Συναντήσεις στην πόλη. Μετανάστες και δημόσιος χώρος

 

κατεβάστε το pdf εδώ

Στον 21ο αιώνα η Αθήνα αποκτά σταδιακά τα χαρακτηριστικά μιας δυτικής μητρόπολης. Έχοντας διανύσει σχεδόν δύο δεκαετίες «εκσυγχρονισμού» της πόλης, φτάνουμε σήμερα στην Αθήνα της κρίσης, οπού παρατηρείται η όξυνση όλων των αντιθέσεων, αλλά και η δημιουργία νέων, σε όλα τα επίπεδα, από το κοινωνικο/ταξικό έως το πολιτισμικό και το χωρικό. Έχουμε ήδη διανύσει μια περίοδο έντονων μεταλλάξεων της ίδιας της χωρικής και κοινωνικής δομής της πόλης, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην αλλαγή της κοινωνικής της σύστασης με τη μετατροπή της χώρας από αποστολέα σε δέκτη μεταναστών. Η Αθήνα δεν είναι απλά μια πόλη με μετανάστες αλλά μια πόλη που σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζεται από την παρουσία των μεταναστών σε αυτήν. Δεν θα προσπαθήσουμε εδώ να περιγράψουμε τους μηχανισμούς παραγωγής του κοινωνικού διαχωρισμού μέσα από τους οποίους κατασκευάζεται το διπόλο ντόπιος-μετανάστης, όσο να διαγνώσουμε τις κοινωνικές τάσεις που δημιουργούνται και πως αυτές εκδηλώνονται στον δημόσιο χώρο, δίνοντας του άλλο νόημα και σημασία. Η πόλη και ο χώρος, και ακόμα περισσότερο ο δημόσιος χώρος, αποτελούν κομβικά πεδία όπου οι σχέσεις ταυτότητας-ετερότητας όχι μόνο παράγονται και αναπαράγονται αλλά τίθενται σε διαπραγμάτευση. Οι μετανάστες επανακαθορίζουν την ταυτότητά τους, και ως ένα βαθμό την ίδια τους την κοινωνική θέση, μέσω της ύπαρξής και τη παρέμβασής τους στον δημόσιο χώρο, των καθημερινών τους πρακτικών, της συγκρότησης συλλογικοτήτων και κοινότητων, αλλά και της σχέσης τους με τον τόπο. Στο τέλος θα προσπαθήσουμε να ψιλαφήσουμε τα παραπάνω ζητήματα και μέσω κάποιων συγκεκριμένων τοπικών παραδειγμάτων, ύστερα από επιτόπια παρατήρηση μας στην ευρύτερη περιοχή των Κάτω Πατησίων.

Κοινωνικός διαχωρισμός και η κοινωνική ταυτότητα των μεταναστών

Ο κοινωνικός ιστός της σύγχρονης πόλης συγκροτείται από κοινωνικές ομάδες με ετερογενή κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, γεγονός που εντάθηκε και με την έλευση των οικονομικών μεταναστών και των προσφύγων, οι οποίοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκουν στην εργατική τάξη. Αποτελούν το μεγαλύτερο κομμάτι του ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, και μάλιστα του πιο ελαστικού και εκμεταλλεύσιμου από την εργοδοσία, καθώς υπάρχει σχεδόν παντελής έλλειψη δημοκρατικών δικαιωμάτων, πόσο μάλλον εργασιακών και συνδικαλιστικών. Αποτελούν μάλιστα, το πιο κατακερματισμένο κομμάτι της καθώς ο κάθε μετανάστης όχι μόνο πουλάει εξατομικευμένα την εργατική του δύναμη αλλά και διαχωρίζεται πολιτισμικά από τους υπολοίπους. Έτσι, η πολιτισμική διαφοροποίηση του κοινωνικού ιστού, εγγράφηκε σαφώς στην ευρύτερη κοινωνική/ταξική διαστρωμάτωση του πληθυσμού και στις οικονομικές και πολιτικές αντιπαλότητες που αυτή συνεπάγεται. Εδώ προκύπτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του κοινωνικού ιστού της πόλης: η πολιτισμική διαφορετικότητα εντοπίζεται σε κοινωνικές ομάδες που έχουν, εξαιτίας της κοινής ταξικής τους θέσης, ομοιογενή οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Αν τώρα αναλογιστούμε τις μειωμένες –ιδιαίτερα σήμερα- δυνατότητες κοινωνικής ένταξης και ανέλιξης, η θέση των μεταναστών στην ταξική ιεραρχία αποκτά χαρακτήρα ‘μοίρας’ και σταθερό στοιχείο της ταυτότητάς τους[1]. Έτσι, οι μετανάστες ταυτίζονται σε κοινωνικό/ταξικό επίπεδο παρά την πολιτισμική, εθνοτική ή φυλετική ανομοιογένεια που παρουσιάζουν. Ενώ αντίστοιχα, μια αντιπαράθεση μεταξύ ντόπιων και ξένων, που εδράζεται σε κοινωνικές/ταξικές και οικονομικές αντιπαλότητες μπορεί να πάρει πολιτισμικές ή και ρατσιστικές διαστάσεις που θα ανατροφοδοτήσουν την αντιπαράθεση και θα δημιουργήσουν ένα σύνθετο πλέγμα διακρίσεων, αλληλένδετων μεταξύ τους. Συνεπώς, οι κοινωνικές ομάδες άλλοτε ταυτίζονται, άλλοτε διαφοροποιούνται και άλλοτε αντιπαρατάσσονται, γεγονός που αποτυπώνεται στον αστικό χώρο και, όπως θεωρούμε εδώ, του προσδίδει μια ιδιαίτερη δυναμική.

Ο κοινωνικός διαχωρισμός θεμελιώνεται μέσω των σχέσεων που διαφοροποιούν μια κοινωνική ομάδα από μία άλλη, και έτσι σχετίζεται άμεσα με μια διαδικασία απόδοσης συγκεκριμένων κοινωνικών ταυτοτήτων. Δηλαδή με μια διαδικασία ταυτοποίησης του κοινωνικού συνόλου η οποία κατασκευάζει το θεμελιώδες δίπολο όμοιο/έτερο πάνω στο οποίο δομείται η σχέση ταυτότητας και ετερότητας. Ενώ παράλληλα σηματοδοτεί σχέσεις κυριαρχίας και αποκλεισμού, οι οποίες αποτυπώνονται σε μια σειρά από αντίστοιχα δίπολα όπως, ντόπιος/ξένος, κεφαλαιοκράτης/εργάτης, αλλά και λευκός/μαύρος, χριστιανός/μουσουλμάνος, άντρας/γυναίκα. Ουσιαστικά, η σχέση ταυτότητας/ετερότητας είναι που συντηρεί αυτά τα δίπολα καθώς είναι συνυφασμένη με την διάκριση και τον καθαρό διαχωρισμό ατόμων και κοινωνικών ομάδων. Στην περίπτωσή των μεταναστών, και χωρίς να αναιρούνται οι επιμέρους διαχωρισμοί στο εσωτερικό τους, θεωρούμε πως το δίπολο που κυριαρχεί είναι αυτό του ντόπιου /μετανάστη. Εδώ φορέας του διαχωρισμού γίνεται τόσο το κράτος μέσα από το νομικό θεσμικό πλαίσιο που καθιστά τους μετανάστες παράνομους ή νόμιμους, όσο και η κοινωνία μέσα από τις ρατσιστικές και εθνικιστικές πρακτικές που υιοθετεί. Οι διαχωριστικές τάσεις που επιβάλλει το κράτος υλοποιούνται μέσω της δικαστικής εξουσίας και των δυνάμεων καταστολής, αλλά και μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού και των ΜΜΕ, ενώ οι αντίστοιχες που προέρχονται από την κοινωνία αποτυπώνονται στην εργασία, στην αγορά κατοικοίας, αλλά και στις καθημερινές πρακτικές μεταναστών και ντόπιων στους χώρους της πόλης.

Η ιεραρχική δομή των κοινωνικών σχέσεων σε συνδυασμό με την διπολική λογική που περιγράψαμε,  έχει ως αποτέλεσμα μία ή περισσότερες ταυτότητες να συνθέτουν το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και να συγκροτούν έναν κοινωνικό «κανόνα» (με την έννοια της νόρμας), βάσει του οποίου διακρίνονται και οι αντίστοιχες ετερότητες. Διαμορφώνεται έτσι η κανονικότητα, ως κατάσταση μέσα στην οποία επιβεβαιώνεται η κυριαρχία αυτού του «κανόνα». Βάσει της κανονικότητας διαμορφώνονται οι κοινωνικοί αποκλεισμοί και προσδιορίζονται αυτοί που κινούνται –λιγότερο ή περισσότερο, σε ένα ή περισσότερα επίπεδα– στο «περιθώριο» της κοινωνίας. Εν τέλει προσδιορίζονται αυτοί που προσλαμβάνονται ως «άλλοι» με διαφορετικά κατά κοινωνική και ιστορική περίσταση κριτήρια. Η επιβολή της κανονικότητας συνιστά μια μορφή πολιτισμικής βίας, μέσω της οποίας παράγονται κοινωνικές διακρίσεις σε πολλαπλά επίπεδα. Όταν όμως η ετερότητα επιχειρεί να αμφισβητήσει τους διαχωρισμούς και τα προκαθορισμένα όρια, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους ή με κάποια άλλη κοινωνική ομάδα.

Οι  διαφορετικές ταυτότητες είναι που καθορίζουν το πλαίσιο έκφρασης αυτών των πρακτικών, εγγράφοντας κάθε φορά τις ανθρώπινες συμπεριφορές σε λιγότερο ή περισσότερο τυποποιημένα μοντέλα κατοίκησης της πόλης. Παράλληλα όμως, διακρίνεται και η δυνατότητα ατόμων και ομάδων να επαναπροσδιορίζουν συνεχώς μέσω των καθημερινών τους πρακτικών την φυσιογνωμία των ταυτοτήτων που τους αποδίδονται, απορρίπτοντας ή επικυρώνοντας τους περιορισμούς τους οποίους αυτές συνεπάγονται.  Διαγράφεται έτσι μια δυναμική σχέση αμοιβαίου προσδιορισμού μεταξύ των πολιτισμικών και κοινωνικών ταυτοτήτων και των καθημερινών πρακτικών ατόμων και κοινωνικών ομάδων.

δημόσιο/ιδιωτικό

Ο αστικός δημόσιος χώρος αποτελεί τον κατ’ εξοχήν τόπο επαφής εντελώς διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Αποκτά έτσι κεντρικό ρόλο τόσο στον εντοπισμό των διαφορετικών κοινωνικών πρακτικών που εκδηλώνονται από αυτές, όσο και στην αναζήτηση της προοπτικής να αναδυθεί μια νέα πολυπολιτισμικότητα,  δηλαδή της προοπτικής να συνυπάρξουν σε μια συνθετική βάση οι διάφορες κοινωνικές ταυτότητες. Προκειμένου λοιπόν να προσεγγίσουμε τον δημόσιο χώρο θα επιχειρίσουμε να προσδιορίσουμε το εύρος της έννοιας “δημόσιο”, να ορίσουμε δηλαδή τι περιλαμβάνεται στο δημόσιο και τι αποκλείεται από αυτό. Οδηγούματε έτσι στην αναγνώριση ενός διπόλου που συγκροτείται από τις έννοιες δημόσιο και ιδιωτικό, και στο οποίο καλούμαστε να διακρίνουμε τα διαχωριστικά όρια αλλά και τους τρόπους με τους οποίους αυτά τα όρια προσδιορίζονται.
Μια πρώτη ερμηνεία των εννοιών δημόσιο και ιδιωτικό αναφέρεται σ’ αυτές ως υλικούς χώρους και αφορά την διάκριση του αστικού χώρου βάσει των σχέσεων ιδιοκτησίας. Μπορούμε λοιπόν, να μιλήσουμε σε θεσμικό πλαίσιο για χώρους κοινόχρηστους και ιδιόκτητους, αναδεικνύοντας το ζήτημα της -ελεύθερης ή ελεγχόμενης- πρόσβασης στους χώρους της πόλης. Άρα σε μια πρώτη προσέγγιση ο δημόσιος χώρος είναι ένας τόπος ανοιχτός, προσιτός στο ευρύ κοινό και ο ιδιωτικός ένας τόπος κλειστός, συνυφασμένος με την έννοια της ιδιοκτησίας[2].  Μια τέτοια θεώρηση όμως, δεν λαμβάνει υπόψη της ούτε τις ανθρώπινες δραστηριότητες που περικλείει το δημόσιο και το ιδιωτικό, ούτε τους κοινωνικούς κανόνες που τις προσδιορίζουν. Παραλείπεται δηλαδή η κοινωνική παράμετρος του αστικού χώρου, η οποία δίνει μορφή και νόημα στον υλικό χώρο της πόλης.

Ωστόσο τόσο ο διαχωρισμός των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε δημόσιες και ιδιωτικές, όσο και οι όροι με τους οποίους αυτές υλοποιούνται τίθενται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση, μέσα από την οποία αποτυπώνεται η εκάστοτε κοινωνική δυναμική. Συνεπώς, η ενσωμάτωσή των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην χωρική υπόσταση του δημόσιου και του ιδιωτικού ως κοινού (κοινόχρηστου) και ιδιόκτητου αντίστοιχα, που είναι  από τη φύση της πιο σταθερή, θα προκαλούσε αυτομάτως σύγχυση. Προκύπτει λοιπόν, η ανάγκη να εισάγουμε τις έννοιες της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, παραμερίζοντας την υλική υπόσταση του δημόσιου και του ιδιωτικού και ταυτόχρονα το θεσμικό πλαίσιο ιδιοκτησίας που την χαρακτηρίζει. Έτσι ο χαρακτηρισμός ενός χώρου της πόλης ως δημόσιο ή ιδιωτικό διευρύνεται, και πέρα από την προσβασιμότητα αναφέρεται και στις δραστηριότητες που αυτός φιλοξενεί.

Ο απόλυτος διαχωρισμός των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε δημόσιες και ιδιωτικές εμπεριέχει και αναπαράγει υφιστάμενους κοινωνικούς διαχωρισμούς, καθώς ο αποκλεισμός από τον δημόσιο χώρο της πόλης δραστηριοτήτων που είναι συνυφασμένες με ορισμένες κοινωνικές ομάδες τις καταδικάζει στην αφάνεια και τους στερεί βασικά -πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά- δικαιώματα. Τους στερεί ουσιαστικά, το «δικαίωμα στην πόλη» όπως το είχε συλλάβει ο Λεφέβρ ως δικαίωμα στον δημόσιο χώρο[3].  Σ’ αυτή την περίπτωση το δίπολο δημόσιο/ιδιωτικό αντιστοιχεί σε μια σειρά από άλλα δίπολα, όπως ένταξη/αποκλεισμός, κανονικό/αποκλίνων ή και ντόπιος/ξένος. Παύει λοιπόν, να αναφέρεται μόνο στην υλική υπόσταση του αστικού χώρου, αλλά πλέον περιλαμβάνει και μια σειρά από διαδικασίες, οπώς κοινωνικές πρακτικές, θεσμικές ρυθμίσεις ή συμβολικούς κώδικες, που αποδίδουν συγκεκριμένες ταυτότητες στα κοινωνικά υποκείμενα. Διαδικασία η οποία στοχεύει τελικά στον έλεγχο κάθε κοινωνικής ομάδας που τοποθετείται στην υποτελή πλευρά του εκάστοτε διπόλου.

Οι δραστηριότητες λοιπόν, που τοποθετούνται στον δημόσιο χώρο και τα ζητήματα που αφορούν την δημόσια συζήτηση, το περιεχόμενο δηλαδή που αποκτά κάθε φορά η δημόσια σφαίρα, προσδιορίζονται από μια «κοινότητα ίσων». Ένα σύνολο ατόμων που συγκροτούν ένα «κοινό» το οποίο έχει το προνόμιο να συνδιαλέγεται δημόσια[4].  Σε αυτό το πλαίσιο,  συγκροτείται το κυρίαρχο «κανονικό» πρότυπο, βάσει του οποίου κατασκευάζεται το δίπολο «εμείς» και «οι άλλοι» σε ευθεία αντιστοιχία με το δίπολο δημόσιο/ιδιωτικό. Το «εμείς» αντιστοιχεί σε αυτό που ορίζεται ως «κανονικό» και το οποίο καθορίζεται από το εκάστοτε κοινό, ενώ οι «άλλοι» αντιστοιχούν σε όσους αποκλείονται από το δημόσιο και εξαιρούνται από αυτή την κοινότητα ίσων με μια σειρά κριτήρια εθνότητας, φυλής, τάξης, φύλου, σεξουαλικότητας κλπ.

Συνεπώς, ο δημόσιος χώρος φαίνεται άμεσα συνδεδεμένος με ένα ή περισσότερα “κοινά” που συμμετέχουν ενεργά στην συγκρότηση μιας σύνθετης δημόσιας σφαίρας. Η δημόσια συμμετοχή λοιπόν είναι αυτή που αποτελεί το μέσο για την διαμόρφωση της κανονικότητας και ο δημόσιος χώρος διαμορφώνεται ως χώρος που κυριαρχείται από το «κανονικό» πρότυπο, ενώ παράλληλα αποτελεί και τον τόπο όπου συγκροτείται αυτό το πρότυπο. Αν και αξίζει να σημειωθεί ότι στις μεταπολεμικές κοινωνίες της κατευθυνόμενης κατανάλωσης (Λεφέβρ) το «κανονικό» πρότυπο πέρα από τον δημόσιο χώρο συγκροτείται και στους ιδιωτικούς χώρους της κατανάλωσης, όπως και από τα αποεδαφικοποιημένα μέσα μαζικής ενημέρωσης που διαμορφώνουν την μαζική κουλτούρα και την «κοινή γνώμη», ή ακόμη -πολύ πρόσφατα- και στον τεχνητό ψηφιακό χώρο του διαδικτύου. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως διεύρυνση ή και μερική μετατόπιση της δημόσιας σφαίρας από τον χώρο της πόλης σε ιδιωτικούς πλήρως ελεγχόμενους χώρους, οι οποίοι συγκροτούνται γύρω από την κατανάλωση ή ακόμη και σε άυλους τεχνολογικούς χώρους. Αντίθετα, ο ιδιωτικός όντας στην (κοινωνική) αφάνεια δέχεται τις δραστηριότητες και μαζί με αυτές τα υποκείμενα (άτομα και κοινωνικές ομάδες) που αποκλείονται από τον δημόσιο. Στην ιδιωτική σφαίρα περιορίζονται εν τέλει οι δραστηριότητες των «άλλων», ενώ ταυτόχρονα, είναι απαραίτητη για την λειτουργία της δημόσιας καθώς περιέχει κάθε αναπαραγωγική διαδικασία της κοινωνίας. Σ’ αυτά τα πλαίσια η ενασχόληση με το δίπολο δημόσιο/ιδιωτικό και με την θέση που έχουν σ’ αυτό οι διάφορες κοινωνικές ομάδες αφορά άμεσα την δυνατότητά τους αφ’ενός να αυτοπροσδιορίζονται (πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά) και αφ’ετέρου να συναναστρέφονται ισότιμα με άλλες κοινωνικές ομάδες.

Η κυριαρχία, όμως, του «κανονικού» προτύπου στον δημόσιο χώρο τίθεται υπό αμφισβήτηση μέσα από τις καθημερινές πρακτικές των «άλλων», οι οποίες παράλληλα αμφισβήτουν τα καθορισμένα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, καθώς οι «άλλοι» διεκδικούν -κατά περίπτωση- το δικαίωμα στην ορατότητα, στην πρόσβαση και εν τέλει στην συμμετοχή στον δημόσιο χώρο και στις λειτουργίες του. Διεκδικώντας το δικαίωμα στον δημόσιο χώρο, επιχειρούν τελικά, να επαναπροσδιορίσουν το ίδιο το «κανονικό» πρότυπο, ή και να διασχίσουν τα προκαθορισμένα όρια. Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε ότι επιχειρούν να αποσταθεροποιήσουν τα αυστηρά δίπολα και τους διαχωρισμούς που αυτά συνεπάγονται. Έτσι, αμφισβητούν τις ταυτότητες που τους έχουν αποδοθεί και τις αντίστοιχες τοποθετήσεις τους στο δημόσιο και στο ιδιωτικό, στο «εντός» και στο «εκτός». Σ’ αυτά τα πλαίσια, οι «άλλοι» διεκδικούν το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται, να συγκροτούν δηλαδή με τους δικούς τους όρους μια αναγνωρίσιμη κοινωνική ταυτότητα και ένα κοινό που να συμμετέχει με ίσους όρους στην δημόσια σφαίρα. Συνεπώς, το «δικαίωμα στην πόλη» για τους «άλλους» μεταφράζεται σε δικαίωμα στην «κατοίκιση» του δημόσιου χώρου της πόλης με τους δικούς τους κάθε φορά όρους, ως «άλλοι», μετανάστες, εργάτες, μουσουλμάνοι, γυναίκες ή ομοφυλόφιλοι, όπου, κατοικώ σημαίνει συμμετέχω σε μια κοινωνική ζωή, διαπλάθω τον χώρο και τον προσαρμόζω στις ανάγκες της ίδιας της κατοίκησης.

Διαμορφώνεται έτσι, ο δημόσιος χώρος και ως χώρος πολιτικός, καθώς συγκροτεί το πεδίο όπου διαπλέκονται καθημερινές πρακτικές ατόμων και ομάδων διαφορετικής κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας, επαναπροσδιορίζοντας τις μεταξύ τους σχέσεις και τους παραγόντες που τις καθορίζουν. Ο δημόσιος χώρος δεν μπορεί να νοηθεί απλά ως ένας  υλικός χώρος καθορισμένος, σταθερός και οριοθετημένος, αλλά πρέπει να κατανοηθεί ως ένας χώρος δυναμικός που παράγεται χωρικά και χρονικά, ταυτόχρονα από ύλη και από νόημα. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι κάτι που απλά υπάρχει, αλλά ‘‘συμβαίνει’’. Συνθήκη παραγωγής του αποτελεί η ίδια η κατοίκισή του, μέσα από την οποία αναδεικνύεται ως πεδίο αλληλεπιδράσεων, οσμώσεων και αντιτιθέμενων διεκδικήσεων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων.

Κοινότητα και συλλογική ταυτότητα

Η δημόσια ζωή έχει εξορισμού συλλογική σημασία, οπότε η ερμηνεία του δημόσιου χώρου συνδέεται άρρηκτα με τις έννοιες της συλλογικότητας και της κοινότητας. Η έννοια της κοινότητας αναφέρεται σε ένα σύνολο ατόμων που συγκροτείται στην βάση μιας κοινής συλλογικής ταυτότητας, μέσω της οποίας κάθε μέλος αναπτύσσει συνείδηση του «ανήκειν». Έτσι προσδιορίζονται τα ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος γύρω από τα οποία αναπτύσσεται ένας δημόσιος διάλογος, όπου κάθε μέλος του κοινού συνδιαλέγεται με σχετικά ίσους όρους. Η ύπαρξη της κοινότητας συνοδεύεται και από συλλογικές πρακτικές και δράσεις που είτε εκφράζουν την κοινότητα είτε υπηρετούν τα συμφέροντά της. Αν τηρούνται λοιπόν αυτές οι προϋποθέσεις και υπάρχει σε μια κοινότητα συμμετοχική δράση και συλλογική συνείδηση, θα υπάρχει και μια δραστήρια δημόσια ζωή μέσω της οποίας τα μέλη της κοινότητας θα συγκροτούν έναν δημόσιο χώρο. Ωστόσο ένας τόσο αυστηρός και συγκεκριμένος ορισμός της κοινότητας θα επαγόταν ότι σήμερα δεν υπάρχει, ή μάλλον τείνει να μην υπάρχει, ούτε κοινότητα ούτε δημόσια σφαίρα.

Σήμερα, η υποχώρηση της δημόσιας ζωής[5] έχει επιφέρει διάλυση στην σχέση ανάμεσα στην συμμετοχική δράση και την συλλογική ταυτότητα. Απουσία του δημόσιου διαλόγου, οι άνθρωποι είναι δύσκολο να εκφραστούν απρόσωπα και να αντιληφθούν ότι ανήκουν σε μια ομάδα κοινών συμφερόντων, δηλαδή να δημιουργήσουν απρόσωπους συλλογικούς δεσμούς. Αντίθετα επιμένουν να σκέφτονται ότι ανήκουν σε ένα ειδικό περιβάλλον όπου οι άλλοι συμμερίζονται κοινές αντιλήψεις μαζί τους. Σύμφωνα με τον Σένετ, η κοινότητα σήμερα έχει γίνει μάλλον φαινόμενο του συλλογικού είναι παρά της συλλογικής δράσης. Όταν η συλλογική ταυτότητα συγκροτείται στην βάση μιας κοινής πολιτισμικής παράδοσης, ενός πολιτιστικού προτύπου ή ενός ιδεολογήματος, τότε προβάλλεται ως κυρίαρχη η αναζήτηση του όμοιου και του οικείου, που γίνεται και προϋπόθεση συνειδητοποίησης της συλλογικότητας. Έτσι η οικειότητα γίνεται αυτοσκοπός, ενώ η έλλειψή της προκαλεί το αίσθημα του φόβου καθώς το μη οικείο-ξένο μετατρέπεται σε απειλή. Αυτού του είδους η οικειότητα νομιμοποιεί και αναπαράγει την ύπαρξη “γκέτο”, δηλαδή χώρων περιχαράκωσης και αναπαραγωγής μιας συλλογικής ταυτότητας. Έτσι η κοινότητα δεν αποτελεί μια ουδέτερη έννοια αλλά προσλαμβάνει κάθε φορά έναν ορισμένο χαρακτήρα.

Διακρίνουμε λοιπόν δύο τάσεις στην συγκρότηση της κοινότητας σε σχέση με τον κοινωνικό διαχωρισμό. Η μία βασίζεται στον ετεροκαθορισμό της κοινότητας σε σχέση με το κανονικό πρότυπο, με αποτέλεσμα την περιχαράκωση μιας κοινωνικής ταυτότητας. Η κοινότητα αυτού του είδους αποτελεί μέσον υλοποίησης και αναπαραγωγής των διαχωρισμών. Ενώ η άλλη τάση έχει σαν στόχο την δημιουργία μιας αυτόνομης και αυτοπροσδιοριζόμενης κοινωνικής ταυτότητας, η οποία αποτελεί μέσον άρσης του διαχωρισμού και ανάδειξης της διαφορετικότητας. Οι τάσεις αυτές εκφράζουν μια διπολικότητα στο φαινόμενο της κοινότητας με την έννοια ότι υπονοούν τους διαφορετικούς όρους συγκρότησης της εκάστοτε κοινότητας αλλά και αποτυπώνουν τις αντιθετικές απολήξεις που αυτή μπορεί να έχει.

Η διπολικότητα στην συγκρότηση της κοινότητας ως φαινομένου σχετίζεται έμμεσα και με την σχέση ταυτότητας και ετερότητας. Ο κοινωνικός διαχωρισμός, κατηγοριοποιώντας το κοινωνικό σύνολο, δημιουργεί αντίστοιχες τάσεις συλλογικοποίησης των κοινωνικών υποσυνόλων. Έτσι οι «άλλοι», όπως προσδιορίζονται κάθε φορά, έχουν την τάση να αναπτύσσουν συλλογική συνείδηση στην βάση κοινών εμπειριών αποκλεισμού και εντέλει να συγκροτούν κοινότητες. Αυτή η τάση μπορεί να οδηγήσει είτε στην αμφισβήτηση των κυρίαρχων ταυτοποιήσεων και στην διαμόρφωση μιας νέας κοινής ταυτότητας μέσω της οποίας θα διεκδικήσουν το δικαίωμά τους στην πόλη, είτε στην περιχαράκωσή τους και στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων αποκλεισμών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο ο δημόσιος χώρος εμφανίζεται ως ένας ετερογενής χώρος, ο οποίος υποδέχεται τις πρακτικές των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, όχι με την έννοια ότι τις περιέχει, άλλα ότι μέσα από αυτές, μετατρέπεται σε έναν τόπο δυνητικών συναντήσεών ταυτότητας και ετερότητας. Η προσέγγιση του δημόσιου χώρου μέσα από τις διεκδικήσεις των «άλλων» που επιχειρήσαμε παραπάνω, τον φανερώνει ως τον κατ’ εξοχήν χώρο όπου το όμοιο (η ταυτότητα) έρχεται σε επαφή -ή και σε σύγκρουση- με το έτερο. Μπορούμε να πούμε ότι ο δημόσιος χώρος συγκροτεί τον τόπο, όπου γίνεται δυνατή αυτή η συνάντηση με την ετερότητα. Γίνεται έτσι ένα ενδιάμεσο, με όλες τις σημασίες αυτού του όρου, εμφανίζεται δηλαδή ως ένα μέσο και ένα όργανο, ένα περιβάλλον και μια μεσολάβηση[6].

Τελικά, μπορούμε να πούμε ότι ο δημόσιος χώρος εμφανίζεται ως ένας χώρος που συνεχώς μεταλλάσσεται και αμφισβητείται σε όλα τα επίπεδα. Δεν μπορεί να νοηθεί ως ένας υλικός χώρος με δεδομένη δομή, μορφή και λειτουργία, αλλά αντίθετα ως ένας χώρος που διαμορφώνεται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσια που ορίζει ο υλικός χώρος. Έτσι, ο δημόσιος χώρος αποτελεί, μέσα από τις μεταλλαγές του, το ενδιάμεσο μιας διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη: της κοινωνικοποίησης των «άλλων», όπως τους βλέπουμε εδώ μέσα από την βασική διάκριση μετανάστη/ντόπιου και τους επιμέρους διαχωρισμούς τους με κριτήρια κοινωνικής τάξης, εθνότητας και φύλου. Στο σημείο αυτό ως κοινωνικοποίηση αναφέρουμε την  διαδικασία ένταξης και ενσωμάτωσης του ατόμου σ’ ένα κοινωνικό σύνολο. Κοινωνικοποίηση δεν σημαίνει ανάπτυξη οικείων συναισθημάτων με τους γύρω μας, αλλά ουσιαστικά είναι ένας τρόπος συσχετισμού που μπορεί να δημιουργηθεί σε δημόσιο περιβάλλον και δεν βασίζεται στην οικειότητα. Η συμμετοχή στον δημόσιο βίο είναι άλλωστε ζήτημα συμπόρευσης[7]. Στον δημόσιο χώρο αποτυπώνονται η τάση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων να οικειοποιούνται τα φυσικά στοιχεία της πόλης. Αποτελεί λοιπόν και το πεδίο όπου εκφράζονται οι διάφορες ερμηνείες και τα νοήματα που δίνονται στα υλικά στοιχεία  του αστικού χώρου από τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Παράλληλα συγκροτεί και τον τόπο όπου αυτές οι διαφορετικές ερμηνείες μπορούν να συντεθούν μέσα από την εγκατάλειψη του οικείου και την επαφή με το ξένο, μέσα από μια “επίσκεψη” στην ετερότητα.

                                                                                                                              Κάτω Πατήσια

Όπως παρατηρήσαμε και στην αρχή του άρθρου, οι οικονομικοί μετανάστες συγκροτούν μια -νέα- διακριτή κοινωνική ομάδα, η οποία έχει ομοιογενή οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά και αποτελέι το πιο εξαθλιωμένο τμήμα της εργατικής τάξης. Καθώς λοιπόν η εγκατάστασή τους στην πόλη έγινε σε υφιστάμενες γειτονιές, δεν θα μπορούσε παρά να παρακολουθήσει και να εντείνει την προϋπάρχουσα κοινωνική διαίρεση του αστικού χώρου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Κάτω Πατησίων, η οποία έχει αποτελέσει βασικό πυρήνα εγκατάστασης μεταναστών ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Προκειμένου να κατανοηθεί καλύτερα ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτή η εγκατάσταση έχει αξία να αναφερθούμε στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει το αστικό περιβάλλον της γειτονιάς και της πόλης γενικότερα, οι οποίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ΄αυτή τη διαδικασία.

Η αλήθεια είναι ότι μεταπολεμικά ο κοινωνικός διαχωρισμός στην Αθήνα και ιδιαίτερα στις περιοχές του ευρύτερου κέντρου διαγράφηκε περισσότερο στο ύψος της πόλης, παρά στην έκτασή της. Αντί λοιπόν να δημιουργηθούν αυστηρά οριοθετημένες επικράτειες που να χαρακτηρίζονται από την παρουσία της μιάς ή της άλλης κοινωνικής τάξης ή ομάδας, διαμορφώθηκαν κατα κύριο λόγο γειτονιές που συγκροτούνταν από ένα αρκετά ευρύ φάσμα κοινωνικών ομάδων. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι στα Πατήσια, όπως και σε άλλες περιοχές αναπτύχθηκε μια άτυπη κοινωνική συγκατοίκηση, χωρίς να υποστηρίζουμε φυσικά ότι αυτή ήταν συνειδητή επιδίωξη των κατοίκων της πόλης (και σίγουρα όχι  κάποιου σχετικού δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα). Τα αίτιά της μάλλον θα πρέπει να αναζητηθούν στις διαδικασίες μέσα απ τις οποίες παράχθηκε το αστικό περιβάλλον[8].

Προέκυψε, έτσι ένα υποβαθμισμένο οικιστικό απόθεμα, το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση συνθηκών κοινωνικής, αλλά και πολιτισμικής ανάμιξης. Ότι δεν ανταποκρίνονταν πλέον στις στεγαστικές απαιτήσεις του ντόπιου πληθυσμού αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την εγκατάσταση των μεταναστών, οι οποίοι ήρθαν να καλύψουν το αγοραστικό κενό που είχε δημιουργηθεί Οι μετανάστες εντάχθηκαν λοιπόν σε αυτό το σύστημα άτυπης κοινωνικής «συγκατοίκησης», ανασυνθέτοντας τον κοινωνικό ιστό της ευρύτερης περιοχής Πατησίων και Κυψέλης και μεταβάλλοντας τα δεδομένα του κοινωνικού διαχωρισμού, όπου εντάθηκε η κοινωνική και εισήχθηκε η εθνοτική-πολιτισμική διαφοροποίηση[9]. Εξακολουθεί έτσι να παρατηρείται ένας κατακόρυφος κοινωνικός διαχωρισμός με τα πιο εύπορα στρώματα των ντόπιων να κατοικούν στους υψηλότερους ορόφους  και τους μετανάστες να κατοικούν συνήθως τους πρώτους ορόφους και τα ημιυπόγεια, τα οποία έχουν μετατραπεί από χώρους που προορίζονταν για εμπορική ή μικρο-βιοτεχνική χρήση σε ‘κατοικίες’ μεταναστών.

Το αποτέλεσμα είναι η συνύπαρξη στην ίδια γειτονιά ατόμων από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές, συνθέτοντας έτσι τον κοινωνικό ιστό με ετερογενή κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Γεγονός που μας επιτρέπει να εντοπίσουμε τις διαφορετικές καθημερινές πρακτικές και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους, δηλαδή τις προοπτικές που δημιουργούνται για μια πολιτισμική σύνθεση. Το ζητούμενο είναι λοιπόν, εάν θα βρεθεί έδαφος για να εκφραστούν οι διαφορετικές πολιτισμικές τάσεις τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε χωρικό επίπεδο και σε ποιόν βαθμό θα μπορέσουν να αναπτυχθούν συνθήκες δημιουργικής συνθετικής συνύπαρξης και όχι απομόνωσης ή αφομοίωσης. Αυτά τα ζητήματα σχετίζονται άμεσα με την πρακτική που αναπτύσσουν οι μεταναστευτικές ομάδες στον αστικό χώρο και ιδιαίτερα στον δημόσιο χώρο της περιοχής, ο οποίος αποτελεί και το πεδίο διαπλοκής των διαφορετικών καθημερινών πρακτικών.

Σ’ αυτό το πλαίσιο θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις μεταβολές στην γειτονιά μέσα από τις πρακτικές μεταναστών και ντόπιων στον δημόσιο χώρο. Αρχικά θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα ίχνη της υπό διαμόρφωση γειτονιάς στον αστικό ιστό. Πώς επηρέασε δηλαδή η δομή, η μορφή και οι λειτουργίες του αστικού χώρου την τάση διαφόρων κοινωνικών ομάδων να συγκροτούν κοινότητες. Ενώ στην συνέχεια, θα αναζητήσουμε τους τρόπους με τους οποίους αποτυπώνεται η καθημερινότητα της γειτονιάς σε κεντρικές πλατείες της περιοχής, οι οποίες αποτελούν και τους κατεξοχήν χώρους όπου αυτή η πολυσυλλεκτική δημόσια ζωή παίρνει μορφή και περιεχόμενο. Αναζητάμε παράλληλα και τις πρακτικές μέσα από τις οποίες οι μετανάστες ως «άλλοι» επιχειρούν να αυτοπροσδιορίζονται, αμφισβητώντας τις αυστηρές ταξινομίσεις συμπεριφορών και χώρων που ορίζονται μέσα από το δίπολο δημόσιο/ιδιωτικό, καθώς και τις προοπτικές να διασχιστούν τα όρια ταυτότητας και ετερότητας και να υπάρξει η δυνατότητα μιας πολιτισμικής σύνθεσης.
Αστικός ιστός

Ο αστικός ιστός στα Κάτω Πατήσια χαρακτηρίζεται γενικά από μια γραμμικότητα που ακολουθεί την διεύθυνση της Πατησίων και της Αχαρνών. Αυτή η γραμμικότητα αποτυπώνεται στους παράλληλους άξονες που είτε αποτελούν εμπορικούς δρόμους που συνδέουν την περιοχή με το κέντρο, όπως η Γ’ Σεπτεμβρίου, είτε συγκεντρώνουν την ζωή της γειτονιάς, όπως η Αριστοτέλους, η Φυλής και η Μιχαήλ Βόδα. Οι κεντρικοί κάθετοι δρόμοι στην Πατησίων και στην Αχαρνών, όπως η Ηπείρου, η Πιπίνου και η Δεριγνύ, λειτουργούν ως συνδέσεις των δύο υπερτοπικών αξόνων, αλλά ορισμένα τους τμήματα είναι ταυτόχρονα και τοπικά κέντρα της γειτονιάς. Παρατηρείται έτσι μια ιεράρχηση των δρόμων ως προς την κεντρικότητα και την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, ενώ παράλληλα, οι υπερτοπικοί άξονες της Πατησίων και της Αχαρνών οριοθετούν μαζί με τους κεντρικούς κάθετους δρόμους επιμέρους ενότητες σχετικής εσωστρέφειας. Η τάση αυτή υποστηρίζεται επίσης και από τα μικρότερα πλάτη δρόμων και τα αντίστοιχα χαμηλότερα ύψη προσόψεων των κτηρίων στο εσωτερικό αυτών των ενοτήτων. Η περιορισμένη κυκλοφορία οχημάτων σε συνδυασμό με την διάχυση τοπικών χρήσεων, όπως καφενεία και ψιλικατζίδικα, ευνοούν την κίνηση των πεζών και δίνουν την ευκαιρία να αναπτυχθούν εναλλακτικές διαδρομές και χώροι προσωρινής στάσης ή συγκέντρωσης. Προκύπτει λοιπόν ένας πλούσιος σε εκδοχές αστικός χώρος όπου εναλλάσσονται συνεχώς οι αστικοί ρυθμοί με αποτέλεσμα η ετερότητα και η ποικιλία ταυτοτήτων να βρίσκει χώρο έκφρασης. Αλλά και η εναλλαγή τοπικών και υπερτοπικών αξόνων αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στις όποιες τάσεις γεωγραφικής απομόνωσης της περιοχής.

Η μεταβολή της κοινωνικής σύνθεσης της περιοχής αποτυπώνεται στον αστικό ιστό της πόλης και στον δημόσιο -και ημιδημόσιο- χώρο, με την παρουσία των μεταναστών και την εμφάνιση νέων χρήσεων γης. Τηλεφωνικά κέντρα (call center), καταστήματα αποστολής χρημάτων (money transfer), καταστήματα με ηλεκτρονικά είδη δορυφορικής τηλεόρασης και κινητής τηλεφωνίας, κουρεία, κάβες, καφενεία, και παντοπωλεία με προϊόντα από τους τόπους προέλευσης των μεταναστών συνθέτουν ένα νέο μωσαϊκό εμπορικών χρήσεων και υπηρεσιών, όπου άλλες απευθύνονται αποκλειστικά σε μετανάστες και άλλες, προσαρμόζοντας ανάλογα τα προϊόντα τους, απευθύνονται εξίσου σε ντόπιους (καταστήματα τροφίμων, εστιατόρια, ψητοπωλεία). Η έλλειψη ιδιωτικών χώρων κατάλληλων για κοινωνική συναναστροφή σε συνδυασμό με την ανάγκη/επιθυμία για δημόσια ζωή, οδηγούν τους μετανάστες να συγκεντρώνονται σ’ αυτά τα καταστήματα, τα οποία μετατρέπονται συχνά σε τόπους συνάντησης και επικοινωνίας.

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς την περιοχή μεταξύ της Ηπείρου και της Χέυδεν και ιδιαίτερα την οδό Μιχαήλ Βόδα. Σ’ αυτήν την περιοχή συγκεντρώνονται διάφορες χρήσεις όπως παντοπωλεία, βιβλιοπωλεία, καφετέριες, εστιατόρια, αλλά και μια εκκλησία και ένα δημοτικό σχολείο που ανήκουν σε Πολωνούς. Η ύπαρξη ενός τέτοιου πολωνικού ‘πυρήνα’ μας βοηθά να καταλήξουμε σε διάφορα συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά συγκρότησης μιας πολωνικής κοινότητας που γίνεται ορατή και αποκτά σαφή χωρική αναφορά. Η χωρική συγκέντρωση Πολωνών δεν αφορά μονάχα την ανάπτυξη δικτύων αλληλοβοήθειας μεταξύ τους αλλά διασφαλίζει και την αναπαραγωγή μιας πολωνικής ταυτότητας, δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν τόπο όπου αυτή η ταυτότητα εκφράζεται. Οι Πολωνοί δεν διεκδίκησαν μονάχα την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο αλλά δημιούργησαν και το δικό τους δίκτυο ποικίλων ημιδημόσιων χώρων με λειτουργίες εμπορίου, πολιτισμού και αναψυχής, δηλαδή χρήσεις που καλύπτουν όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής της κοινότητας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν χρήσεις όπως η εκκλησία και το σχολείο, οι οποίες κάθε άλλο παρά αυτονόητες είναι για άλλες μεταναστευτικές κοινότητες που και πιο πολυάριθμες είναι και βρίσκονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στη χώρα. Οι χρήσεις αυτές εντάσσονται ομαλά στον αστικό ιστό και μέσω της ιδιοκτησίας νομιμοποιούνται στην συνείδηση των ντόπιων κατοίκων και σε μεγάλο βαθμό καθίστανται πιο «κανονικές». Διαφαίνεται έτσι μια δυναμική που χαρακτηρίζει την πολωνική κοινότητα, η οποία μπόρεσε να ξεπεράσει κάποιους από τους φραγμούς που δημιουργεί η ντόπια κοινωνία μέσω των θεσμών της (νομικό πλαίσιο, αγορά γης, κρατικοί φορείς κλπ). Μέσα από αυτή τη διαδικασία συγκροτείται μια δημόσια σφαίρα που δίνει υπόσταση στην πολωνική κοινότητα. Γενικότερα στη συγκεκριμένη περιοχή παρατηρεί κανείς μια συνύπαρξη πολιτισμών χωρίς όμως να αναπτύσσονται ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους. Ωστόσο δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο καθώς η ύπαρξη  του πολωνικού πυρήνα εξασφαλίζει αφ’ ενός ότι η καθημερινή ζωή των Πολωνών εξελίσσεται με ευνοϊκότερες όρους και αφ’ ετέρου αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην ενδεχόμενη πολιτισμική αφομοίωση τους από την ντόπια κοινωνία. Ο αυτοπροσδιορισμός της πολιτισμικής ταυτότητας μιας κοινωνικής ομάδας, προϋποθέτει την αλλαγή των όρων συγκρότησης της ταυτότητας  όχι βάσει του  ετεροκαθορισμού της από το «έξω» ή το κυρίαρχο, αλλά με σκοπό την εξασφάλιση της αποδοχής των πολιτισμικών της ιδιαιτεροτήτων.

Ιδιαίτερη κατηγορία χρήσεων αποτελούν οι χώροι θρησκευτικής λατρείας, όπου εκφράζεται χαρακτηριστικά τόσο η πολιτισμική ταυτότητα της κάθε μεταναστευτικής ομάδας, όσο και η αντίστοιχη αποδοχή της από την ντόπια κοινωνία. Έτσι οι καθολικοί ανατολικοευρωπαίοι έχουν εκκλησίες σε ανάλογα διαμορφωμένα κτήρια (αν και συνήθως ακατάλληλα, όπως αυτό επί της Μιχαήλ Βόδα) που υπάγονται σε οργανωμένη καθολική αρχιεπισκοπή, οι χριστιανικές αιρέσεις που είναι δημοφιλείς στους Αφρικανούς έχουν μετατρέψει ισόγεια-πρώην καταστήματα σε θρησκευτικούς χώρους, ενώ οι μουσουλμάνοι συγκεντρώνονται σε υπόγεια που τίποτα στην πρόσοψη δεν αποκαλύπτει την χρήση τους. Παρατηρείται εδώ και μια ιεραρχία ανάμεσα στους «άλλους», με τους μουσουλμάνους να βιώνουν ισχυρότερους κοινωνικούς αποκλεισμούς από τους χριστιανούς, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό προσδιορισμό τους.

Μεταλλάσσεται έτσι η εικόνα του αστικού ιστού καθώς μ’ αυτές τις χρήσεις αποτυπώνεται το στίγμα των μεταναστών στον δημόσιο χώρο της πόλης. Δεδομένου ότι η γλώσσα αποτελεί μάλλον το ισχυρότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολιτισμικής ταυτότητας μιας κοινωνικής ομάδας, οι επιγραφές των καταστημάτων ουσιαστικά αποτελούν ένα μέσο για να δηλώσουν οι μετανάστες την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο και να γίνουν ορατοί. Παραλληλα, δημιουργούνται σημεία αναφοράς και στάσης διάχυτα στο αστικό ιστό, τα οποία μετατρέπονται συχνά σε χώρους, όπου επεκτείνεται –ή και πρωτοεμφανίζεται– η δημόσια ζωή των μεταναστών. Σ’ αυτούς τους ημιδημόσιους χώρους, συγκεντρώνονται άνθρωποι που μοιράζονται τις ίδιες εμπειρίες αποκλεισμού, συγκροτούν ένα «κοινό», συζητούν για ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητά τους και εντέλει δημιουργούν μια πρωτόλεια ημι-δημόσια σφαίρα στην οποία διαμορφώνεται ένα «εμείς» («εμείς»… οι «άλλοι»). Τα συγκεκριμένα καταστήματα λοιπόν, λειτουργούν ως τόποι όπου είναι δυνατή η αμφισβήτηση της δεδομένης ταυτότητας που συνεπάγεται τον αποκλεισμό και η διαμόρφωση μιας νέας, που πλέον θα προσδιορίζει τους «άλλους» με τους δικούς τους όρους, ως μετανάστες ή ως εργάτες. Αυτό αποτελεί και το πρώτο βήμα για να διεκδικήσουν πρόσβαση και εντέλει συμμετοχή στη δημόσια σφαίρα.

Αυτό που έχει σημασία εδώ, είναι πώς η ταυτότητα αυτή βγαίνει προς τα έξω και έρχεται σε επαφή με το δρόμο και το δημόσιο χώρο της πόλης. Οι μετανάστες οικειοποιούνται τα τμήματα του δρόμου μπροστά από τα καταστήματα όπου συγκεντρώνονται στήνοντας αυτοσχέδια καθιστικά. Έτσι οι είσοδοι των καταστημάτων μετατρέπονται σε «κατώφλια» – ενδιάμεσους τόπους συνάντησης της ταυτότητας που διαμορφώνεται στον ημιδημόσιο χώρο και των ταυτοτήτων που τον κατοικούν ως δημόσιο[10]. Χαρακτηριστική στιγμή αυτής της συνάντησης είναι όταν ντόπιοι πελάτες διασταυρώνονται με παρέες μεταναστών, αλλά και όταν ο χώρος διέλευσης περαστικών μετατρέπεται σε χώρο συγκέντρωσης των μεταναστών. Ανάλογη είναι και η περίπτωση των διαμερισμάτων των μεταναστών, όπου λόγω της στενότητας χώρου και της έλλειψης υποδομών, οι ένοικοι αναγκάζονται να «βγάλουν» ένα τμήμα της ιδιωτικής τους ζωής στον δημόσιο χώρο για να  καλύψουν τις ανάγκες τους. Ιδιαίτερη και πιο χαρακτηριστική περίπτωση, αποτελούν τα ημιυπόγεια που έχουν μετατραπεί σε κατοικίες, όπου για λόγους ηλιασμού και αερισμού, οι ένοικοι είναι υποχρεωμένοι να ανοίξουν την πόρτα προς τον δρόμο, εκθέτοντας σε κοινή θέα το εσωτερικό τους. Ενώ το καλοκαίρι, τα σκαλιά που οδηγούν στο ημιυπόγειο γίνονται το «καθιστικό» της κατοικίας, όπου άλλοι κάθονται στα σκαλιά και άλλοι σε καρέκλες στο εσωτερικό. Αναδεικνύεται έτσι, η είσοδος της κατοικίας ως «κατώφλι» – τόπος διαπλοκής των δύο πλευρών του διπόλου δημόσιο/ιδιωτικό και των πρακτικών των αντίστοιχων κοινωνικών ταυτοτήτων με τις οποίες είναι συνυφασμένη η κάθε πλευρά. Γίνεται τελικά το «κατώφλι» ένας πορώδης δημόσιος χώρος όπου γίνονται ρευστά τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δημιουργώντας μια περιοχή δυνητικών συναντήσεων με την ετερότητα[11].

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε και στις έμφυλες ταυτότητες, οι οποίες διαμορφώνουν επιμέρους «κανόνες» και καθορίζουν τις συμπεριφορές των μεταναστών. Οι μετανάστριες, σπανίως έχουν δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο, καθώς πέρα από την έμμισθη εργασία – που οι περισσότερες έχουν, αναλαμβάνουν και την άτυπη εργασία του νοικοκυριού, όπως η καθαριότητα, το μαγείρεμα και η φροντίδα παιδιών και υπερήλικων. Οπότε σπάνια εμφανίζονται στον δημόσιο χώρο σε παρέες ανάλογες μ’ αυτές που περιγράψαμε παραπάνω. Αλλά και όταν εμφανίζονται είναι σε μικρότερες παρέες δύο ή τριών γυναικών που κάθονται στις πλατείες της περιοχής, έχοντας μαζί τις περισσότερες φορές και τα παιδιά τους. Αντίθετα, είναι πιο σύνηθες να κάθονται στα σκαλιά της πολυκατοικίας ή του διαμερίσματός τους απασχολούμενες παράλληλα με τις οικιακές εργασίες. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι μετανάστες έχουν και έμφυλες ταυτότητες, που διαφέρουν ανάλογα με την θρησκεία, τις πολιτισμικές καταβολές ή το μορφωτικό επίπεδο των μεταναστριών και του άμεσου κοινωνικού και οικογενειακού τους περίγυρου. Συνεπώς και οι έμφυλες ταυτότητες διαμορφώνουν επιμέρους επίπεδα διαχωρισμού μεταξύ των μεταναστών τα οποία αντιστοιχούν σε ανάλογες διακρίσεις μεταξύ δημόσιου/ιδιωτικού, κυρίαρχου/αποκλεισμένου[12].

Πλατείες

Η Βικτώρια είναι μια από τις σημαντικότερες πλατείες της περιοχής, αλλά και της Αθήνας γενικότερα, λόγω της κεντρικής θέσης και του σταθμού του ηλεκτρικού.  Η πλατεία αποτελεί χώρο στάσης και αναψυχής για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και ταυτόχρονα καθημερινό πέρασμα για σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της πόλης. Διάφορα άτομα, μικρές και μεγάλες παρέες κάθε εθνότητας κατακλύζουν την πλατεία, κατά κύριο λόγο σε παρέες δύο έως τεσσάρων ατόμων, κυρίως ανδρών. Ωστόσο στην πλατεία κάνουν την εμφάνισή τους και μετανάστριες, όπως και παρέες μεσήλικων από την Αλβανία και την Αν. Ευρώπη, ή ακόμα και μουσουλμάνες κυρίως από την Αφρική που κάνουν μια στάση στην πλατεία, ξεκλέβοντας λίγο χρόνο από τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Έντονη είναι και η παρουσία τσιγγάνων, κυρίως γυναικών και των παιδιών τους. Γενικότερα πάντως στην πλατεία υπάρχει ένα πλήθος διάσπαρτων μικροομάδων αλλά και μοναχικών ατόμων αρκετά αυτόνομων μεταξύ τους. Εξαίρεση αποτελούν οι Πολωνοί που συγκεντρώνονται μαζικά σε μια συγκεκριμένη γωνία της πλατείας καθ’ όλη την διάρκεια της μέρας, έχοντας οικειοποιηθεί ένα μικρό κομμάτι του δημόσιου χώρου. Μαζικό χαρακτήρα έχει και η παρουσία μικροπωλητών αφρικανικής και ασιατικής καταγωγής που στήνουν τους πάγκους τους έξω από τον σταθμό. Κατά τις απογευματινές ώρες στην πλατεία εμφανίζονται οικογένειες μεταναστών συχνά αντρών και γυναικών, που φέρνουν τα παιδιά τους για παιχνίδι. Σε αντίθεση με την συμπεριφορά των μεταναστών, οι ντόπιοι συγκεντρώνονται στις καφετέριες και στα εστιατόρια που έχουν παραμείνει στην πλατεία ή απλώς διέρχονται βιαστικά.

Η εικόνα που κυριαρχεί στην πλατεία δεν είναι τόσο η έκφραση μιας συλλογικής πρακτικής με αναφορά σε μια κοινότητα, όσο η συνάντηση των μεταναστών με τα πιο κοντινά τους πρόσωπα, συνήθως ομοεθνείς φίλους, είτε απλά η ύπαρξη σε ένα τέτοιο πολυσυλλεκτικό περιβάλλον που παρέχει την δυνατότητα κοινωνικοποίησης. Όλο αυτό το πλήθος δεν φαίνεται να συσχετίζεται με κάποιον άμεσο τρόπο ωστόσο έχουν ένα κοινό σημείο: η πλατεία αποτελεί έναν τόπο όπου κάνουν αισθητή την παρουσία τους άτομα και ομάδες που βιώνουν ένα καθεστώς ορισμένης κοινωνικής απομόνωσης σε μια πόλη που για αυτούς είναι ακόμα ένας «μη-τόπος»[13]. Ωστόσο αυτή δεν είναι η μοναδική της όψη. Η Βικτώρια αποτελεί μάλλον έναν ενδιάμεσο χώρο διεκδίκησης του «ανήκειν», στο βαθμό που δεν συγκεντρώνει απλά ένα πλήθος, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί σχέσεις των ατόμων μεταξύ τους, όπως και με τον τόπο. Με άλλα λόγια η Βικτώρια λειτουργεί ως δημόσιος χώρος όπου οι μετανάστες της ευρύτερης περιοχής διαμορφώνουν μια προσωρινή (με την έννοια ότι ισχύει όσο βρίσκονται εκεί) εντοπισμένη πραγματικότητα, η οποία αμφισβητεί την κυρίαρχη κανονικότητα. Τους εισάγει και σε μια πρωτόλεια δημόσια σφαίρα που αναπτύσσεται στα όρια της γειτονιάς[14],  ενώ αποτελεί έναν τόπο που δίνει μια πρώτη ευκαιρία άρσης του εν γένει αποκλεισμού των μεταναστών από την δημόσια σφαίρα της πόλης ή τουλάχιστον μια ευκαιρία κοινωνικοποίησης με τους όμοιούς τους. Ωστόσο τα χαρακτηριστικά της κατοίκησης της πλατείας, δεν δίνουν στους μετανάστες την δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους με τους δικούς τους όρους, αλλά περιορίζονται πάντοτε στον ετεροκαθορισμό τους σε σχέση με τον κυρίαρχο «κανόνα», ως «άλλοι». Αντίστοιχα δεν δημιουργούνται συνθήκες (κοινωνικής και πολιτισμικής) όσμωσης, αφού η σχέση ταυτότητας/ετερότητας περιορίζεται κατά κύριο λόγο στο επίπεδο της ορατότητας.

Ακόμη και παρά τα πρόσφατα συνεχή ρατσιστικά πογκρόμ που συνέβησαν στην γύρω περιοχή αλλά και στην ίδια την πλατεία, που μπορεί να άλλαξαν ριζικά το γενικότερο πολιτικό κλίμα, η ίδια η καθημερινότητα των μεταναστών στην περιοχή έχει την δική της δυναμική και τους δικούς της ρυθμούς και δεν επηρεάζεται με ευθύ τρόπο από τέτοια γεγονότα. Ακόμα και σήμερα που μπορεί να έχει “παγώσει” ο υπερτοπικός χαρακτήρας της πλατείας επειδή ο σταθμός είναι κλειστός λόγω έργων, η παρουσία και δραστηριότητα των μεταναστών της περιοχής εξακολουθεί να είναι αντίστοιχη με πριν.

Η πλατεία Αμερικής είναι και αυτή μια κεντρική πλατεία της πόλης λόγω της θέσης της επί της Πατησίων. Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μια έντονη αλλαγή τόσο των χρήσεων γύρω από αυτήν όσο και των ανθρώπων που συχνάζουν στην πλατεία. Αρκετές καφετέριες έχουν κλείσει ή υπολειτουργούν, ενώ το παλιό σινεμά Άττικα είναι σήμερα κενό οικόπεδο. Οι χρήστες της πλατείας είναι σχεδόν αποκλειστικά μετανάστες αφρικανικής καταγωγής που κάθονται σε μεγάλες και μικρές παρέες ή που διασχίζουν την πλατεία, χαιρετώντας γνωστούς ή κάνοντας μια προσωρινή στάση. Η παρουσία του ντόπιου πληθυσμού περιορίζεται κυρίως σε περαστικούς της Πατησιών από και προς την στάση του τρόλεϊ.

Στην πλατεία αυτή κυριαρχεί η εικόνα των Αφρικανών που βρίσκονται εκεί όλες τις ώρες της μέρας. Συγκροτείται έτσι μια δημόσια σφαίρα με αποκλειστική αναφορά στις αφρικάνικες κοινοτήτες με την πλατεία να είναι το βασικό τοπικό κέντρο της συλλογικής ζωής. Να σημειώσουμε εδώ ότι η πρόσβαση στην δημόσια σφαίρα αφορά σχεδόν αποκλειστικά τον ανδρικό πληθυσμό με τις γυναίκες να είναι μεν ορατές λόγω της κυκλοφορίας τους στους δρόμους της γειτονιάς αλλά χωρίς να βρίσκουν μια θέση στο «κέντρο» της. Γενικότερα είναι πολύ ισχυρή η ύπαρξη ενός χωρικού πυρήνα, που επεκτείνεται και με άλλες χρήσεις γύρω την πλατεία, ως τόπου αναπαραγωγής της συλλογικής τους ταυτότητας. Οι Αφρικανοί μετανάστες έφτασαν πολύ πρόσφατα στην Ελλάδα και βρίσκουν, σχεδόν αποκλειστικά, απασχόληση σε άτυπες μορφές εργασίας (κυρίως μικροπωλητές αν και πλέον ορισμένοι εμπλέκονται και σε πιο έκνομες δραστηριότητες όπως το εμπόριο ναρκωτικών και η πορνεία). Η ανάγκη ύπαρξης ισχυρής και σχετικά αυτόνομης κοινότητας εντείνεται και λόγω του τρόπου με τον οποίο εντάσσονται στην οικονομική ζωή της πόλης. Αν και η συγκρότηση μιας τέτοιας κοινότητας έχει εσωστρεφή κοινωνικά χαρακτηριστικά, η δυναμική της είναι τέτοια που αποτυπώνεται εξωστρεφώς με την έννοια ότι δηλώνεται ξεκάθαρα η παρουσία της στην πόλη. Χωρικά αυτό αποτυπώνεται και στον τρόπο που δημιουργείται μια «αφρικανική γειτονιά», η οποία επεκτείνεται και προς την Κυψέλη ξεπερνώντας το όριο της Πατησίων. Αν για τους Έλληνες η πλατεία Αμερικής είναι πλέον ένα τοπόσημο άνευ νοήματος, για την αφρικανική κοινότητα-γειτονιά αποτελεί κομβικό σημείο της καθημερινότητάς της και της ύπαρξής της[15].

Η πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με τις πλατείες που είδαμε παραπάνω. Σε σύγκριση με τις πλατείες Βικτώριας και Αμερικής η πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην τοπική κοινωνία παρά του ότι βρίσκεται επί της Αχαρνών.  Οι ρυθμοί είναι πιο χαλαροί καθώς το κύριο μέρος των διερχομένων είναι κάτοικοι της περιοχής ενώ οι γύρω χρήσεις απευθύνονται αποκλειστικά σε αυτούς. Γύρω από την πλατεία υπάρχουν ορισμένες ελληνικές καφετέριες και εστιατόρια που συνυπάρχουν με καταστήματα μεταναστών διαφόρων εθνικοτήτων όπως παντοπωλεία, τηλεφωνικά κέντρα, video-club, κλπ. Αν και στον δημόσιο χώρο κυριαρχεί και εδώ η παρουσία των μεταναστών,στις γύρω καφετέρειες υπάρχουν και πολλές παρέες Ελλήνων. Κατά το απόγευμα η παρουσία του κόσμου γίνεται πιο έντονη με την πλατεία να γεμίζει από γονείς και παιδιά, κυρίως μετανάστες. Οι Πολωνοί γονείς συσπειρώνονται σε ένα σημείο και χωρίζονται σε «πηγαδάκια» αντρών-γυναικών. Ταυτόχρονα είναι έντονη η παρουσία των εφήβων της γειτονιάς αλλά και ορισμένων μεσήλικων και ηλικιωμένων στα παγκάκια συμπεριλαμβανομένων και Ελλήνων.

Εκτός από αυτό το κομμάτι της πλατείας υπάρχει και το πιο εσωστρεφές και πράσινο τμήμα από την άλλη μεριά της εκκλησίας. Σ’ αυτό το σημείο συγκεντρώνονται καθημερινά Αλβανοί, οι οποίοι σχηματίζουν μικρές παρέες με ορισμένους να παίζουν σκάκι ή ντόμινο και άλλους να παρακολουθούν. Έτσι από το μεσημέρι και μετά, αυτό το τμήμα της πλατείας μοιάζει με υπαίθρια σκακιστική λέσχη.  Για τις ανάγκες τους χρησιμοποιούν καφάσια ως καθίσματα και τραπεζάκια, τα οποία παραμένουν σε κυκλικές διατάξεις, ακόμα και όταν δεν χρησιμοποιούνται. Οι Αλβανοί που συγκεντρώνονται στο σημείο αυτό  είναι κυρίως ηλικιωμένοι ή μεσήλικες και πολύ λιγότερο νέοι. Στο ίδιο τμήμα της πλατείας μαζεύονται και κάτοικοι της περιοχής που πάνε βόλτα τα σκυλιά τους, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων ξένων.

Η πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση για την παρατήρηση των σχέσεων ταυτότητας-ετερότητας, των αντιθέσεών τους και τελικά των δυνατοτήτων σύνθεσης τους. Θα αναφερθούμε πιο κάτω στο πώς το δίπολο αυτό εκφράστηκε με σαφή τρόπο στην περίπτωση της πρωτοβουλίας «κάτοικοι Αγ. Παντελεήμονα»  αφού πρώτα σχολιάσουμε την παρουσία των μεταναστών στην πλατεία. Η πιο χαρακτηριστική εικόνα είναι αυτή των ανδρών Αλβανών που παίζουν σκάκι και ντόμινο σε καθημερινή βάση.  Η διαδικασία αυτή μοιάζει να αποτελεί καθημερινή συνήθεια και στοιχείο της πολιτιστικής τους ταυτότητας.  Λόγω της σχετικά μεγάλης ηλικίας τους, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν το κομμάτι των μεταναστών που είχε τις λιγότερες δυνατότητες πολιτισμικής και πολιτιστικής αφομοίωσης. Αντ΄ αυτού αναβιώνουν τις καθημερινές τους συνήθειες με συλλογικό τρόπο. Αυτό που κυριαρχεί στην περίπτωση αυτή δεν είναι τόσο η αναδημιουργία μιας κοινοτικής ζωής στα πρότυπα του παρελθόντος (αν και αυτό προφανώς συμβαίνει έμμεσα) όσο η αναπαραγωγή μιας οικείας καθημερινότητας που στις συγκεκριμένες συνθήκες προσλαμβάνει για αυτούς ιδιαίτερη αξία, αποτελώντας στοιχείο έκφρασης της ταυτότητάς τους στα πλαίσια της νέας για αυτούς ‘ντόπιας’ κανονικότητας. Συγκροτώντας ταυτόχρονα μια διαφορετική ομάδα εντός της «κοινότητας» των Αλβανών μεταναστών, ακριβώς επειδή διαφέρουν σε σχέση με τους νεότερους οι οποίοι πλέον δείχνουν να εντάσσονται στην ντόπια κοινωνική πραγματικότητα (ή να αφομοιώνονται από αυτήν) με πιο ‘ομαλό’ τρόπο.

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε την συγκυρία κατά την οποία υπάρχει μια ομαλή συνύπαρξη ντόπιων και ξένων στον δημόσιο χώρο. Αυτό συνήθως συνδυάζεται με ταυτόσημες πρακτικές  όπως η περίπτωση των ατόμων που πάνε βόλτα τα σκυλιά τους ή οι γονείς που συνοδεύουν για παιχνίδι τα παιδιά τους. Η διεξαγωγή ορισμένων καθημερινών δραστηριοτήτων που έχουν αντικειμενική συνάφεια από διαφορετικές ομάδες προσδιορίζει μια νέα προσωρινή βάση στη σχέση ταυτότητας-ετερότητας ή τουλάχιστον καθιστά την ετερότητα πιο οικεία. Οι καθημερινές πρακτικές μέσα από τις οποίες εκφράζεται η ετερότητα ως τέτοια, την καθιστούν ορατή και αναγνωρίσιμη στον δημόσιο χώρο με αποτέλεσμα να συμβάλουν στην εξοικείωση των ντόπιων κατοίκων και στην αποσταθεροποίηση των κατεστημένων αντιλήψεων για το ξένο. Πολλές φορές ωστόσο, παράγουν ή εντείνουν την αίσθηση του φόβου και της απειλής. Εδώ υπεισέρχονται και άλλες κοινωνικές και ιδεολογικές μεταβλητές όπως φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού και εγκληματικότητας αλλά και ρατσιστικά και εθνικιστικά ιδεολογήματα.

Όσο διαφορετικές και αποκλίνουσες και αν είναι οι πρακτικές που υιοθετούνται από τους χρήστες της πλατείας, η έννοια της γειτονιάς εντοπίζεται σε όλες τις περιπτώσεις. Οι αυτόνομες συλλογικές και ατομικές πρακτικές, δηλαδή, εκδηλώνονται στον συγκεκριμένο τόπο από τους εκάστοτε κατοίκους και επικαθορίζουν την πολυεπίπεδη ταυτότητα αυτού του δημόσιου χώρου. Οι διάφορες κοινωνικές ομάδες όντως διεκδικούν είτε έμμεσα είτε άμεσα την ενεργή παρουσία τους στην γειτονιά με τους δικούς τους όρους. Σε αυτή την διεκδίκηση υφίσταται μια σύγκρουση που πηγάζει από την σχέση της εκάστοτε πρακτικής και του φορέα της με την κανονικότητα και η οποία πολλές φορές αποκτά βίαια χαρακτηριστικά.

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε στην περίπτωση της πρωτοβουλίας «κατοίκων Αγίου Παντελεήμονα», η δράση της οποίας έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και απασχόλησε για καιρό τον τύπο και τα κανάλια. Πρόκειται για μια συλλογική πρωτοβουλία με αναφορά στους κατοίκους της γειτονιάς που καλούνταν να αντιμετωπίσει προβλήματα εγκληματικότητας και υποβάθμισης της περιοχής, ή τουλάχιστον κάπως έτσι υποτίθεται ότι ξεκίνησε, καθώς στην πραγματικότητα αποτέλεσε προπύργιο της Χρυσής Αυγής και άλλων ακροδεξιών οργανώσεων, ενώ στελέχη τους παρουσιάζονταν ως εκπρόσωποι της πρωτοβουλίας στα ΜΜΕ. Η επικράτηση αυτή δεν έγινε μόνο με οργανωτικό ή βίαιο τρόπο αλλά είχε και ηγεμονικά ιδεολογικά στοιχεία. Η έλευση των μεταναστών διατάραξε την κανονικότητα μιας περιοχής που όπως είδαμε είχε διαμορφωθεί στα πρότυπα της μικροαστικής τάξης και εξέφραζε τις επιδιώξεις της για κοινωνική ανέλιξη. Η παρουσία και μόνο λοιπόν, των «άλλων» στον δημόσιο χώρο της γειτονιάς δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί ως υποβάθμιση και να ενεργοποιήσει μικροαστικά αντανακλαστικά ενός μέρους της τοπικής κοινωνίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ταύτιση της έννοιας του κατοίκου με τον «κανονικό» κατοίκο, δηλαδή τον ντόπιο. Αντίστοιχα οι ξένοι ταυτίζονται με την εγκληματικότητα και προβάλλονται ως οι φορείς της υποβάθμισης. Ωστόσο η βασική αιχμή του λόγου που ανέπτυξε αυτή η πρωτοβουλία δεν ήταν μόνο η εγκληματικότητα και η υποβάθμιση, αλλά και η αλλοίωση του χαρακτήρα της γειτονιάς. «Δεν υπάρχουν πια ελληνικά μαγαζιά», «πας στο περίπτερο και βλέπεις μόνο αλβανικές εφημερίδες», «νιώθεις ξένος μέσα στην ίδια σου την γειτονιά» είναι μερικές από τις δηλώσεις που συνδυάζονταν ή ταυτίζονταν με δηλώσεις όπως «φοβάσαι να κυκλοφορήσεις το απόγευμα» ή «δεν χωράμε άλλους πια». Μπροστά σε αυτήν την «ασύμμετρη απειλή», οι «κάτοικοι» στοχοποίησαν τους Αφγανούς που αποτελούν το πιο περιθωριακό και ευάλωτο κομμάτι των μεταναστών[16].  Η πρακτική απόληξη της συγκεκριμένης τοποθέτησης ήταν το σφράγισμα της παιδικής χαράς του Αγ. Παντελεήμονα ως τόπου που έχει καταληφθεί από τους μετανάστες. Παράλληλα στην περιοχή σημειώνονται πολλαπλά περιστατικά βίαιων επιθέσεων εναντίων μεταναστών από ακροδεξιούς και φασίστες αλλά και εναντίον Ελλήνων γονιών που προσπάθησαν να μπουν στην παιδική χαρά με τα παιδιά τους.

Συμβολικά θα λέγαμε ότι αποκλείστηκε ο χώρος παιχνιδιού των παιδιών των μεταναστών ως χώρος «αναπαραγωγής» του προβλήματος. Προφανώς μια τέτοια αντιμετώπιση βασίζεται πολύ περισσότερο στην εκπλήρωση της φαντασιακής συλλογικής προσωπικότητας του «Έλληνα», η οποία υποτίθεται ότι αλλοτριώνεται από την παρουσία των ξένων, παρά στηρίζεται στην διασφάλιση των συμφερόντων των κατοίκων. Σίγουρα επανέφερε σε κάποιους το αίσθημα της κοινότητας, αλλά σε μια τέτοια αντιδραστική βάση. Όπως αναφέρει ο Σένετ, η κοινότητα αυτού του είδους είναι εχθρική προς τους ξένους και ο ανταγωνισμός μεταξύ των μελών της είναι έντονος για το ποιος πραγματικά εκπληρώνει την συλλογική προσωπικότητα.

Πρέπει να σημειώσουμε πως η σημερινή αδράνεια της «πρωτοβουλίας κατοίκων» είναι μάλλον συμπτωματική. Η έξαρση των ρατσιστικών φαινομένων όπως παρατηρούμε σήμερα, μάλλον δείχνει ότι στην περίοδο κοινωνικής και οικονομικής κρίσης το παρακράτος και οι φασιστικές οργανώσεις μπορούν να δρουν απρόκλητα και τελικά να μην χρειάζονται τέτοιες πρωτοβουλίες ως κάλυμμα. Παρά τις πρόσφατες φασιστικές επιθέσεις, οι οποίες ακολούθησαν την δράση της πρωτοβουλίας, η καθημερινότητα των μεταναστών δεν έχει αλλάξει τόσο το γεγονός που επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας συνεκτικής σχέσης μεταξύ της καθημερινότητας των μεταναστών και του δημόσιου χώρου.

Στα Κάτω Πατήσια υπάρχει μια ακόμα σημαντική περίπτωση στην οποία συγκροτήθηκε μια συλλογική πρωτοβουλία με αναφορά στην γειτονιά ως τόπο και ως κοινότητα. Είναι η κατάληψη Πάτμου και Καραβία και αυτή με ιδιαίτερα πολιτικά χαρακτηριστικά που όμως διαφέρουν εκ διαμέτρου από αυτά της πρωτοβουλίας του Αγ. Παντελεήμονα. Η Κατάληψη Πάτμου και Καραβία προέκυψε ύστερα από κινητοποίηση κατοίκων της περιοχής οι οποίοι προ εικοσαετίας περίπου κατέλαβαν το εγκαταλελειμμένο κτήριο και τον περιβάλλοντα χώρο. Η κίνηση αυτή δεν εξασφάλισε μόνο τη λειτουργία αυτού του χώρου ως δημόσιου αλλά εξασφάλισε και την αυτοδιαχείριση του. Έτσι μέσα από διαδικασίες συνέλευσης που μπορούν να συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής, αποφασίζονται εξωστρεφείς δράσεις και δραστηριότητες, όπως συζητήσεις, προβολές, γλέντια, μαθήματα σε μετανάστες κλπ. Ταυτόχρονα ο υπαίθριος χώρος πρασίνου είναι ανοικτός για να περάσει κανείς τον ελεύθερό του χρόνο. Η συγκρότηση αυτής της ανοικτής «κοινότητας» βασίστηκε  αφ’ενός στην ανάγκη των κατοίκων για δημόσιο –ελεύθερο- χώρο πρασίνου και αφ’ετέρου στην ανάγκη αυτοδιαχείρισης αυτού του δημόσιου χώρου, συγκροτώντας μια απελευθερωμένη από τον κρατικό έλεγχο δημόσια σφαίρα. Το δεύτερο στοιχείο αποτελεί μέσο για την επίτευξη του πρώτου στόχου αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και αυτοσκοπό. Εκφράζει ένα τελείως διαφορετικό πρότυπο συλλογικής καθημερινής ζωής έξω από την εμπορευματοποίηση και την αδιαμεσολάβητη κανονικότητα[17]. Με αυτήν την έννοια γίνεται πολύ πιο εύκολη η άρση ορισμένων κοινωνικών διαχωρισμών στον χώρο αυτόν αλλά και έξω από αυτόν, καθώς και η υλοποίηση ενός μοντέλου συλλογικής συνύπαρξης.

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς την κοινωνική θέση και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά αυτών που εμπλέκονται άμεσα και έμμεσα στις δραστηριότητες της Κατάληψης αυτής. Κατά κύριο λόγο συμμετέχουν άτομα που ανήκουν στην εργατική ή μικροαστική τάξη, κυρίως μεσήλικες, άντρες και γυναίκες, ενώ σε σχέση με ότι θα περίμενε κανείς το ποσοστό της νεολαίας είναι μικρό. Οι μετανάστες έχουν σημαντική παρουσία στο χώρο  αλλά εμπλέκονται σε μικρότερο βαθμό στην διαχείριση του.  Ωστόσο είναι χαρακτηριστικό ότι όταν μια μέρα επισκεφτήκαμε το μέρος διεξαγόταν συζήτηση για την δημιουργία ενός ξενώνα φιλοξενίας μεταναστών στην οποία η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ήταν μετανάστες διαφόρων εθνοτήτων. Είναι λογικό ότι η διεξαγωγή μαθημάτων γλώσσας στους μετανάστες και η καθημερινή παρουσίας τους στον χώρο βοηθάει στην εξοικείωσή τους με το μέρος, τους ντόπιους κατοίκους, αλλά και μεταξύ τους. Θα ήταν ίσως υπερβολή να θεωρήσουμε όσους έχουν παρουσία στον χώρο αυτόν μια ομοιογενή κοινότητα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του εγχειρήματος είναι ότι επιτρέπει την ενεργητική παρουσία και εμπλοκή αρκετά ανομοιογενών ομάδων και ατόμων της γειτονιάς ακριβώς γιατί εκεί βρίσκουν έδαφος καθημερινές πρακτικές και δράσεις που αποκλείονται από τους υπόλοιπους χώρους της πόλης. Συγκροτείται λοιπόν ένας χώρος, όπου γίνεται δυνατή όχι μόνο η συνάντηση, αλλά και η επαφή με το ξένο, η προσωρινή «επίσκεψη» στην ετερότητα. Δημιουργούνται έτσι οι προϋποθέσεις για μια συνθετική συνύπαρξη στην κατεύθυνση μιας πολυπολιτισμικότητας. Ωστόσο ενέχει πάντα ο κίνδυνος τέτοιοι χώροι να απομονωθούν από το κοινωνικό σύνολο, να περιχαρακώσουν μια συγκεκριμένη πολιτική ταυτότητα και να χάσουν εντέλει της ουσία ύπαρξής τους. Παρ’ όλα αυτά εμείς πιστεύουμε ότι οι -αντικειμενικές και συγκυριακές- συνθήκες που επικρατούν στην γειτονιά και στην κατάληψη, λειτουργούν μάλλον ανασταλτικά σ’ αυτήν την κατεύθυνση, γεγονός που επιβεβαιώνεται και στην πράξη αφού η κατάληψη χρησιμοποιείται καθημερινά από ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της γειτονιάς.

επίλογος

Προσπαθώντας λοιπόν να προσεγγίσουμε τις επιπτώσεις του μεταναστευτικού φαινομένου στον αστικό χώρο και στην καθημερινή ζωή της πόλης παρατηρούμε μια διαδικασία που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη μεταβάλλοντας συνεχώς την κοινωνική δομή της πόλης, αλλά και τις σημασίες που αποκτά ο δημόσιος χώρος στις γειτονίες της. Αυτή η ρευστότητα εντοπίζεται ακόμη και στην ίδια την ταυτότητα του μετανάστη που είναι συχνά μετέωρη, τόσο ως προς την χρονική της διάρκεια, όσο και ως προς τον τόπο  με τον οποίο ταυτίζεται. Σ’ αυτά τα πλαίσια, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την παρουσία των μεταναστών στην πόλη στάσιμη, αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται στις περιοχές όπου εγκαθίστανται μαζικά μετανάστες. Η δυναμική αυτή είναι που καθιστά την γειτονιά τον βασικό τόπο όπου οι μετανάστες διεκδικούν μια ζωή με τους δικούς τους όρους, διεκδικώντας παράλληλα και τον πολιτισμικό αυτοπροσδιορισμό τους. Η αναπόφευκτη ανάμιξη με τον ντόπιο πληθυσμό καθώς δεν αποτελεί συνειδητή επιδίωξη των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, φέρνει συχνά τους μετανάστες αντιμέτωπους με τμήματα της τοπικής κοινωνίας. Έτσι, η προοπτική ανάπτυξης μιας πολυπολιτισμικότητας προσκρούει σε μια σειρά από αδυναμίες που προκύπτουν από τις αντιθέσεις μεταξύ ποικίλων κοινωνικών φορέων.
Ξεκινώντας από την ντόπια κοινωνία, όπως φάνηκε και στο παράδειγμα της πρωτοβουλίας «κάτοικοι Αγ. Παντελεήμονα», η μικροαστική ιδεολογία αποτελεί το ισχυρότερο εμπόδιο για την συνύπαρξη και πολύ περισσότερο για την αλληλεπίδραση ντόπιων και μεταναστών. Από την άλλη οι μετανάστες στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούνται στην περιχαράκωση εντός μιας περιοχής της πόλης ή ενός συγκεκριμένου δημόσιου χώρου που ταυτίζεται με μια αντίστοιχη κοινότητα. Η τάση αυτή, είναι άμεσο αποτέλεσμα της ανασφάλειας που βιώνουν καθημερινά οι μετανάστες και η οποία τους καθιστά επιφυλακτικούς σε σχέση με την ντόπια κοινωνία. Ενώ αντιθέτως, άλλες φορές τείνουν να αφομοιωθούν πολιτισμικά, προκειμένου να ενσωματωθούν πιο εύκολα στην τοπική κοινωνία. Στις συνθήκες της σημερινής κρίσης ακόμα και κάτι τέτοιο, βέβαια, αναιρείται καθώς η πολιτική που υιοθετείται για το μεταναστευτικό έχει σαν στόχο τον αποκλεισμό ή και τον εκδιωγμό των μεταναστών. Η έστω αποσπασματική και προσωρινή άδεια παραμονής μεταναστών δεν συνεχίστηκε μετά το 2005, και ο «Νόμος περί Ιθαγένειας» που έδινε πολιτικά δικαιώματα σε μετανάστες αφορούσε τελικά ελάχιστους και επί της ουσίας έθετε ως προϋπόθεση την πολιτισμική αφομοίωση. Παράλληλα, σήμερα, βλέπουμε την συστηματική προώθηση ρατσιστικών ιδεολογημάτων τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από το ίδιο το κράτος και την κυβέρνηση. Ενώ ταυτόχρονα η κατασκευή του φράκτη στον Έβρο είναι στα σκαριά, και κατασκευάζονται επιπλέον στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων. Απ’ την άλλη μεριά, η ένταση της καταστολής δεν σταματά στην αστυνόμευση αλλά φτάνει και στην ανοχή ή ακόμα και στη συνεργία των αρχών στα ρατσιστικά πογκρόμ των φασιστών. Η περιθωριοποίηση των μεταναστών είναι η άλλη όψη της περαιτέρω εκμετάλλευσης και του κατακερματισμού της εργατικής τάξης και των εργαζομένων συνολικότερα ως στρατηγικής του αστισμού, στρατηγική που σήμερα λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Με αυτήν την έννοια η χειραφέτηση των μεταναστών και η άρση του αποκλεισμού τους ως «άλλων» δεν είναι ζήτημα ανθρωπισμού ή κοινωνικής φιλίας αλλά ζήτημα της ταξικής πάλης.

Στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, πρωταρχική σημασία όπως είδαμε έχει η διαμόρφωση διακριτών κοινωνικών ταυτοτήτων που να αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιες. Η συγκρότηση μιας τέτοιας ταυτότητας αποτελεί το μέσο διεκδίκησης της αναγνώρισης από την ντόπια κοινωνία και της ισότιμης συμμετοχής στη δημόσια σφαίρα. Γεγονός που αποτελεί και προϋπόθεση για μια πολιτισμική σύνθεση, δηλαδή για την δημιουργία μιας κοινωνικής συνθήκης όπου η πολιτισμική ταυτότητα παύει πια απλά να συνυπάρχει με άλλες αλλά επανακαθορίζεται μέσα από τη διαπλοκή της με αυτές. Μια τέτοια συνθήκη είναι ένα πολιτικό διaκύβευμα που αντικειμενικά περνάει μέσα από συσπειρώσεις κοινωνικών ομάδων διαφορετικών πολιτισμικών ταυτοτήτων στη βάση ενός κοινού συμφέροντος ή ενός κοινού προτάγματος. (ενώ αντίστοιχα αντιθετικά συμφέροντα μπορούν να δημιουργήσουν συγκρούσεις) Η πραγματοποίηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από θεσμικές ρυθμίσεις αλλά θα πρέπει να αναζητηθεί σε κοινωνικές πρακτικές και δυναμικές, οι οποίες θα αφορούν αφ’ ενός την γενική αναγνώριση ισότιμων κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες και αφ’ ετέρου την διεκδίκηση τόσο από την ντόπια κοινωνία, όσο και από τις μεταναστευτικές κοινότητες μιας δημόσιας ζωής που θα επιτρέπει την πολυπολιτισμική όσμωση σε τοπικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό για την δεύτερη περίπτωση είναι το παράδειγμα της κατάληψης του κτήματος Πάτμου και Καραβία.

Ο δημόσιος χώρος της πόλης, όπως είδαμε αποτελεί το πεδίο όπου εκτυλίσσονται οι διάφορες κοινωνικές πρακτικές και ως τέτοιος επηρεάζει άμεσα την φύση τους. Η δομή και η μορφή του υλικού χώρου συχνά αποτυπώνει τις ταξινομήσεις που ορίζονται από την κανονικότητα και εκφράζει κατά πόσο και με ποιους όρους συγκεκριμένες πρακτικές και οι φορείς τους έχουν δικαίωμα στο δημόσιο. Όμως ταυτόχρονα και οι ίδιες οι κοινωνικές πρακτικές αποδίδουν -διαφορετική κάθε φορά- σημασία στο δημόσιο χώρο και τον «διαμορφώνουν» ανάλογα με τις ανάγκες που εξυπηρετούν. Σ’ αυτά τα πλαίσια, ο δημόσιος χώρος διαγράφεται ως το πεδίο όπου οι κοινωνικές πρακτικές έρχονται αντιμέτωπες με τις επιταγές της κανονικότητας και η  διεκδίκηση του δικαιώματος σ’ αυτόν ως ζήτημα κομβικής σημασίας για την ανάπτυξη μιας πολυπολιτισμικότητας όπως την είδαμε παραπάνω. Σ΄ ένα δεύτερο επίπεδο, προκειμένου να αναπτυχθούν συνθήκες πολιτισμικής σύνθεσης, η κατοίκιση του δημόσιου χώρου πρέπει συνοδεύεται όχι από την αναζήτηση του οικείου, αλλά από την αναζήτηση της επαφής και της αλληλεπίδρασης με το έτερο. Μια τέτοια διαδικασία περνάει μέσα από την διεκδίκηση του δικαιώματος στην πόλη και στον δημόσιο χώρο. Διαφαίνεται έτσι η προοπτική του δημόσιου χώρου να γίνει ένας τόπος όπου αναπτύσσεται και αναδεικνύεται ένα πλέγμα σχέσεων μεταξύ ετεροτήτων γεγονός που ίσως σημαίνει και την ανάκτηση της ιδιότητάς του ως χώρου πολιτικού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, αναπτύχθηκε μια κοινωνική κινητικότητα και εντός της τάξης των μεταναστών, η οποία όμως διαφοροποιείται εθνοτικά και βρίσκεται σε αναλογία με τον χρόνο παραμονής. Τα αίτια αυτής της κινητικότητας μπορούν να αναζητηθούν στα χαρακτηριστικά που είχε η οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας ’95-’05 και σε μια σειρά από παράγοντες, όπως οι όροι εργασίας, αλλά και οι προθέσεις για μακροχρόνια ή μόνιμη εγκατάσταση, ένταξη στους θεσμούς και υιοθέτηση των καθημερινών πρακτικών της ντόπιας κοινωνίας.
2 Για την Άρεντ ο όρος δημόσιο δηλώνει «τον ίδιο τον κόσμο που είναι κοινός για όλους μας και διακρίνεται από τον χώρο που κατέχουμε ιδιωτικά (…) ό,τι έχουμε από κοινού όχι μόνο με όσους ζουν μαζί μας, αλλά και με όσους  υπήρξαν εδώ πριν και με όσους θα έλθουν μετά από μας» (Άρεντ 1986:78, 81).
3 Το δημόσιο έχει ιστορικά καθιερωθεί ως η κυρίαρχη πλευρά του δίπολου και έχει ταυτιστεί με την ελεύθερη δράση των πολιτών, την πραγματικότητα που συγκροτείται από ό,τι είναι «ορατό και ακουστό» και τις κοινωνικές σχέσεις που προκύπτουν μέσα από αυτή την κοινή πραγματικότητα, ενώ αντίστοιχα το ιδιωτικό έχει μια αρχικά «στερητική» έννοια, αφού προσδιορίζεται κυρίως ως το μη δημόσιο, δηλαδή το αποκλεισμένο από το δημόσιο και όσα αυτό συνεπάγεται (βλ. Άρεντ 1986:86)
4 Σύμφωνα με τον Χάμπερμας, «η δημόσια σφαίρα υλοποιείται οπουδήποτε και οποτεδήποτε όσοι επηρεάζονται από τους γενικούς κοινωνικούς κανόνες και τις πολιτικές αποφάσεις μετέχουν σε δημόσια διαβούλευση, αξιολογώντας την εγκυρότητά τους. Στην πραγματικότητα μπορούν να υπάρχουν τόσα κοινά, όσες και οι αμφιλεγόμενες δημόσιες συζητήσεις σχετικά με την εγκυρότητα των κανόνων»( δηλαδή της κάθε κανονικότητας (Benhabib 1998:87).
5 Η «υποχώρηση της δημόσιας ζωής» είναι ένας αρκετά γενικός όρος για να περιγράψουμε ένα πολύδιάστατο φαινόμενο. Πέραν του ιστορικά διαχρονικού αποκλεισμού ορισμένων κοινωνικών ομάδων από την δημόσια ζωή που αναλύσαμε παραπάνω, αυτή η υποχώρηση αφορά και τις τάσεις ατομικής ιδιώτευσης και αδιαφορίας που αντικειμενικά προωθούνται σε μια καταναλωτική και ανταγωνιστική κοινωνία. Η κυρίαρχη ιδεολογία συστηματικά προωθεί την πολιτική αδιαφορία και αδράνεια μέσω της απαξίωσης της ίδιας της πολιτικής, γεγονός που οδηγεί και στον εκφυλισμό της δημόσιας σφαίρας. Τέλος, ο αναβαθμισμένος πλέον ρόλος του ηλεκτρονικού διαδικτύου, ως ιδιόμορφο κομμάτι της δημόσιας σφαίρας, δημιουργεί νέους αποκλεισμούς, νέους περιορισμούς αλλά και νέες δυνατότητες, που όμως δεν μπορούμε εδώ να επεκταθούμε.
6 Βλ. Lefebvre 2006:211-215
7 Βλ. Σένετ 1999:16
8 Δηλαδή στην κυριαρχία της αντιπαροχής ως μηχανισμού παραγωγής αστικού χώρου και της αστικής πολυκατοικίας ως κτηριακής τυπολογίας, η οποία σε συνδυασμό με μια αυξημένη κοινωνική κινητικότητα εντός των μικροαστικών και εργατικών στρωμάτων δημιούργησε το υπόβαθρο για μια σχετικά ευρεία διάδοση της ιδιοκτησίας. Ωστόσο, οι κεντρικές περιοχές της πόλης, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα κορεσμού με αποτέλεσμα την σταδιακή τους υποβάθμιση και την εγκατάλειψή τους από ένα τμήμα της αστικής τάξης που μετακινήθηκε προς την περιφέρεια, διαδικασία που συνεχίζεται ως σήμερα και συμβάλλει στην περαιτέρω απαξίωση τους.
9 Εδώ έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των ντόπιων που παραμένουν στην περιοχή είναι μεγαλύτερης σχετικά ηλικίας, γεγονός που οφείλεται στους ισχυρότερους δεσμούς που έχουν αναπτύξει με την περιοχή σε σχέση με τους νεότερους. Δεσμοί που προέρχονται είτε από τις σχέσεις ιδιοκτησίας, είτε από την ισχύ των κοινωνικών και οικογενειακών δίκτυα, είτε από την δυσκολότερη λόγω ηλικίας προσαρμογή σε νέα περιβάλλοντα. Έτσι εμφανίζεται μια ηλικιακή διαφοροποίηση στην στεγαστική συμπεριφορά των ντόπιων, που αποτυπώνεται στον κοινωνικό ιστό της περιοχής αυξάνοντας συγκριτικά τον μέσο όρο ηλικίας των ντόπιων κατοίκων.
10 βλ. Stavrides 2007:175
11 «Ο πορώδης δημόσιος χώρος (porosity), μπορεί να νοηθεί ως μια εμπειρία κατοίκησης, η οποία εκφράζει την αστική ζωή ενώ παράλληλα χαλαρώνει τα διαχωριστικά όρια που έχουν στηθεί για να διατηρήσουν μια αυστηρή χωρική και χρονική κοινωνική τάξη» (Stavrides 2007:175). Για μια πρώτη προσέγγιση του πορώδους αστικού χώρου βλ. Benjamin W., Lacis A., Naples στο Reflections, Shocken, NY 1986
12 βλ. Βαΐου κ.α. 2007:124-158
13 «Ο κάτοικος-μετανάστης ζει και εργάζεται σε τόπους που βλέπει να χάνονται κάτω από τα πόδια του. Τόπους που μεταπίπτουν σε μη-τόπους, καθώς δεν τους εν-τοπίζουν (που σημαίνει χαρακτηρίζουν) παρά μόνο προσωρινά». (Σταυρίδης 2010) O Auge ορίζει τους μη-τόπους ως τους χώρους που δεν χαρακτηρίζονται από τις ανθρώπινες σχέσεις, και όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους (τουλάχιστον όχι ακόμα).
14 Η Βικτώρια αν και μπορεί να θυμίζει την Ομόνοια διαφέρει από αυτήν κυρίως γιατί η δεύτερη έχει μονοδιάστατα υπερτοπικό χαρακτήρα, δεν σχετίζεται με την κατοικία και την γειτονιά ενώ λειτουργεί αποκλειστικά ως χώρος περιχαράκωσης των «περιθωριακών» της πόλης.
15 Ο όρος αφρικανική κοινότητα είναι μάλλον αδόκιμος καθώς στην πραγματικότητα πρόκειται για πολλές εθνικές κοινότητες. Εδώ τον χρησιμοποιούμε για λόγους ευκολίας και έμφασης σε άλλες αντιθέσεις.
16 Οι Αφγανοί κατά κύριο λόγο είναι πρόσφατοι πολιτικοί πρόσφυγες πολέμου χωρίς χαρτιά, χωρίς την προστασία κάποιου προϋπάρχοντος δικτύου αλληλοβοήθειας και χωρίς (συνήθως ούτε «μαύρη») εργασία  και χωρίς ιδιοκτησία.
17 Με τον όρο αδιαμεσολάβητη κανονικότητα αναφερόμαστε στην κανονικότητα που συγκροτείται χωρίς να έχουν λόγο αυτοί που την υφίστανται. Στην περίπτωση ενός κρατικά ελεγχόμενου δημόσιου χώρου η κανονικότητα ορίζεται κατά κύριο λόγο από το κράτος και την κυρίαρχη ιδεολογία. Η συμμετοχή των ατόμων είναι έμμεση έως ανύπαρκτη και ορίζεται στην βάση των αστικών δημοκρατικών θεσμών αντιπροσώπευσης, στο βαθμό που αυτοί το επιτρέπουν. Στην περίπτωση της κατάληψης η κανονικότητα ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τους χρήστες του χώρου, οι οποίοι διαχειρίζονται τον χώρο μέσω ανοικτών συνελεύσεων, που σε ιδανικές τουλάχιστον συνθήκες δίνουν την δυνατότητα άμεσης εμπλοκής στους συμμετέχοντες. Η κανονικότητα σ’ αυτήν την περίπτωση προκύπτει μέσα από συνδιαμόρφωση αυτών που την υφίστανται στο βαθμό που υπάρχει αντίστοιχα συμμετοχή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Άρεντ Χ., Ανρώπινη κατάσταση, Γνώση, Αθήνα 1986

Βαΐου Ν. κ.α., Διάπλεκόμενες καθημερινότητες και χωροκοινωνικές μεταβολές στην πόλη. Μετανάστιες και νόπιες στις γειτονιές της Αθήνας, ΕΜΠ – Σχολή Αρχιτεκτόνων. Τομέας πολεοδομίας και χωροταξίας, Αθήνα 2007

Βαΐου Ντ., Καλαντίδης Α., Πόλεις των «άλλων». Καθημερινές πρακτικές και συγκρότηση του δημόσιου χώρου, στο Χωρικοί μετασχηματισμοί και κοινωνική έρευνα, επ. Μ. Σπυριδάκης, Νήσος, Αθήνα 2009

Lefebvre H., Δικαίωμα στην πόλη, Κουκίδα, Αθήνα 2007

Benhabib S., Models of Public Space: Ηannah Arendt, the Liberal Tradition and Jurgen Habermas, από: Habermas and the public sphere, ed. by Craig Calhoun, MIT Press, 1992

Μαλούτας Θ., Κοινωνική δομή και πολεοδομική οργάνωση στην Αθήνα,
Παρατηρητής, Αθήνα 1992

Μαλούτας Θ., Κοινωνικοί και χωρικοί μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου αιώνα , ΕΚΚΕ, Αθήνα 2009

Σταυρίδης Σ., Μετέωροι χώροι της ετερότητας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010

Stavrides S., Heterotopias and the experience of porus urban space, από: Loose space: possibility and diversity in urban life, ed. by Frank K., Stevens Q. Routlege, London 2007

Σένετ Ρ., Η τυραννία της οικειότητας, Νεφέλη, Αθήνα 1999

This entry was posted in Τεύχος 2 and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *