδας). Η πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες έχει επιλεγεί ως δείκτης των αλλαγών στις έμφυλες σχέσεις μεταξύ των μεταναστευτικών πληθυσμών, καθώς και των τρόπων με τους οποίους διασυνδέονται οι επίσημες και οι ανεπίσημες δραστηριότητες κατά την παροχή τους.

Στην Ελλάδα, η δημόσια προσχολική φροντίδα παρέχεται από τις τοπικής αρχές, οι οποίες επίσης καθορίζουν τους κανόνες της πρόσβασης με βάση την προσφορά και ζήτηση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν οι μετανάστες άρχισαν να έρχονται κατά μεγάλους αριθμούς, ήταν σχετικά εύκολο για τα παιδιά μετανάστες να αποκτήσουν μια θέση στα δημοτικά νηπιαγωγεία, όπου αυτά υπήρχαν. Αυστηρότεροι κανόνες παρουσιάστηκαν ως αποτέλεσμα της αύξησης της ζήτησης, ή πιθανώς και ως απάντηση στην ανησυχία κάποιων Ελλήνων γονιών, εξαιτίας της μεγάλης αναλογίας παιδιών μεταναστών στους παιδικούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία. Σήμερα όλο και περισσότερα νηπιαγωγεία δέχονται αποκλειστικά παιδιά γυναικών που είναι επίσημα απασχολούμενες –πράγμα που σημαίνει ότι έχουν επίσημα αποδεικτικά πληρωμής εισφορών στο κρατικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ).

Οι οικιακές βοηθοί συνήθως εργάζονται (ανεπίσημα) με μεροκάματο. Οι εργοδότες δεν έχουν κίνητρο να πληρώνουν το μερίδιό τους στα έξοδα κοινωνικής ασφάλισης εφόσον η εργασία πραγματοποιείται εντός του «ιδιωτικού» χώρου του σπιτιού και επομένως δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε μορφή δημόσιου εργατικού ελέγχου. Παρομοίως απουσιάζουν και από τις μετανάστριες τα κίνητρα να πληρώσουν προσωπικές εισφορές εάν έχουν πρόσβαση σε κοινωνική ασφάλιση ως εξαρτώμενες από τους συζύγους τους. Επομένως, βρίσκονται σε έναν φαύλο κύκλο, με την έννοια ότι δεν μπορούν να αναζητήσουν επίσημη απασχόληση εάν δεν έχουν πρόσβαση σε παιδική φροντίδα και δεν μπορούν να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε δημόσιους παιδικούς σταθμούς και σε δημόσια νηπιαγωγεία εάν δεν είναι επίσημα απασχολούμενες. Για να μετακινηθούν από μια αδήλωτη σε μια δηλωμένη δουλειά, οι οικιακές βοηθοί πρέπει να διαπραγματευτούν με τους εργοδότες, οι οποίοι έτσι υποχρεούνται να επισημοποιήσουν τη θέση τους ως εργοδότες και να συνεισφέρουν στα έξοδα κοινωνικής ασφάλισης. Προκειμένου να διευκολύνει αυτήν τη διαδικασία και να συλλέξει ουσιαστικά χρηματικά ποσά, το ΙΚΑ έχει αποδώσει στην οικιακή εργασία ένα ειδικό απλουστευμένο στάτους στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ως «εξαρτημένη απασχόληση με πολλαπλούς εργοδότες και ημερομίσθιο».

Μου λένε. «Κάνε δήλωση κοινωνικής ασφάλισης εργοδότη!» Αλλά οι περισσότερες κυρίες δεν το κάνουν αυτό για μένα. Μια κυρία που είναι πολύ καλή, δόξα τω Θεώ –πάω σε αυτήν δυο φορές την εβδομάδα– το έκανε για μένα. Την έκανε [τη δήλωση της εργοδοσίας] σαν να δούλευα για αυτήν κάθε μέρα. Αλλά η δυσκολία με αυτό στη συνέχεια ήταν –τους την έδωσα και την πήραν– ότι οπουδήποτε πήγαινα να δουλέψω, όταν το σχολείο ξεκινούσε, μου λένε: «Θέλουμε όλα τα τηλέφωνα από τα μέρη που δουλεύεις», και εδώ ξεκινάνε τα προβλήματα! Λέω στις κυρίες: «Τί θα γίνει τώρα, άμα πω ότι δουλεύω για σένα και εσύ δε μου δώσεις δήλωση εργοδοσίας;» Με εκείνη την κυρία –και ήταν καλή κυρία σου τ’ ορκίζομαι– της λέω όλα αυτά και λέει: «Εντάξει. Πρέπει να τους δώσεις όλα τα τηλέφωνα.» (Suzanna)

Σε κάποιες (όχι σπάνιες) περιπτώσεις, οι μετανάστριες επιτυγχάνουν την απόκτηση πρόσβασης, παρά την έλλειψη «σωστών χαρτιών», με τη μεσολάβηση κάποιων εργοδοτριών που τυχαίνει να έχουν διασυνδέσεις με αυτούς που παίρνουν σχετικές  αποφάσεις στον Δήμο (σε προσωπική ή πολιτική βάση) ή με το προσωπικό του νηπιαγωγείου[24]. Η σημασία των ανεπίσημων σχέσεων σκιαγραφείται από την Etleva παρακάτω:

Για την μεγαλύτερη κόρη μου, όταν πήγα να ρωτήσω στον παιδικό σταθμό, είπαν κάτι του τύπου «Πρέπει να έχεις ένσημα. Δεν παίρνουμε Έλληνες [χωρίς ένσημα]. Θα πάρουμε εσένα;» Και έφυγα. Εντάξει. Και την επόμενη χρονιά είπα: «Θα πρέπει να στείλω και τις δύο κόρες μου,» επειδή δεν τα έβγαζα πέρα, είχα τόσο πολύ ενοίκιο και άλλα έξοδα. Και σε μια κυρία που δουλεύω, της τα είπα όλα αυτά: «Είμαι σε ανάγκη», λέω. Και εκείνη λέει: «Θα σε βοηθήσω. Πήγαινε στο Δημαρχείο, στην κυρία Χ, δεν ξέρω το όνομά της, είναι … τί είναι, όχι δήμαρχος … αντιδήμαρχος! Και θα πας εκεί. Είναι πολύ, πολύ καλός άνθρωπος. Και θα τα πεις όλα αυτά, και θα σε βοηθήσει.» Και αυτό έκανα. Και πήγα και τα είπα όλα αυτά, και τους είπα, «Έχω ανάγκη να δουλέψω, έχω τρία παιδιά. Έχω υψηλό ενοίκιο να πληρώσω. Μπορείτε να με βοηθήσετε, λέω, να πάνε τα παιδιά μου εκεί [στον παιδικό σταθμό];»
«Γιατί δεν τα παίρνουνε;» λέει.
«Επειδή δεν έχω ΙΚΑ,» λέω. Έχω όλα τα υπόλοιπα χαρτιά! Οτιδήποτε ζητάνε.»
Με ρωτάει: «Ο άντρας σου έχει ΙΚΑ;»
Λέω, «Ναι. Δουλεύει όλο τον χρόνο και είναι εδώ 14 χρόνια!»
Αμέσως παίρνει τη δασκάλα στον παιδικό σταθμό και λέει: «Η Αλβανίδα, η Etleva, θα έρθει σε σένα και θα πάρεις τα κορίτσια της και θα τα γράψεις!»
Εγώ πάω εκεί και λένε «Φέρε μου τα χαρτιά σου.» Δε λένε τίποτα για ΙΚΑ και άλλα προβλήματα. (Etleva)

Η παιδική φροντίδα είναι για τις οικιακές βοηθούς προαπαιτούμενο για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, αλλά είναι επίσης και ένας τρόπος διευκόλυνσης της ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία. Έχοντας αυτό υπόψη, αναζητούν ενεργά τη μεγιστοποίηση των ευκαιριών για τα παιδιά τους παρέχοντάς τους εκπαίδευση στην ελληνική γλώσσα και ευκαιρίες κοινωνικοποίησης με τα γηγενή παιδιά από μικρή ηλικία. Μια πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, η οποία γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα και συζητήθηκε ευρέως, βοήθησε στη στήριξη αυτών των προσδοκιών. Η απόφαση είχε να κάνει με έναν Αλβανό μαθητή (Οδυσσέας) που είχε τους καλύτερους βαθμούς στο σχολείο του και, επομένως, δικαιούταν να γίνει σημαιοφόρος και να σηκώσει την ελληνική σημαία στη σχολική παρέλαση. Το ερώτημα εάν η εθνικότητά του θα έπρεπε να αποτελέσει εμπόδιο σε αυτό προκάλεσε μια ποικιλία ρατσιστικών αντιδράσεων, οι οποίες κατατροπώθηκαν από τη σταθερά αρνητική απάντηση της κυβέρνησης*. Οι κοσμικές αρχές επικράτησαν έναντι της θρησκευτικής και εθνικής προκατάληψης. Το συμβάν αποτέλεσε μια συνεισφορά στην ενδυνάμωση των μεταναστριών όσο αφορά τον ρόλο τους ως μητέρες και μια κύρωση των σχετικών ελπίδων για την κοινωνική ένταξη (και κινητικότητα) των παιδιών τους (και των ιδίων) μέσω του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Εγώ αν ήμουν σαν τον Οδυσσέα θα τη σήκωνα! Και όσο για μένα, αν έρθει μια μέρα που η κόρη μου … και αν πούνε … λοιπόν, γιατί να μην τη σηκώσει; Δεν μπορείς να φανταστείς τί χαρά θα ήταν για μένα! Γιατί να μην τη σηκώσει; Εγώ θα ήμουν χαρούμενη! Δεν μπορείς να φανταστείς τί χαρά θα ήταν για μένα! Γιατί όχι; Και θες να σου πω κάτι; Εγώ δε θέλω πια να πάω στην Αλβανία! Το λέω του άντρα μου αυτό, να αγοράσει σπίτι εδώ. Και αν θες να μου πεις: μεγάλωσες εκεί, θα σου πω ότι μένω εδώ, ότι μεγάλωσα εδώ. Δε μου φαίνομαι να έχω μεγαλώσει στην Αλβανία. (Suzanna)

Όλα αυτά μπορεί να βοηθήσουν στην εξήγηση της απροθυμίας κάποιων από τις συνεντευξιαζόμενες μετανάστριες να αναγνωρίσουν συμπεριφορές διάκρισης κατά των παιδιών τους ή των ιδίων από το προσωπικό των νηπιαγωγείων ή από τους γονείς των άλλων παιδιών. Αλλά όποτε αντιλαμβάνονται τέτοιες συμπεριφορές, η απάντησή τους είναι να διαμαρτύρονται ενεργά και να αναζητούν αποκατάσταση. Η «σωστή» συμπεριφορά από το προσωπικό του νηπιαγωγείου εκτιμάται. Πράγματι αναμένουν από αυτό να αποτρέπει την επιθετικότητα κατά των παιδιών τους βάσει της εθνικότητάς τους.

Ένα αγόρι είχε τα γενέθλιά του και κάλεσε όλα τα παιδιά. Ήταν μόνο δύο Αλβανοί που δεν κάλεσε: τον Ηλία και ένα κορίτσι. Και εγώ πήγα, επειδή ένιωσα πολύ άσχημα όταν ο Ηλίας μου είπε: «Μαμά, είμαι Αλβανός. Βλέπεις πώς δε με κάλεσε ο Αντώνης;» Πήγα και μίλησα στη δασκάλα αλλά εκείνη είπε:
«Δε φταίω εγώ που δεν έφεραν πρόσκληση για τον Ηλία και το κορίτσι». Εγώ λέω ότι έφταιγε η δασκάλα. Και σήμερα δεν ξεχνάω πώς ο Ηλίας μου είπε:
«Ο Αντώνης δε με κάλεσε και ένιωσα άσχημα… .» Αλλά τί μου είπε το παιδί; Αργότερα, τον Φεβρουάριο, είχε τα γενέθλιά του. Δεν κανόνισα τίποτα. Δεν μπορούσα. Έστειλα γλυκά. Αλλά μου είπε: «Μαμά, αν κάνω πάρτυ, να καλέσω τον Αντώνη;»
«Πώς το αισθάνεσαι;» του είπα. «Εσύ τί θέλεις να κάνεις;»
«Θέλω να τον καλέσω. Δεν πειράζει που εκείνος δε με κάλεσε.» Βλέπεις, το παιδί κατάλαβε. (Marietta)

Όμοιες στάσεις κρύβονται στα αιτήματα των μεταναστριών για πλήρη υποστήριξη από το σύστημα νηπιαγωγείων. Επιπλέον βοήθεια στη διδασκαλία απαιτείται ξεκάθαρα στις περιπτώσεις που τα παιδιά αντιμετωπίζουν γλωσσικά προβλήματα ή άλλες μαθησιακές δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουν και τα γηγενή παιδιά. Αλλά την επιπλέον υποστήριξη θα την αρνούνταν εάν η παροχή της γινόταν αντιληπτή ως στοιχείο διάκρισης ή ως κάτι που γινόταν αποκλειστικά για τα παιδιά μεταναστών.

Όσο αφορά στις υπηρεσίες υγείας, η πρώτη επαφή των μεταναστριών γίνεται όταν κάποιος από τους συγγενείς τους έχει προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών τους, των οποίων η υγεία είναι ο πιο συνηθισμένος λόγος για να επισκεφθούν τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας. Όσο αφορά τη δική τους υγεία, τείνουν να αναζητούν ιατρική βοήθεια μόνο σε περιπτώσεις «ανυπόφορου πόνου», στις οποίες ενδέχεται να περιλαμβάνονται και πόνοι από παθήσεις που οφείλονται στην εργασία τους, όπως οι αλλεργίες ή το άσθμα που προκαλούνται από την παρατεταμένη χρήση χημικών προϊόντων καθαρισμού, τα προβλήματα στα πόδια από τις πολλές ώρες ορθοστασίας, οι πόνοι στην πλάτη και τη μέση και η αρθρίτιδα στα γόνατα και τα χέρια. Οι γυναίκες τείνουν να υποτιμούν τους κινδύνους που μπορεί να επιφέρει η δουλειά τους στην υγεία τους και να αναβάλουν την αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Μόνο όταν τα συμπτώματα γίνονται αρκετά σοβαρά ώστε να απειλούν τη δυνατότητά τους να εργαστούν δέχονται να συμβουλευτούν γιατρό.

Δουλεύουμε τόσα χρόνια τώρα που έχουμε κουραστεί λίγο, και είναι λίγο κουραστικό. Κάποιες φορές λέμε: «Έχω έναν πόνο εδώ, έχω έναν πόνο εκεί» [γέλια], αλλά … κάποιες φορές απλώς το αφήνουμε και ξεχνάμε αυτό που έχουμε … Δεν μπορούμε να ασχολούμαστε αν είμαστε μόνο εμείς. Αλλά ποτέ δεν το αφήνω όταν πρόκειται για τα παιδιά … Είμαι λίγο πιο προσεκτική, πολύ προσεκτική, με τα παιδιά. Να μην τα αφήσω να αρρωστήσουν όταν είναι μικρά και κάνουν τίποτα που όταν μεγαλώσουν θα … . (Naze)

Οι περισσότερες Αλβανίδες προσπαθούν να αποφύγουν τις προληπτικές γυναικολογικές εξετάσεις. Η στάση τους είναι ότι όσο δεν υπάρχουν συμπτώματα (πόνος), δε βλέπουν το λόγο να κάνουν ιατρικές εξετάσεις –μια στάση που δεν ισχύει και για τα παιδιά τους. Οι μητέρες αναλαμβάνουν την ευθύνη να πηγαίνουν τα παιδιά στον παιδίατρο, να ακολουθούν προσεκτικά τα προγράμματα εμβολιασμού και άλλα είδη προληπτικής αγωγής. Αντίθετα, η προληπτική ιατρική φροντίδα τείνει να αποφεύγεται στα θέματα αναπαραγωγικής υγείας. Απαιτεί χρόνο (εφόσον οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά τα πρωινά) και επομένως συνεπάγεται απουσία από τη δουλειά και απώλεια του μεροκάματου.

Όσο αφορά στη δική μας υγεία, δεν έχω πάει [για τεστ παπ]. Όχι, δεν είναι ότι δεν ασχολούμαι. Απλώς δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να το κάνω. Λέω, ξέχνα το – πάω για δουλειά· ξέχνα το – πάω για δουλειά. Θα έπρεπε να είχα πάει και αν κάποιες φορές έχω πόνο στην πλάτη ή κάποιο άλλο πρόβλημα, θα πάω. Δε θα έπρεπε να περιμένω να αρρωστήσω πριν πάω. Πρέπει να τα πάω. (Μιράντα)

Ενίοτε οι εξετάσεις είναι αποτέλεσμα ενθάρρυνσης από τις εργοδότριες, οι οποίες αρκετά συχνά παρέχουν πληροφορίες για τη μαστογραφία, για τα μέρη που γίνονται τα τεστ παπ κ.ο.κ. Μερικές φορές οι εξετάσεις απαιτούν και το χρόνο και τη διαθεσιμότητα του συζύγου, όπως καταδεικνύει το παρακάτω παράδειγμα.

Ξέρεις, δε θέλω να χάσω τα μεροκάματα. Επειδή πρέπει να πας εκεί να κάνεις μια εξέταση. Και δεν είναι ότι πας σε κάποιον εκεί και την κάνεις. Σε στέλνουν σε πολλά πράγματα [μέρη]. Και αν πάω στο νοσοκομείο πρέπει να πάρω και τον άντρα μου μαζί μου. Επειδή, δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω καθόλου. (Violetta)

Επιπρόσθετα στη χαμηλή προτεραιότητα που δίνουν οι Αλβανίδες στην προληπτική υγεία, τα δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος υγείας, τουλάχιστον αποτρέπουν τις προληπτικές ιατρικές εξετάσεις. Παρά τα 20 και πλέον χρόνια λειτουργίας του, το Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν έχει απαλλαγεί πλήρως από τη δωροδοκία. Το φακελάκι αποτελεί μια άμεση χρηματική μεταφορά από τους ασθενείς προς τους γιατρούς και επικρατεί ιδιαίτερα σε περιπτώσεις χειρουργικών επεμβάσεων και γέννες. Αυτή η πρακτική ενίοτε επεκτείνεται και στο υπόλοιπο προσωπικό του νοσοκομείου. Αυτή η ανεπίσημη πρακτική που επιμένει, στην ουσία υποσκάπτει την εξισωτική λειτουργία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και ενθαρρύνει κάτι ανάλογο της ιδιωτικής ιατρικής περίθαλψης. Οι ασθενείς με αλβανική καταγωγή φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη ροπή προς τέτοιες (ελληνικές) πρακτικές από ότι οι μετανάστες από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπου η δημόσια υγεία ήταν γενικευμένη. Στην Αλβανία η ποιότητα της ιατρικής περίθαλψης ήταν άμεσα εξαρτώμενη από τις ιδιωτικές χρηματικές πληρωμές, μια συνήθεια που αμέσως ανταποκρίνεται στο ελληνικό σύστημα υγείας.

Η κατάσταση που αναφέρθηκε παραπάνω είναι ευρέως διαδεδομένη σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης και τοκετού. Τα αισθήματα ανασφάλειας (κάποιες φέρνουν τους συζύγους τους που μιλάνε καλύτερα Ελληνικά κ.τ.λ.) –σε συνδυασμό με την τεράστια σημασία της γέννας ενός υγειούς παιδιού- καθιστούν τις έγκυες γυναίκες εξαιρετικά ευάλωτες στην εκμετάλλευση από τους γυναικολόγους. Κάποιοι γυναικολόγοι μπορεί και να τρομάζουν επίτηδες τις έγκυες γυναίκες, με στόχο να δημιουργήσουν ζήτηση για περισσότερες (ακριβές και ιδιωτικά εκτελούμενες) εξετάσεις.

Έχεις την κακή συμπεριφορά από το γιατρό που σε βλέπει όταν είσαι έτοιμη να γεννήσεις ή να κάνεις την εγχείρηση. Αυτή είναι η στιγμή που θα βρουν τον τρόπο να πάρουν τα λεφτά τους. Να μην πας για μια εξέταση έτσι απλά και να φύγεις. Δε θα πάρουν καθόλου λεφτά από αυτό. Επειδή ο ίδιος ο γιατρός ξέρει ότι δε θα του δώσω τίποτα. Αν πάω να γεννήσω και μου πούνε αυτό: ότι τα πράγματα δεν πάνε και πολύ καλά με το μωρό, το ‘πιασες. Αυτό θα με τρομάξει και θα του δώσω τα λεφτά που θέλει. Ακόμα και θα μου τα ζητήσει, όχι ότι θα έπρεπε να του τα δώσω από μόνη μου. Θα πει, «Αν θέλεις να σε αναλάβω, να ξεκινήσω με σένα», με μια εγχείρηση ή κάτι τέτοιο, «θα μου δώσεις το Χ ποσό». Το είχα αυτό στο μυαλό μου για δέκα μέρες, και πήγα τρεις φορές και την τελευταία φορά που πήγα, ήταν κάποιος που ήξερα από πριν, από πέρσι που είχα πάει με μια ξαδέρφη μου, και ήθελε να δώσουμε 700€ σε αυτόν και σε έναν άλλο. Και τους τα δώσαμε, και τα πήρανε και οι δύο. (Fabiola)

Με στόχο την ανακούφιση του φαινομένου των (ανεπίσημων) αμοιβών για νοσοκομεία και γιατρούς, και ταυτόχρονα την επέκταση των ωραρίων των νοσοκομείων (και τη σμίκρυνση των ουρών αναμονής), εισήχθηκε πριν από μερικά χρόνια ένα σύστημα απογευματινών ιατρικών επισκέψεων στα δημόσια νοσοκομεία. Αυτό περιλαμβάνει μια επιπλέον αμοιβή των 60€ για ιατρική επίσκεψη κατόπιν ραντεβού, αντί για τη δωρεάν πρωινή επίσκεψη. Η τιμή είναι ελαφρώς χαμηλότερη από το κόστος μιας τυπικής επίσκεψης σε έναν ιδιώτη γιατρό. Στην περίπτωση των οικιακών βοηθών, ο χρόνος είναι σημαντικότατος καθώς οι συνθήκες εργασίας τους δεν επιτρέπουν άδεια μετ’ αποδοχών για λόγους υγείας. Επομένως, μια πρωινή επίσκεψη στο νοσοκομείο τους κοστίζει ένα μεροκάματο των 40€ περίπου –ποσό συγκρίσιμο με το κόστος μιας επίσκεψης σε ιδιώτη γιατρό (που θα «έδινε περισσότερη προσοχή») ή μιας απογευματινής επίσκεψης σε δημόσιο νοσοκομείο.

Οι υπηρεσίες υγείας που εμπιστεύονται περισσότερο οι γυναίκες είναι οι πτέρυγες επειγόντων στα δημόσια νοσοκομεία (συμπεριλαμβανομένων και των γυναικολογικών κλινικών) και τα ιατρικά κέντρα στις μικρότερες πόλεις. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, όπου η σχέση των γιατρών με τους ασθενείς είναι πιο τυχαία και συντομότερη σε διάρκεια, υπάρχουν λιγότερες ευκαιρίες (τόσο χωρικά, όσο και χρονικά) για χρηματικά αιτήματα ή προσφορές και από τις δυο πλευρές. Οι επαφές μεταξύ των γιατρών και των ασθενών εκτυλίσσονται σε δημόσιο χώρο και η συνεργασία ανάμεσα σε γιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων είναι συνήθως απαραίτητη. Στα επείγοντα περιστατικά είναι πιθανότερο να αναδυθούν οι ανθρωπιστικές πτυχές του ιατρικού επαγγελματισμού, και οι κοινωνικές (και εθνοτικές) καταβολές των ασθενών προφανώς παίζουν μικρότερο ρόλο.

Τα εμπιστεύομαι [τα δημόσια νοσοκομεία και τους γυναικολόγους] και δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτά. Έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη για αυτούς που δεν έχουν απαιτήσεις [για φακελάκι] από εμένα απ’ ότι για αυτούς που έχουν. Εμπιστεύομαι έναν γιατρό που πήγα στην τύχη, όπως όταν γέννησα, παρά να δώσω λεφτά σε κάποιον και να το κάνω θέμα. Δεν πιστεύω σε αυτούς που τους δίνω λεφτά. Επειδή η γέννα είναι κάτι φυσικό. Είτε δώσεις λεφτά είτε όχι, όταν έρθει η ώρα, γεννάς. Δεν μπορείς να το αποφύγεις. (Fabiola)
Έχω πετύχει καλούς και … όταν πήγα εδώ στο Νοσοκομείο Παίδων με το μωρό έτυχε να πάω σε μια νεαρή κοπέλα [παιδίατρο]. Ήταν φοιτήτρια. Αλλά ήταν γιατρός. Και όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, επειδή έχουμε μάθει ότι όταν κάνουν κάτι για εμάς πληρώνουμε. Και ακόμα και αν δε μου τα ζητούσες, θα τα έδινα τα λεφτά με όλη μου την καρδιά. Δίνω 40€ ακόμα και αν δεν τα πάρουν. Αυτή η κοπέλα ήταν η πρώτη που δεν τα πήρε. Τα έβαλε πίσω στην τσέπη μου και πήγα να αγοράσω μια τούρτα. Μου λέει «η τούρτα είναι κάτι που θα μου άρεσε.» Ήταν η πρώτη. Ήταν τόσο καλή που όταν το παιδί ήταν οχτώ μηνών, πέρασα ολόκληρο το βράδυ εκεί. Έσωσε το παιδί. Επειδή κάτι πήγε στραβά όταν ήταν δύο μηνών και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. (Zanetta)

Η έκτρωση και οι ειδικές εξετάσεις για να βρεθούν οι λόγοι της δυσκολίας σύλληψης είναι απόψεις των υπηρεσιών αναπαραγωγικής υγείας που σπανίως αναφέρονται από τις μετανάστριες[25]. Όταν τις χρειάζονται πηγαίνουν σε ιδιωτικές κλινικές (όπως κάνουν και οι περισσότερες γηγενείς), μια πρακτική που συνεπάγεται σημαντικό κόστος. Σε σχέση με αυτές τις «μοντέρνες» ιατρικές πρακτικές οι Αλβανίδες γυναίκες φαίνεται να είναι πιο ευπροσάρμοστες από τους άντρες, οι οποίοι παρουσιάζονται πιο απρόθυμοι να υποβληθούν σε εξέταση για προβλήματα γονιμότητας.

Το Ιασώ [ένα ακριβό ιδιωτικό νοσοκομείο], ναι, εκεί ήταν το κάτι άλλο. Πήγα εκεί. Εντάξει, ήταν για κάτι άλλο που πήγα. Ήμουνα τεσσάρων μηνών έγκυος και δεν μπορούσα να κρατήσω το παιδί. Πρώτα απ’ όλα έχουμε μεγαλώσει τώρα και δεν μπορώ να κάνω κι άλλο παιδί. Θα έκανε τη ζωή μου υπερβολικά δύσκολη και πήγα εκεί και πλήρωσα 450€ για μια έκτρωση αλλά ήμουνα ευχαριστημένη και λέω ότι άξιζε. Πρώτα απ’ όλα ήταν πολύ καθαρά. Δεν ξέρω. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει τέτοιο πράγμα. (Fatbarda)
Θέλω μόνο ένα παιδί στη ζωή μου, επειδή όλα μου τα αδέρφια, και είμαστε εφτά, όλα έχουνε παιδιά. Τί να κάνουμε τώρα; Έτσι είναι η ζωή! Πήγα στο γιατρό, έκανα τις εξετάσεις. Ο γιατρός είπε «Όλα είναι εντάξει. Δεν έχεις τίποτα. Τώρα θα πρέπει να έρθει ο άντρας σου να κάνει τις εξετάσεις.»
Εκείνος μου είπε, «Δεν ντρέπεσαι;»
Εγώ του λέω «Γιατί να ντραπώ;» Θα έπρεπε να κάνει κι εκείνος τις εξετάσεις σαν άντρας. Αλλά δεν μπορώ να τον αναγκάσω. (Maria)

Οι επίσημες και οι ανεπίσημες πρακτικές στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών διαμορφώνουν τις εμπειρίες των γυναικών στην προσπάθειά τους να ανταπεξέλθουν στην έμμισθη εργασία, να βελτιώσουν την ένταξη των παιδιών τους στην ελληνική κοινωνία και να ξεπεράσουν τα αναπαραγωγικά προβλήματα υγείας[26]. Η δράση για τη βελτιστοποίηση των επίσημων και ανεπίσημων πρακτικών σε κάθε περίσταση γίνεται μια διαδικασία εκμάθησης (και ένταξης) για τις Αλβανίδες που φροντίζουν ενεργά τις διαπροσωπικές τους σχέσεις με δημόσιους υπαλλήλους και με άτομα που πιθανώς μπορούν να «μεσολαβήσουν» για να τους εξασφαλίσουν πρόσβαση σε σχετικές υπηρεσίες (συνήθως οι εργοδότριές τους). Οι κοινωνικές δεξιότητες που αποκτώνται σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αποδειχθούν καίριες για την επιθυμία τους (ή εξαιτίας αυτής) να «έρθουν και να μείνουν» και να διαπραγματευτούν, από καλύτερη θέση απ’ ότι στην πατρίδα τους, τους έμφυλους ρόλους στην οικογένεια. Μέσα από την πάλη ανάμεσα στις ταυτότητές τους ως μητέρες και ως αποκλειστικές φορείς οικογενειακού εισοδήματος, αναλαμβάνουν ευθύνες για την κοινωνικοποίηση των παιδιών τους και φροντίζουν την αναπαραγωγική τους υγεία και τα δικαιώματά τους.

Από την «εγκατάσταση» στην «ένταξη»: αλλάζοντας τους έμφυλους ρόλους;

Οι εμπειρίες που συλλέξαμε από τη δική μας και από άλλες έρευνες υπογραμμίζουν τη σημασία της εξέτασης τόσο των επίσημων όσο και των ανεπίσημων διαδικασιών που καθορίζουν τις συνθήκες εγκατάστασης και ένταξης. Η σχετική σημασία της κάθε πλευράς διαφέρει στον χρόνο και ανάλογα με τη φάση της διαδικασίας της μετανάστευσης. Ωστόσο, οι ανεπίσημες διαδικασίες έχουν κεντρικό ρόλο στην Ελλάδα (και ίσως και αλλού στη Νότια Ευρώπη) ως ένα σύνολο μηχανισμών κοινωνικής ένταξης, οι οποίοι δεν αφορούν αποκλειστικά στους μετανάστες –επηρεάζουν και τους γηγενείς εξίσου και μπορούν να βρεθούν στη βάση της σύστασης της αστικής εμπειρίας και της καθημερινότητας στην πόλη. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εμπειρίες των μεταναστριών στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στις υλικές, κοινωνικές και συμβολικές πτυχές της «εδώ» καθημερινότητας, είναι κομμάτι της αστικής ιστορίας της Αθήνας και όχι ζήτημα διαμόρφωσης εθνοτικών ομάδων στην πόλη.

Μέσα από σύνθετες επίσημες και ανεπίσημες πρακτικές, και με την υπέρβαση των ορίων τέτοιων διακρίσεων, οι Αλβανίδες μετανάστριες, ως ενεργά κοινωνικά υποκείμενα, κατορθώνουν, συχνά με αντιφατικούς τρόπους, να φτιάξουν μια εστία μέσα σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον, για τις ίδιες και τις οικογένειές τους. Μέσα σε αυτήν τη διαδικασία μπορούμε να αναγνωρίσουμε περιστάσεις προσκόλλησης στους κανόνες, τις συνήθειες και τις παραδόσεις της δικής τους κοινότητας/εθνοτικής ομάδας. Ωστόσο, στο νέο μέρος (στην Αθήνα), οι Αλβανίδες (πρέπει να) βγαίνουν έξω για δουλειά και φέρνουν σπίτι ένα εισόδημα, το οποίο συχνά είναι πιο τακτικό απ’ ότι των αντρών. Αυτό από μόνο του είναι μια νέα πηγή ισχύος εντός του νοικοκυριού τους και μια βάση από την οποία μπορούν να διαπραγματευτούν τις ατομικές τους ταυτότητες και τις έμφυλες σχέσεις. Είναι επίσης και μια πηγή άγχους για τους άντρες, ειδικά κατά τις περιόδους ανεργίας ή εργασίας πολύ κατώτερης των δεξιοτήτων τους.

Έμφυλες σχέσεις και ταυτότητες διαμορφώνονται επίσης εντός της, συχνά όχι απόλυτα συνειδητής, σχέσης εργοδότη-εργαζόμενου, στην οποία συγκροτούνται συμπεριφορές και συνήθειες που μπορεί να προσαρμόζονται και να τηρούν (αλλά και να προκαλούν) τις κατεστημένες αντιλήψεις και πρακτικές. Η καταφυγή των γηγενών γυναικών στην εργασία των μεταναστριών έχει λύσει εν μέρει τα προβλήματα της εκτέλεσης ολόκληρου του φάσματος εργασιών, οικιακών και φροντίδας. Ταυτόχρονα, έχει συνεισφέρει σε μια ακόμα στροφή στις έμφυλες σχέσεις, όπου τα καθήκοντα περνάνε σε μια νέα ομάδα γυναικών χωρίς τη μεσολάβηση αντρών, αλλά και στις απαιτήσεις από το κράτος για την παροχή και την ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών[27]. Επομένως, τα διαπλεκόμενα μοτίβα της καθημερινότητας των Αλβανίδων και γηγενών γυναικών επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ γυναικών και γυναικών, γυναικών και αντρών, γηγενών και μεταναστών, καθώς αναδιαμορφώνουν τον καταμερισμό εργασίας εντός των (γηγενών και μεταναστευτικών) νοικοκυριών, τις συνθήκες πρόσβασης στην εργασία και την ανάπαυση, τα μοτίβα κατανάλωσης, και τους τρόπους του «σωστού» νοικοκυριού.

Αυτοί οι συνδυασμοί κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες εμπλέκουν γυναίκες και άντρες, γηγενείς και μετανάστες, είναι κομμάτι της συγκρότησης του τόπου (στη δική μας περίπτωση, των αστικών γειτονιών της Αθήνας) στον οποίο εγγράφονται και διαμορφώνουν κομμάτι της αστικής ιστορίας. Αυτοί οι τόποι δεν είναι στατικοί και οριοθετημένοι, αλλά κατασκευάζονται μέσα από την κίνηση, την επικοινωνία, τις κοινωνικές σχέσεις που πάντα εκτείνονται πέρα από το τοπικό, όπως καταδεικνύουν οι εμπειρίες των Αλβανίδων στην προσπάθειά τους να γεφυρώσουν το «εδώ» και το «εκεί» στην καθημερινότητά τους[28]. Οι δυναμικές του τόπου, οι οποίες είναι μέρος αυτών των πολυεπίπεδων σχέσεων, απεικονίζονται στο μεταβαλλόμενο μωσαϊκό των τοπικών παροχών και υπηρεσιών, στις χρήσεις του δημόσιου χώρου, στα πολλαπλά ίχνη των νέων και παλιών κατοίκων. Τέτοιες δυναμικές επηρεάζουν τις κοινωνικές σχέσεις με θεμελιώδεις τρόπους και συνεισφέρουν στην (ανα)διαμόρφωση της καθημερινότητας, των χρήσεων και των νοημάτων του χρόνου και του χώρου, καθώς και των ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων.

Όπως καταδεικνύει η ανάλυσή μας, οι μετανάστριες δεν μπορούν να ταυτιστούν ούτε με κοινότητες που μοιράζονται κάποια εθνοτική κουλτούρα, αλλά ούτε και με την κινητικότητα από επιλογή της εύπορης διασποράς. Στην γεωμετρία δυνάμεων ανάμεσα στον ουτοπικό κοσμοπολιτισμό και την κοινή ζωή, αυτές οι γυναίκες αγωνίζονται εντός των ορίων των πολλαπλών τους προσδιορισμών (τάξης, φύλου, εθνότητας, ηλικίας, κ.τ.λ.) να εγκατασταθούν (ή ίσως και να ενσωματωθούν) για μεγαλύτερες ή μικρότερες χρονικές περιόδους σε «άλλους» τόπους, να διαμορφώσουν μια ζωή πιο κοντινή στις (μεταβαλλόμενες) προσδοκίες τους και να διαπραγματευτούν, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, μετασχηματισμένες υποκειμενικότητες. Από αυτήν την άποψη, πιστεύουμε ότι είναι σημαντική η προσπάθεια για πιο σύνθετες προσεγγίσεις και επεξηγήσεις, οι οποίες συνδέουν επίσημες και ανεπίσημες διαδικασίες και πρακτικές και γεφυρώνουν το φύλο, τη μετανάστευση και το χώρο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Η πρώτη εργασία της Παντείου, με τίτλο Φύλο και μετανάστευση. Μορφές κοινωνικής ενσωμάτωσης και κοινωνικής πολιτικής, εστιάζει στις γυναίκες από την Αλβανία και την Ουκρανία. Υλικό για το άρθρο αποτέλεσαν 31 συνεντεύξεις Αλβανίδων που εργάζονται ως οικιακές βοηθοί, 10 ντόπιων γυναικών που εργάζονται σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και 6 με γυναίκες από άλλες εθνοτικές ομάδες στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, από το Μάρτιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 2005. Η δεύτερη εργασία του ΕΜΠ, με τίτλο Διαπλεκόμενες καθημερινότητες και χωρο-κοινωνικές μεταβολές στην πόλη. Μετανάστριες και ντόπιες στις γειτονιές της Αθήνας, εστιάζει στις γυναίκες από την Αλβανία και τη Βουλγαρία που εργάζονται ως οικιακές βοηθοί ή στον τομέα της φροντίδας, σε δύο κεντρικές περιοχές της Αθήνας. Υλικό για αυτό το άρθρο αποτέλεσαν 24 συνεντεύξεις Αλβανίδων που εργάζονται ως οικιακές βοηθοί και 8 ντόπιων γυναικών που είναι εργοδότριες τους. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν το 2006.

2 Glick Schiller, N., Basch, L. and Szanton Blanc, C. (eds) (1992) Towards a Transnational Perspective on Migration: Race, Class, Ethnicity and Nationalism Reconsidered.
3 Salih, R. (2000) ‘Shifting Boundaries of Self and Other: Moroccan Migrant Women in Italy’, The European Journal of Women’s Studies 7 (3): 321–36.
4 Αυτές οι προσεγγίσεις αντανακλούν την παράδοση της Σχολής του Σικάγο και θεωρήσεις της κοινωνίας και της αστικής ζωής στο πλαίσιο της διαπροσωπικής επαφής και δικτύων συγγενών. Βλ. Wirth, L. (1938) ‘Urbanism as a Way of Life’, American Journal of Sociology 44: 1–24, Fischer, C.S. (1982) To Dwell among Friends – Personal Networks in Town and City. Chicago, IL: University of Chicago Press.
Gans, H. (1962) The Urban Villagers. New York: Free Press.
5 Williams, F. (1989) Social Policy: a Critical Introduction. Cambridge: Polity Press,
Lewis, G. (ed.) (1998) Forming Nation, Framing Welfare. London: Routledge/The Open University.
6 Bhabha, H. (1990) ‘The Third Space’, in J. Rutherford (ed.) Identity, Community, Culture, Difference, pp.207–22. London: Lawrence & Wilshart,
Gedalof, I. (2000) ‘Identity in Transit. Nomads, Cyborgs and Women’, The European Journal of Women’s Studies 7 (3): 337–54.
7 Bhabha, H. (1990) ‘The Third Space’, in J. Rutherford (ed.) Identity, Community, Culture, Difference, pp.207–22. London: Lawrence & Wilshart.
8 Anthias, F. (2001) ‘New Hybridities, Old Concepts: the Limits of “Culture”’, Ethnic and Racial Studies 24 (4): 619–41.
9 Harvey, D. (1989) The Condition of Postmodernity. Oxford: Basil Blackwell. Inowlocki, L. and Lutz,
10 Για παραδείγματα δες Urry, J. (2000) Sociology beyond Societies: Mobilities for the Twenty First Century. London: Routledge.
11 Anthias, F. (2000) ‘Metaphors of Home: Gendering New Migrations to Southern Europe’, in F. Anthias and G. Lazaridis (eds) Gender and Migration in Southern Europe, pp. 15–48. Oxford: Berg.
12 Lefebvre, H. (1968) Le droit à la ville, Paris: Anthropos,
Pahl, R. (1991) ‘The Search for Social Cohesion: from Durkheim to the European Commission’, European Journal of Sociology 32: 345–60.
13 Keith, M. and Pile, S. (eds) (1993) Place and the Politics of Identity. London and New York: Routledge.
14 Massey, D. (1994) Space, Place and Gender. Oxford: Polity.
15 Inowlocki, L. and Lutz, H. (2000) ‘Hard Labour: the “Biographical Work” of a Turkish Migrant Woman in Germany’, The European Journal of Women’s Studies 7 (3): 301–20.
16 Στην περίπτωση αυτή πρέπει να πληρώνουν μόνες τους τις ασφαλιστικές εισφορές όχι μόνο για τις κοινωνικές παροχές αλλά επειδή τους χρειάζεται και για την άδεια παραμονής και εργασίας, αλλιώς δηλώνονται σαν εξαρτώμενα μέλη του συζύγου, σε περίπτωση που ο ίδιος έχει ασφάλεια, γεγονός που αυξάνει την εξάρτηση τους.
17 Στο άρθρο χρησιμοποιούμε τον όρο ντόπιος (πληθυσμός, άντρας, γυναίκα) για να αναφερθούμε στου έλληνες κατοίκους της Αθήνας που απασχολούν μετανάστριες ως οικιακές βοηθούς στα σπίτια τους.
18 Orloff, A.S. (2002) ‘Women’s Employment and Welfare Regimes. Globalization, Export Orientation and Social Policy in Europe and North America’, UN Research Institute for Social Development, Programme “Social Policy and Development”, Paper No. 12.
19 Οι γυναίκες της έρευνας μας έρχονται από μικρές πόλεις της Αλβανίας. Μεγάλωσαν σε οικογένειες με πολλά παιδιά, και όπως και οι μητέρες τους, έχουν προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στην Αλβανία.
20 Τα φθηνά ξενοδοχεία γύρω από την Ομόνοια αναφέρονται σαν πρώτο βήμα εγκατάστασης στην πόλη Ψημμένος Ι., «Μετανάστευση από τα Βαλκάνια: κοινωνικός αποκλεισμός στην Αθήνα», Παπαζήση και Glory Books, Αθήνα 2004.
21 Πολλοί ερευνητές επίσης αναφέρουν σωματική και ψυχολογική βία και φυσικά υπάρχει ιεραρχία, στην οποία οι γυναίκες από την Αλβανία βρίσκονται χαμηλότερα από τις Φιλιππινέζες, για παράδειγμα, το να έχεις Φιλιππινέζα οικιακή βοηθό θεωρείτο σαν σύμβολο πλουσιότερου σπιτονοικοκύρη. Ψημμένος Ι., «Μετανάστευση από τα Βαλκάνια: κοινωνικός αποκλεισμός στην Αθήνα», Παπαζήση και Glory Books, Αθήνα 2004
22 Πετρονώτη Μ., «Το Πορτραίτο μιας Διαπολιτισμικής Σχέσης: κρυσταλλώσεις, ρήγματα, ανασκευές», Πλέθρον, Αθήνα 1998
Castel, R. (2000) ‘The Roads to Disaffiliation: Insecure Work and Vulnerable Relationships’, International Journal of Urban and Regional Research 24 (3): 519–35.
23 Βαϊου Ν. και Χατζημιχάλης Κ., «Με τη Ραπτομηχανή στην Κουζίνα και τους Πολωνούς στους Αγρούς: πόλεις, περιφέρειες και άτυπη εργασία», Εξάντας, Αθήνα 1997
24 Εναλλακτικές λύσεις θα μπορούσαν να αναζητηθούν σε θηλυκές συγγενείς ή φίλες που δεν έχουν έμμισθη εργασία και, κατά συνέπεια, είναι διαθέσιμες για να φροντίζουν τα παιδιά με μικρό αντίτιμο.
* (Σ.τ.Μ.) Εδώ οι συγγραφείς παίρνουν θέση υπέρ της στάσης της κυβέρνησης στο ζήτημα επικροτώντας τον τρόπο με τον οποίο «πάταξε» τις ρατσιστικές φωνές που υψώνονταν εκ μέρους κάποιων πολιτών. Εμείς επιφυλασσόμαστε ως προς το λόγο και τις πρακτικές της κυβέρνησης απέναντι στους μετανάστες και αμφισβητούμε το ρόλο της στην προσπάθεια απαλοιφής του αποκλεισμού. Οι θέσεις και οι προθέσεις της εκάστοτε κυβέρνησης γίνονται σαφέστατες μέσα από τις αποφάσεις που λαμβάνει σε ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, όπως αυτά που έχουν να κάνουν με τη μεταναστευτική πολιτική (χορήγηση ασύλου, κάρτας εργασίας, ή και ιθαγένειας), και δεν μπορούν να διαγραφούν με μεμονωμένες περιστάσεις επίδειξης επιλεκτικής ανοχής, όπως η συγκεκριμένη.
25 Η έκτρωση είναι νόμιμη στην Ελλάδα από το 1968 (Νόμος 1609/1986). Ωστόσο, οι περισσότερες εκτρώσεις γίνονται σε ιδιωτικά νοσοκομεία και κλινικές, συνήθως για λόγους που σχετίζονται με τη φοροδιαφυγή για τους γιατρούς και με την επιθυμία των γυναικών να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.
26 Βλ. επίσης Κασιμάτη, Κ. (2003) «Γυναικεία μετανάστευση από την Αλβανία και την Πολωνία – Επαγγέλματα και Διαφορές», στο Κ. Κασιμάτη (επιμ.) Πολιτικές Μετανάστευσης και Στρατηγικές Ένταξης: Η περίπτωση των Αλβανών και Πολωνών Μεταναστών, Αθήνα: Gutenberg.
27 Vaiou, D. (2003) ‘In the Interstices of the City. Albanian Women in Athens’, Espace, Populations, Société 3: 373–85.
28 Βλ. επίσης Massey, D. (2005) For Space, London: Sage.

This entry was posted in Μεταφράσεις, Μεταφρασμένα, Τεύχος 2 and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *